ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ

Νοεμβρίου 12, 2009

Μικρές ιστορίες δίχως τέλος

Κατηγορίες: Παραμύθια — thalassinimatia @ 1:32 μμ

 Iστορία 1η :

“Δεν είναι ουτοπία”

bed-and-breakfastΑυτά τα βίντεο κλιπ και  oι αισθηματικές σειρές τελικά δεν κάνουν  καλό. Αν είσαι και λίγο ευαίσθητος και αν σου λείπουν κάποια πράγματα, αλλιώς…

Η Ματούλα ανήκει στη πρώτη  κατηγορία. Παραδομένη στη θαλπωρή του καφέ σουέντ καναπέ, βλέπει φανερά εκνευρισμένη   ένα κλιπ μιας μπαλάντας .  Ένα ζευγαράκι που αγκαλιάζεται, που φιλιέται με πάθος σε μια παραλία, που κάνει έρωτα σε slow motion δίπλα σε αναμμένο τζάκι, να και το πρωινό στο κρεβάτι, να και το τριαντάφυλλο στο μαξιλάρι…..

« Μα δεν είναι δυνατόν να συμβαίνουν μόνο  στο εκράν αυτά;» αναφωνεί χωρίς να το θέλει.

« Αυτά  τα μελιστάλαχτα είναι ουτοπία αγάπη μου» της απαντά ο Γιάννης που μόλις είχε μπει στο σαλόνι, χωρίς να τον δει.

Τον κοιτά μελαγχολικά, δεν του απαντά. Μα δε μπορεί να μην υπάρχουν και άλλοι σαν εκείνη, αιθεροβάμονες, ρομαντικοί , άκρως συναισθηματικοί που να είναι σε μόνιμη αναζήτηση αυτής της ουτοπίας…

Eκείνος παίρνει τον καφέ  του και κλείνεται στο γραφείο.  Στην τηλεόραση  παίζει μια παλιά μπαλάντα της Whitney Hiouston.  Οι στίχοι την αγγίζουν. Μα τι κακό και αυτό με εκείνη!Να βρίσκει τον εαυτό της σε ιστορίες στίχων,  σε σελίδες βιβλίων. Να είχε  και κάποιον δίπλα της  που να έκανε πραγματικότητα τους στίχους…

Ξαναχώθηκε στη θαλπωρή του καφέ καναπέ. Άλλη από αυτή για την  ώρα δεν είχε.

 Ιστορία 2η

“Αγγελίες”

 Στήλη: Ειδικά συνεργεία

 «Ζητείτε συνεργείο  εντοπισμού χαμένων ονείρων.  Παρακαλώ μόνο σοβαρές προτάσεις. Δεν υπάρχει χρόνος. Για περισσότερες πληροφορίες καλέστε στο 210 …»

 Στήλη: «Προσωπικά»

 «Ζητείτε Άνθρωπος να μοιραστεί τα όνειρά μου. Αναζητώ Άνθρωπο να μοιραστώ τα όνειρά του. Ζητείτε Άνθρωπος να τον συγκινώ. Ζητείτε άνθρωπος να με συγκινεί. Ζητείτε … Παρακαλώ μόνο σοβαρές προτάσεις . Δεν υπάρχει χρόνος. Για περισσότερες πληροφορίες καλέστε στο 210 …»

 Ιστορία 3η

Η πέτρα”

stones «Πέτρα ή πιο επιστημονικά πέτρωμα. Υλικό από τα οποία αποτελείται ο στερεός φλοιός της Γης.  Τα πετρώματα μπορεί να αποτελούνται από  συμπαγείς μάζες όπως ο γρανίτης ή ο ασβεστόλιθος. Άλλα είναι δυνατόν ν΄ αποτελούνται από μαλακότερα ή «ευκίνητα» υλικά όπως η άμμος, η άργιλος κλπ.

Τα πετρώματα σχηματίζονται από ένα ή περισσότερα ορυκτολογικά συστατικά. Ανάλογα με τον τρόπο σχηματισμού τους τα πετρώματα διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες:

  • Τα εκρηξιγενή ή πυριγενή ή μαγματικά πετρώματα
  • Τα ιζηματογενή πετρώματα και
  • Τα μεταμορφωσιγενή πετρώματα 

Μάζευε από μικρός πέτρες ο Αλέξης. Δεν ήταν τυχαίο που ακολούθησε την καριέρα του Μεταλλειολόγου. Είχε τόσες πολλές που είχε γεμίσει όλο το υπόγειο.  Άλλες βρίσκονταν διάσπαρτες μέσα στο σπίτι. Μικρές, μεγάλες, με στρογγυλάδες, ακανόνιστες, καφέ, γκρι, σε κάθε του εξόρμηση   επαγγελματική ή μη, όλο και θα μάζευε μερικές. Ειδικά όταν ήταν μαζί με τη Στέλλα. Κάθε μια και ένα αποδεικτικό στοιχείο από μια  τους Στιγμή. Σήμερα  όμως ξύπνησε κάπως. Όλη αυτή τη περίοδο ξυπνάει κάπως. Κατέβηκε στο υπόγειο και κινήθηκε στο σκοτάδι. Το αναμμένο τσιγάρο έμοιαζε με πυγολαμπίδα.

Άναψε το φως. Μέτρησε  τα κιβώτια. Σε κάθε  κιβώτιο τόσες πέτρες. Κάθε πέτρα τόσες Στιγμές.

Κάθε  πέτρα και μια Στιγμή.

Κάθε Στιγμή βαριά  σαν Πέτρα.

Iστορία 4η

(απόσπασμα άρθρου από το  Vita.gr της Αμίνας Μοσκώφ)

«Πες μου τι να κάνω»
Θα μπορούσαμε να πούμε πολύ σχηματοποιημένα ότι μπροστά στον πόνο και γενικότερα στα προβλήματα υπάρχουν δύο αντίθετες τάσεις: Η πρώτη είναι η υπεκφυγή, η γρήγορη λύση που προσφέρει μιαν άμεση αλλά προσωρινή ανακούφιση από την ένταση και τη δυσφορία. H δεύτερη είναι αυτή της ενδοσκόπησης, της αναζήτησης δηλαδή μιας λύσης που έρχεται μέσα από την αυτογνωσία και την αυθεντικότητα. Ποιος όμως έχει καιρό για ενδοσκόπηση, όταν υποφέρει τρελά; Eκείνες τις στιγμές, ένα «Πες μου τι να κάνω» αιωρείται συνεχώς από τα χείλη μας. Aπευθύνεται σε φίλους, περιοδικά, ειδικούς και μη. Aναζητεί μια σύσταση, μια συμβουλή, ένα «κόλπο» .  

 Ιστορία 5η

“ Περί Γεύσεων;”

 Δεν μπορεί να μην σου έχει τύχει ποτέ.  Τρως ένα φαγητό μαγειρεμένο με τάδε υλικά. Σου αρέσει τόσο πολύ που αρνείσαι  να το δοκιμάσεις με άλλο τρόπο. Φοβάσαι μη σου χαλάσει τη γεύση.

Και εκεί που δεν το περιμένεις γίνεται η ανατροπή. Είσαι κουρασμένος, έχεις τις άμυνές σου σε καταστολή, πεινάς, βάζεις κάτι στο στόμα χωρίς να το ψάξεις πολύ και μένεις. Σου αρέσει .  Το γεύεσαι αργά και βασανιστικά για να ανακαλύψεις τα κρυμμένα μυστικά του. Μετά από λίγο βέβαια σε παίρνουν οι τύψεις για την απιστία που διαπράττεις, αλλά έχεις τόσο μα τόσο ανάγκη για μια καινούργια γεύση…. Τα βάζεις όλα κάτω. Δεν παύεις να αγαπάς την προηγούμενη. Είναι η πρώτη που δοκίμασες, η πρώτη που σου έκανε εντύπωση, η πρώτη που σε κέρδισε. Θα σε συναρπάζει πάντα όταν θα τη  γεύεσαι. Τώρα  όμως έχει γεμίσει  με δυόσμο το στόμα σου και σ’αρέσει. Αχ πόσο σου αρέσει…

Iστορία 6η

Τώρα τελευταία οδηγώ με μουσική για να μην ακούω τις σκέψεις μου. Τι να κάνω όμως  όταν ένα τραγούδι με οδηγεί σε αυτές;

 Ιστορία 7η

“ Ο Βασιλικός στο παράθυρό του.”

window sea Κάθε εβδομάδα στο γραφείο του  καταφθάνουν περίτεχνες ανθοδέσμες  από ευχαριστημένες πελάτισσες. Ανθούρια και εξωτικές ορχιδέες Falenopsys, περιτριγυρισμένες από  Trachelium και Solidago. «Αυτό δεν είναι γραφείο ιατρού αλλά θερμοκήπιο» του είπε προχτές πειραχτικά ο φίλος του ο  Νίκος.

Γυναίκες ματαιόδοξες και υπερφίαλες που θέλουν να παγώσουν τον χρόνο, άλλες που θέλουν να τον στείλουν διακοπές για λίγο με ένα «απλό botoxaki» όπως λένε.

Στην αρχή έβλεπε τον εαυτό σαν άλλο Πυγμαλίωνα αλλά τώρα πια άρχισε πραγματικά να τον απωθεί  το επάγγελμά του. Κουράστηκε να παίζει με τα ανθρώπινα περιτυλίγματα.  Βαρέθηκε τα λατινογενή ονόματα των λουλουδιών. Αυτό που ήθελε ήταν να βρει λίγο βασιλικό και δυόσμο να βάλει στο μπαλκόνι του. Σε  τίποτα παλιούς τενεκέδες από λάδι, όπως είχε η γιαγιά η Μαρίκα στο πατρικό του στη Καισαριανή. Εκείνο το  παλιό προσφυγικό σπιτάκι  με τους χονδρούς πέτρινους τοίχους,  την εσωτερική αυλή και τις χαμένες γεύσεις.

Και τον βρήκε τον βασιλικό του….  το πως είναι μια άλλη ιστορία. Μόνο που ήταν ξανθός και σγουρομάλλικος και όταν της το είπε  της άρεσε τόσο,  που κάθε μέρα του έβαζε μέσα στον δερμάτινο χαρτοφύλακα και ένα κλωναράκι. Και εκείνος το πρώτο πράγμα που έκανε  μόλις έφτανε στο γραφείο ήταν να γεμίσει ένα ποτήρι με νερό και να βάζει μέσα τον βασιλικό του. Τον είχε στο περβάζι δίπλα του  να παίρνει φως. Τα  υπόλοιπα λατινογενή εξωτικά λουλούδια που συνέχιζαν να καταφθάνουν στο γραφείο του δεν είχαν παρά να υποκλιθούν μπροστά στην απλότητά του.

Ως που μια μέρα  το ποτήρι  δεν γέμισε με φρέσκο κλώνι. Το παλιό είχε αποξεραθεί εδώ και μέρες και δεν είχε αντικατασταθεί με νέο. Μια θετική απάντηση σε ένα μεταπτυχιακό στην Αμερική. Δεν ήθελε να τον χάσει αλλά έπρεπε να φύγει.  Την αγαπούσε  αλλά δεν μπορούσε να κλείσει το ιατρείο του. Εκείνος έπρεπε να μείνει.

Πέρασαν μήνες και τα λατινογενή άρχισαν να τον πνίγουν. Ως που μια μέρα  το βλέμμα του έπεσε στο μικρό τραπεζάκι δίπλα στη βιβλιοθήκη. Ένα  λευκό  βάζο που έκρυβε ένα μικρό θησαυρό. Μερικά κόκκινα γεράνια, λίγη λεβάντα, παραδίπλα στριμωγμένο  ένα κλωναράκι γιασεμί, δίπλα του  λίγος δυόσμος.

« Ελένη ποιος τα έφερε αυτά;» ρώτησε τη γραμματέα του με αγωνία.

« Η κυρία Ματούλα Παπαφράγκου. Μια νέα πελάτισσα που  της έκλεισα αύριο ραντεβού. Πέρασε χτες αλλά ήσασταν με τον κύριο  Αλέξη  στο συνέδριο Μεταλλειολογίας. Είπε ότι μένατε παλιά στην  ίδια γειτονιά και σας   έφερε  αυτά τα λουλούδια.»

Δεν μίλησε. Πήρε το βάζο, το έβαλε δίπλα στο περβάζι και χαμογέλασε μελαγχολικά.

  ………………………

“Son la cinco de la ma�ana
y yo no he dormido nada,
pensando en tu belleza, loco voy a parar.
el insomnio es mi castigo,
tu amor sera mi alivio
y hasta que no seas mia no vivire en paz”

 

Οκτωβρίου 16, 2009

Είχε ομίχλη

Κατηγορίες: Παραμύθια — thalassinimatia @ 11:51 πμ

 

 train_window

Έχει ομίχλη.  

Εντός και εκτός.

Όχι αρκετά  πυκνή όμως. Σαν πέπλο έμοιαζε, ίσα ίσα που  θόλωνε τις μορφές και τις μάζες.

Στην προβλήτα δεν έχει πολύ κόσμο. Πέμπτη  χαράματα, μια απλή καθημερινή  ή μήπως όχι;

Το εισιτήριο έχει αρχίσει να φθείρεται ήδη.  Από τότε που το πήρε, όλο το κοιτά, το γυρίζει από εδώ, διαβάζει τους κωδικούς, τους απομνημονεύει, διαβάζει τους όρους του ταξιδιού , αυτούς με τα ψιλά γράμματα, τα  μάτια πονάνε αλλά επιμένει.  Φοβάται τα ψιλά γράμματα γιατί αν δεν έκρυβαν κάτι θα ήταν σε μεγαλύτερη γραμματοσειρά. Θα ήταν φάτσα κάρτα, ταμπέλα ολόκληρη να προειδοποιούν για τους όρους του ταξιδιού, ναι εντάξει θα χρειαζόταν τότε πιο πολύ χαρτί ε και;

 Από μακριά ακούγεται το αγκομαχητό της αμαξοστοιχίας.  Πώς να φρενάρεις ένα  τέτοιο σώμα; Μπαίνει μέσα. Άδεια βαγόνια. Δεν ξέρει πιο να διαλέξει. Θα προτιμούσε κάποια να  ήταν γεμάτα για να μπορέσει να τα αποκλίσει δια της άτοπου απαγωγής.  Τώρα πρέπει να επιλέξει. Επιλέγει, το δεύτερο  δεξιά.  Όταν θα αρχίσουν το νανούρισμά τους οι ράγες,  βολεύει πιο πολύ να γύρει δεξιά. Τακτοποιεί τα πράγματα με τρόπο που θα κάνουν το ταξίδι πιο άνετο. Η μεγάλη βαλίτσα με τα ρούχα έχει μπει στο πάνω ράφι . Έχει δίπλα μόνο το παλιό σακίδιο.  Από τη σχολή είχε να το χρησιμοποιήσει. Στη μια τσέπη βρήκε μάλιστα και διάφορα απομεινάρια του χρόνου. Ένας  διαφημιστικός αναπτήρας, μια σκισμένη σελίδα από το παλιό organizer, η αρχή ενός τηλεφώνου, δίπλα ένα Κ.Λ  ένας ζωγραφισμένος ήλιος…Για κάποιο λόγο δεν πετάχτηκαν τότε. Με τον χρόνο έγιναν ένα με το σακίδιο, απέκτησαν δικαιώματα. Αποφάσισε να μην τους κάνει έξωση μετά από τόσα χρόνια.

Στην εσωτερική θήκη το θερμός με τη ζεστή σοκολάτα , μερικές έξτρα κουταλιές  για να είναι το μίγμα πηχτό και να στέκεται πρώτα στο στόμα και μετά στο λάρυγγα. Σαν γευσιγνωσία παλιού γλυκόπιοτου κρασιού. Παραδίπλα  δύο βιβλία. Ένα πολυδιαβασμένο με τσακισμένες σελίδες και υπογραμμίσεις και ένα  νέο που περίμενε με λαχτάρα το πρώτο άγγιγμα. Εδώ και μέρες, μήνες μπορεί και χρόνια. Εξώφυλλο λουστραρισμένο, σελίδες ατσαλάκωτες. Τίτλος ίδιος. Αποφάσισε να παίξει ένα παιχνίδι.  Να ξαναδιαβάσει το ίδιο βιβλίο και να δει αν θα τον συγκινούσαν τα  ίδια πράγματα, αν θα στεκόταν στις ίδιες λέξεις, στα ίδια σημεία.

Τη σιντιέρα την άφησε δίπλα στο κομοδίνο. Για πρώτη φορά δεν ήθελε μουσική μαζί του.  Του έφταναν οι ήχοι του ταξιδιού. Οι ράγες, τα βήματα, το ρούχο που βγαίνει, το τσιγάρο που ανάβει, η ανάσα η αργή, η ανάσα η γρήγορη,  η αναγγελία της επόμενης στάσης. Δίπλωσε το κυπαρισσί μπουφάν και το στρίμωξε ανάμεσα στο πρόσωπό του και το υγρό παράθυρο Ανοιξε το θερμός , έριξε λίγη σοκολάτα σε ένα πλαστικό ποτήρι και την κατέβασε αργά. Άφησε το ποτήρι πάνω στο  τραπεζάκι και έκλεισε τα μάτια του  ευχαριστημένος που μια από τις ανάγκες του ικανοποιήθηκε, για  τις υπόλοιπες ….

Όλα ήταν  έτοιμα, όπως τα είχε σχεδιάσει. Είχε κατασκηνώσει σε  ένα άδειο βαγόνι  με όλα του τα σύνεργα και περίμενε το ζέσταμα  της μηχανής.

…………

« Επόμενη σταθμός Πλατύ Λαρίσης. Παρακαλούνται οι επιβάτες να….».

Μήπως δεν άκουσε καλά, πριν λίγο ήταν στο Σταθμό Λαρίσης στην Αθήνα, πόσες ώρες κοιμόταν; Πόσες είχες ανάγκη;Πολλές.

Ανέβασε αργά το βλέμμα του στο τραπεζάκι, το θερμός είχε λίγο μετακινηθεί. Το ανοξείδωτο υλικό αντανακλούσε τις ακτίνες του ήλιου και τον τύφλωνε. Κάτι άλλο υπήρχε από πίσω. Μια χάρτινη σακούλα, μια χρησιμοποιημένη χαρτοπετσέτα με ένα ρόδινο αποτύπωμα, λίγα ψίχουλα, ένα μισοφέγγαρο από ένα μουστοκούλουρο, ένα ζεστό μάλλινο μπεζ πουλόβερ, ένα χαμόγελο, μια ντροπαλή φωνή:

«Θέλεις ένα; Πάει με τη σοκολάτα;»

Πήγε κάτι να πει μα ένας κόμπος στάθηκε στο λαιμό. Βούρκωσε.

 

Σεπτεμβρίου 28, 2009

Eπιστροφή στα …γραφεία

Κατηγορίες: 106834, Σκέψεις — thalassinimatia @ 4:44 μμ

KOUTIA
Και να που ήρθε ο καιρός να γυρίσω και εγώ στη δουλειά μου μετά από 10 μήνες, πως πέρασε ο καιρός….
Σε 2 εβδομάδες το μικρό μας γίνεται ενός και δεν το πιστεύω!
Στην ίδια δουλειά, αλλά σε νέο γραφείο, πιο άνετο, με νέο αντικείμενο πράγμα που λειτούργησε θετικά στην επιστροφή μου . Με έπιασε λοιπόν μια διακοσμητική μανία που δεν μπορώ να σας τη περιγράψω!
Εκεί λοιπόν που κοιτούσα τα κουτιά με τα υλικά μου,βλέπω δύο ξύλινα λαμπαδόκουτα, βλέπω και τα βερνίκια, παραδίπλα ένα περιοδικό, ορίστε θα τα διακοσμήσω με τη τεχνική της χαρτοπετσέτας και θα χαρίσω το ένα σε μια πολύ αγαπημένη φίλη και το άλλο στο νέο μου συνάδελφο. Βέβαια το Πάσχα αργεί, αλλά μια χαρά στολίζει ένα τραπεζάκι ή μια σιφινιέρα ή γεμίζει με αρωματικά κεριά και ποτ πουρί ή ότι ο καθένας επιθυμεί!
Ηταν να μην αρχίσω… να και ένα φαναράκι που ήθελε το κάτι της του, να και ένας δίσκος και …. χρόνο να έχω και φτιάχνω ότι θέλετε!
Ετσι λοιπόν,ξεκίνησε με δημιουργικά και καλλιτεχνικά η επανείσοδός μου στον εργασιακό χώρο και ελπίζω να συνεχιστεί έτσι!
Να περνάτε καλά!
Σας φιλώ!

 

υγ.update, πως καμιά φορά τα πράγματα αλλάζουν …… και πόσο σημαντικό είναι να έχεις εκείνη  τη στιγμή καλούς συναδέλφους και φίλους , πρόθυμους να ακούσουν….

Σεπτεμβρίου 18, 2009

Στην αρχή ήταν

Κατηγορίες: Στίχους έφεραν τα κύματα — thalassinimatia @ 5:16 πμ

stone_shaped_heart_by_CatchMe_22
Στην αρχή ήταν σκοτάδι
είχε κρυφτεί στο ιδρωμένο χώμα
μην του το πειτε πως ακόμα αντέχω
να ζω χωρίς να έχω
το δικό του αποτύπωμα στο σώμα.

 

 

και δύο τραγούδια που ταιριάζουν με τον καιρό και όλο κάπου τα πετυχάινω.

και αυτό…

kαι τούτο, με υπέροχο videoclip και όχι μόνο

Σεπτεμβρίου 5, 2009

Αναπάντεχα…

Κατηγορίες: 106834, Σκέψεις — thalassinimatia @ 8:42 πμ

book30

Εχει ακόμα ζέστη. Κάποιες μέρες και υγρασία. Το σώμα συνεχίζει να κολλάει στα ρούχα. Ενα πολύχρωμο δεύτερο δέρμα ξαπλωμένο στο κρεβάτι.

Παγωτό βανίλια και  δροσερή σπιτική λεμονάδα.

Η παραλία ακόμα να αδειάσει και το φεγγάρι  αχνοφωτίζει τα κλεμμένα φιλιά στις γωνίες. Μόνο οι Κυριακές άλλαξαν. Γιατί δεν περιμένουν πια τις ξέγνοιαστες Δευτέρες. Η μεγάλη επιστροφή έχει ξεκινήσει εδώ  καιρό.

Τα πιο πολλά αμπέλια παραμένουν ακόμα ατρύγητα. Σαν το μωρό που λαχταρά το στήθος της μάνας και αυτή δεν του δίνει . Σαν τον ερωτευμένο που λαχταρά το φιλί που δεν έχει.

Και ξαφνικά ήθελα να κάνει κρύο. Να φορέσω το σοκολατί κασμιρένιο πουλόβερ και να χωθώ στη γωνιά μου δίπλα στο τζάκι.

Ετσι αναπάντεχα πεθυμησα τον χειμώνα…

Σεπτεμβρίου 2, 2009

Δώρο γεννεθλίων

Κατηγορίες: Παραμύθια — thalassinimatia @ 12:36 μμ

xenonas

Σάββατο βράδυ

 -Μα καλά, τι δώρο είναι αυτό που πήρατε στον πατέρα σας;

-Μα δεν έχει πολύ γέλιο!! Η Ελένη το σκέφθηκε πρώτη και θυμήθηκα που είχα δει ένα στο Octopus και ορίστε !

-Μόνο που θέλουμε τη βοήθειά σου!, είπε η Ελένη χαμογελώντας πονηρά στη μητέρα της!

-Συνωμοσία μου μυρίζει….για ν’ακούσω!

-Λοιπόν, θέλουμε όταν θα κοιμηθεί ο μπαμπάς να το βάλεις δίπλα του.

-Μα είσαστε στα καλά σας ;;; Θα τρομάξει!!Και εγώ μαζί του!

-Έλα βρε μαμά, τα γεννέθλιά του είναι ,ε…και  αν σας ενοχλεί, το παίρνουμε εμείς μετά!Ασε που νομίζω, θα του αρέσει του μπαμπά!

-Καλά……. Θα το βάλω , το πρωί όμως  σας θέλω εδώ για τις ευχές και για την πρωινή κατσάδα!

-Όχου καλά βρε μαμά., μην ανησυχείς, είχαμε σκοπό να μπουκάρουμε στο δωμάτιό σας για να δούμε την έκφρασή του! Πάμε πλατεία τώρα με τα παιδιά. Τα λέμε το βράδυ!

 Ξημερώματα Κυριακής

 Δεν είχε πολύ ύπνο σήμερα. Όχι επειδή η μέρα θα τον έβρισκε κατά ένα χρόνο  μεγαλύτερο, αλλά επειδή δεν μπορούσε ακόμα να πιστέψει  ότι  είχαν περάσει κιόλας πέντε μήνες από τότε που ήρθαν να εγκατασταθούν μόνιμα στο χωριό. Το είχε συζητήσει και παλιότερα με τη Δέσποινα και δεν είχε πρόβλημα, εφόσον, θα φτιαχνόταν το παλιό σπίτι του παππού και  θα έβρισκαν και οι δυό τους απασχόληση στο αντικείμενό τους.  Μερικές φορές όμως χρειάζεται και λίγη τύχη. Έτσι όταν τους τηλεφώνησε ο αδελφός του ότι κάποιοι γνωστοί του θέλουν να αναβαθμίσουν την οικογενειακή επιχείρηση και ζητάνε λογιστή αλλά και άτομο με διοικητικές ικανότητες, δεν το σκέφθηκαν και πολύ. Τα λεφτά που είχαν  στην άκρη έφταναν και με το παραπάνω για τις βασικές μετατροπές. Έμενε μόνο να κοιτάξουν από πλευράς σχολείων τι γινόταν και όταν βεβαιώθηκαν  ότι όλα ήταν εντάξει και σε αυτόν τον τομέα, τους το ανακοίνωσαν με φόβο θεού και πίστεως! Τα παιδιά τέλειωναν το Γυμνάσιο και ενώ στην αρχή είχαν αμφιβολίες κατά πόσο θα τους έκανε καλό μια τέτοια αλλαγή αρχές λυκείου, όταν τους  ρώτησαν πως θα τους φαινόταν αυτή η  μετακόμιση, εισέπραξαν ένα μεγάλο χαμόγελο. Εξάλλου οι πιο πολλοί φίλοι τους είναι κάτω, όπως επίσης και τα ξαδέρφια τους, θα είχε ο καθένας δικό του δωμάτιο, και ειδικά για το Μιχάλη  μια μεγάλη μπασκέτα στο πίσω μέρος του κήπου για να προπονείται όποτε θέλει.

Και τώρα…..

Ξαπλωμένος στο διπλό σιδερένιο κρεβάτι, δεν ξέρει τι να πρωτοκοιτάξει. Μήπως ονειρεύεται; Η Δέσποινα δίπλα xen2του έχει χωθεί στην αγκαλιά του. Η αλλαγή αυτή αναθέρμανε τη σχέση τους και αισθανόντουσαν και οι δυο όπως νιόπαντροι , τότε που ξεκίναγαν να γεμίσουν το πρώτο τους σπίτι στο Μοσχάτο με όνειρα.  Απέναντι το παλιό τζάκι περιμένει τα πρώτα κρύα για να τους ζεστάνει. Στο δωμάτιό τους όπως και  σε όλο το σπίτι, προσπάθησαν να διατηρήσουν ακέραια όλα τα παραδοσιακά στοιχεία που υπήρχαν , τόσο αρχιτεκτονικά όσο και από πλευράς επίπλων. Το παλιό λαβομάνο δίπλα στο παράθυρο, δώρο γάμου της γιαγιάς Μαρίκας , οι χτιστοί καναπέδες στον οντά με το χαμηλό μπακιρένιο τραπεζάκι μπροστά, τα πλεκτά κουρτινάκια πάνω από το παράθυρο της κουζίνας, φαινόντουσαν σαν να ξεπηδούσαν από  κάποιo μακρινό παραμύθι.

Σηκώθηκε απαλά για να μην ξυπνήσει τη καλή του και πήγε προς το παράθυρο. Σε λίγο θα ξημέρωνε και θα κυριαρχούσε η πρωινή καλημέρα του Στρατηγού. Έτσι είχαν βαφτίσει τα παιδιά τον κόκορα του κυρ Νίκου , του γείτονά τους. Περπατούσε τα πρωινά καμαρωτός καμαρωτός με το μεγάλο κόκκινο λοφίο του και από πίσω σε παράταξη τα γυναικόπαιδα.  « Κι κι ρικούυυυυυυυυυυυυυυυ», μια, δυο, τρείς στις τέσσερις φορές σταματούσε όταν έβλεπε να ξυπνά ο αφέντης τους .

Νοιώθει τα βλέφαρά του βαριά. Ξανακλείνει τα μάτια και περιμένει το σύνθημα του Στρατηγού. Μα πολύ αργεί σήμερα, τι να συμβαίνει;;

 Δεν της χόρταινε τις Κυριακές στο χωριό.  Έτσι όπως είναι χωμένο ανάμεσα στις πορτοκαλιές και τα αμπέλια και πιο πέρα η θάλασσα να απλώνει το γαλάζιο σεντόνι της. Ήθελε από τη μια να ξημερώσει η μέρα και από την άλλη να μην τελειώσει γρήγορα. Είχε μια όμορφη ιεροτελεστία που άρεσε σε όλη την οικογένεια. Θα σηκωνόταν συνήθως πρώτος το πρωί και θα πήγαινε να ανάψει ένα κεράκι και μετά στο φούρνο για τυρόπιτες και  ζυμωτό ψωμί. Θα έπαιρνε το πιο μακρύ δρόμο γιατί του άρεσε η πρωινή βόλτα ανάμεσα στα σοκάκια, έκλεβε που και που κανένα φοθρνοσκλωνάρι μαντζουράνα και το  έβαζε στη τσέπη του. Μια τελευταία στάση στο περίπτερο του Μιχάλη για εφημερίδα και μετά πάλι στο σπίτι όπου θα τον περίμενε ένα μοσχομυριστό καφεδάκι κάτω από τη κληματαριά. Αφού θα χαλάρωνε με τη καλή του, θα πήγαινε στο παλιό κατώι του σπιτιού που το είχε διαμορφώσει σαν κελάρι, για να το συμμαζέψει λίγο και να ανεβάσει στη Δέσποινα λίγο λάδι καθώς και τη πήλινη γάστρα για το κυριακάτικο ψητό. Χοιρινό με πατάτες, ψημένο αργά, gastraαργά στο παλιό χτιστό φούρνο  της αυλής, και σερβιρισμένο σε λεμονόφυλλα! Θυμόταν μικρός να περιμένει με αγωνία τη γιαγιά του να ανοίξει το φούρνο για να δοκιμάσει πρώτος από το περίφημο καρβέλι της και μετά να βουτήξει κλεφτά μια μπουκιά στη σάλτσα από το μαγειρευτό της.

………………………….. 

«Κυρ, κυρ κυρ κιρίκουυυυυυυυυυυυυυ», μια , δυο, τρείς, τέσσερις, πέντε, ανοίγει τα μάτια με δυσκολία, έξι, επτά φορές, μα τι συμβαίνει;;

Η  Δέσποινα αλαφιασμένη, έχει απλώσει το μπράτσο της από πάνω του τεντώνεται να φτάσει για κάποιον άγνωστο λόγω στο κομοδίνο του  ενώ η πόρτα ανοίγει ξαφνικά και τα παιδιά ορμάνε πάνω του.

- «Χρόνια πολλά μπαμπάααααα»! Του λένε ταυτόχρονα ενώ ήδη χοροπηδάνε πάνω στο κρεβάτι λες και είναι πέντε χρονών.

-Για πες σου άρεσε το δώρο μας;;;;;; Σου φέραμε τον Στρατηγό!!!!

-Μα τι είναι αυτά που λέτε; Δέσποινα τι  συμβαίνει;

-Χρόνια πολλά αγάπη μου, η ιδέα ήταν των παιδιών …. Για κοίτα λίγο στο κομοδίνο σου.

 Με το κεφάλι ακόμα θολωμένο από το απρόσμενο ξύπνημα, γυρνά και βλέπει αυτό που προσπαθούσε να φτάσει με το χέρι της  η Δέσποινα πριν λίγο.  Έχει ψηλό κόκκινο λοφίο , καφέ σώμα και  φουντωτή ουρά, να και λίγο πράσινο στο πλάι, η αλήθεια είναι αυτό το ηλεκτρονικό ξυπνητήρι του μοιάζει αρκετά!

Όλα ήταν ένα όνειρο λοιπόν; Είναι ακόμα στην Αθήνα στο διαμέρισμά τους. Κι όμως όλα όσα ονειρεύτηκε είναι εδώ δίπλα του. Στην αγκαλιά του… Για τα άλλα έχει ο θεός!

 …………………………………….

 Και μερικές φωτογραφίες από ένα σύντομο αλλά όμορφο διήμερο στην Επίδαυρο.

Βόλτες ανάμεσα στις πορτοκαλιές, ζυμωτό ψωμί, ουζάκια, θάλασσα , μαγειρευτά στου “Λεωνίδα” και το βράδυ…. Ένα ονειρεμένο « Χειμωνιάτικο Παραμύθι» του Shakespeare, σε μια  πρωτοποριακή σκηνοθεσία του Sam Mendes  με τον Ethan Hawk μεταξύ άλλων  ηθοποιών.

 

(οι δυο πρώτες φωτό από τον Ξενώνα ” Στρατής” στον Αποκόρωνα Χανίων, από τους πιο όμορφους, δείτε εδώ,

η γάστρα, δική μου , το νέο μου απόκτημα από τα χανιά, και τα απομεινάρια από το μοσχαράκι με τα λαχανικά!)

 IMG_1314Kαλό μήνα σε όλους!

 

 

 

 

 Σοκολατένια βότσαλα σε ένα μικρό απόμερο κολπίσκο

 

ekklisaki      Με ένα εκκλησάκι από πάνω….

 

 

 

 

 

 

epidav1

 

 

Λίγο πριν….

 

 

 

 

epid2

 

Κατά τη διάρκεια…

 

 

 

 

 

 

epid3

 

 

 στο πέμπτο χειροκρότημα!

Αυγούστου 26, 2009

“το ανεκπλήρωτο παραμένει αναπόδραστο”- Β΄ μέρος, η λύση του γρίφου…

Κατηγορίες: Αφιερώματα — thalassinimatia @ 4:47 μμ

paris love

Η ζωή παίζει παιχνίδια και βάζει η ίδια τους κανόνες, χωρίς να μας ρωτάει. Μας κάνει να αναρωτιόμαστε  για τις επιλογές μας, ήταν, δεν ήταν οι σωστές, μήπως τις κάναμε νωρίς, μήπως αργήσαμε, μήπως πιεστήκαμε, μήπως φοβηθήκαμε, μήπως , μήπως και τελειωμό δεν έχουν τα μήπως και τα αν.

 Και καλά κάνουν και δεν έχουν γιατί άμα όλα ήταν στρωτά και καλοσιδερωμένα ή ζωή δεν θα είχε γούστο. Βέβαια ίσως μερικές φορές το παρακάνει, ειδικά όταν αποδεικνύεται -συνήθως στο τέλος-ότι οι επιλογές δεν ήταν και οι καλύτερες, και  το βάρος τους είναι   δυσβάσταχτο.

 Τότε  δεν έχεις άλλο παρά να  ξεκινήσεις πάλι από την αρχή – αν δεν είναι αργά και έχεις το κουράγιο – ή…… ψάχνεις,  να βρείς ένα αποκούμπι, να εξισορροπήσεις  τα καλώς με τα κακώς κείμενα, κάτι για να πορευτείς εν  ηρεμία το υπόλοιπο της ζωής σου αλλά και πάλι…..

 « το ανεκπλήρωτο παραμένει αναπόδραστο»,

 Όχι μόνο για την Ελισάβετ Παπαντωνίου,την ηρωίδα του νέου βιβλίου της Πέρσας Κουμούτση, «Καφέ Κλεμέντε» αλλά για πολλούς από εμάς. Αυτή η φράση θα μπορούσε να χαρακτηρίζει και τη Περσεφόνη, την ηρωίδα του πρώτου της βιβλίου « Αλεξάνδρεια, στο δρόμο των ξένων», απ’όπου και το 2ο απόσπασμα του προηγούμενου ποστ.

klementeΣας έχω ξαναπεί ότι μου αρέσουν τα βιβλία που έχουν κάτι να πουν και με τρόπο σαφή χωρίς πολλές φιοριτούρες και άλλα κόλπα εντυπωσιασμού. Φέτος είχα αρκετό χρόνο να διαβάσω βιβλία. Πολλά βιβλία, νομίζω περισσότερα από  ποτέ.

Τώρα που σας γράφω έχω τη βιβλιοθήκη απέναντί μου και κοιτάω τους τίτλους. Μερικοί απλώς δεν μου θυμίζουν απολύτως τίποτα. Ένα γενικό πλαίσιο ίσως και αυτό είναι όλο. Δεν είναι όλα τα βιβλία  ίδια όπως και δεν είναι όλες οι στιγμές ίδιες. Άλλες φορές έχουμε ανάγκη να διαβάσουμε κάτι ποιο βαθύ, άλλες κάτι απλά για να περάσει ευχάριστα η ώρα. Στην Κρήτη μέσα σε όλα αυτά που μας έτυχαν είχα την ευκαιρία να διαβάσω και να απολαύσω πραγματικά τα δύο παραπάνω βιβλία.

Δύσκολες επιλογές ανθρώπων μέσα σε ένα περίπλοκο πολιτικό κλίμα, είτε στο Παρίσι την εποχή του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, είτε στην Αλεξάνδρεια και τα γεγονότα που ανάγκασαν πολλούς Αιγυπτιώτες να φύγουν και να ξεκινήσουν μια νέα ζωή στην Ελλάδα. Ανάμεσα σε αυτούς και η οικογένειά της μητέρας μου. Το μικρό μπακάλικο του παππού μου κατασχέθηκε όπως και το σπίτι που έμεναν. Άλλος δρόμος από την επιστροφή στην Ελλάδα δεν υπήρχε και αυτός δεν ήταν εύκολος. Και τα δύο αυτά βιβλία λοιπόν είχαν πολλά να μου πουν και να μου θυμίσουν. Αλλά και πάλι, είναι τόσο αληθινές και απέριττες οι περιγραφές, που σε βάζουν αμέσως στο κλίμα και στην αγωνία των πρωταγωνιστών ακόμα και αν δεν υπάρχουν οικογενειακές μνήμες να τις υποστηρίζουν.

Η πλοκή είναι ξεκάθαρη και δεν σε μπερδεύει.  Οι αναφορές στα ιστορικά και πολιτικά δρώμενα της εποχής γίνονται ένα  σώμα με την ιστορία και τους ήρωες και δεν κουράζουν καθόλου. Αντιθέτως  σε βοηθούν να καταλάβεις τις επιλογές τους και να συμμετάσχεις στη δική τους αγωνία. Με άλλα λόγια παίρνουν σάρκα και οστά μπροστά σου και αυτό είναι που με μάγεψε στα δύο βιβλία και ειδικά στο «Καφέ Κλεμέντε». Ταξίδι, ιστορία, προβληματισμός, έρωτας, αγωνία, πόνος, λύτρωση.

 Μια γοητευτική γυναίκα που υπήρξε διάσημη ηθοποιός  την εποχή του Μεσοπολέμου, αναπολεί το παρελθόν της , τα πρώτα της βήματα στην  Αλεξάνδρεια,  τη ταυτόχρονη γνωριμία της  με δύο άντρες τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους, την επιλογή που πήρε και τη στιγμάτισε για πάντα, το νοσταλγικό Παρίσι των θεαμάτων και της αναπόλησης.

 «Καφέ Κλεμέντε ….. Όπως εκείνο του πατέρα της ….Ενας μικρός και εξαιρετικά κομψός χώρος όπου κορυφωνόταν η νοσταλγία της για την αγαπημένη πατρίδα. Και κάθε φορά που καθόταν εκεί, οι αναμνήσεις έστηναν τρελό χορό….

Έστριψε στο επόμενο τετράγωνο δεξιά, και σε λίγα λεπτά βρέθηκε στο αγαπημένο της στέκι

 

………. η συνέχεια στα βιβλιοπωλεία…… και ένα μικρό δείγμα εδώ http://www.psychogios.net/book.asp?cid=22711

                                                                                              ——————–

 Πριν κλείσω αυτό το ποστ θα ήθελα να προσθέσω λίγα λόγια για τη συγγραφέα που είχα την τιμή και τη χαρά να γνωρίσω πριν λίγο καιρό από κοντά. Που να φανταζόμουν όταν ακόμα στο Λύκειο χανόμουν στη βιβλιοθήκη του θείου μου και διάβαζα τα έργα του νομπελίστα αιγύπτιου συγγραφέα Naguib Mahfuz, ότι μετά από χρόνια θα γνώριζα τη μεταφράστρια των έργων του.

Καλοτάξιδο το νέο σου βιβλίο Πέρσα μου και περιμένουμε και άλλο σύντομα!

Αυγούστου 19, 2009

“το ανεκπλήρωτο παραμένει αναπόδραστο”- α΄ μέρος

Κατηγορίες: 106834, Αφιερώματα, Σκέψεις — thalassinimatia @ 11:22 πμ

30s_actress_in_negative_by_Jefimija

“…. Θεέ μου , πόσο εύκολα ξεκλειδώνει τελικά η μνήμη… Φτάνει να την αφήσεις να πάρει την πρώτη ανάσα, την πρώτη βαθιά πνοή, και τότε ξεπετάγεται σαν το τζίνι του παραμυθιού μέσα από το σφραγισμένο της μπουκάλι. Και η μνήμη δεν είναι παρά μια άλλη μορφή αλήθειας που πάντα ξεπετιέται ολόγυμνη μπροστά στα μάτια των ανθρώπων, και αυτή συνήθως η τιμωρία τους για τις προσπάθειές τους να την απαλείψουν από το μυαλό και από τη συνείδησή τους.

Επικεντρώνει πάλι το βλέμμα της στο φιλντισένιο κουτί, το σκαλίζει νευρικά, σχεδόν απελπισμένα με τα δάχτυλά της μήπως βρει και κάτι άλλο, ίσως μια φωτογραφία του Αλέξανδρου. Δε θυμάται καθόλου τα χαρακτηριστικά του. Ανοίγει όλα τα χαρτιά, τους κιτρινισμένους φακέλους, μα δε βρίσκει τίποτε που να την οδηγεί σ’αυτόν. Μόνο κάποιες φωτογραφίες της και παλιοί λογαριασμοί από φημισμένα εστιατόρια της  Ευρώπης υπάρχουν εκεί μέσα.

Η ατελέσφορη αυτή αναζήτηση φουντώνει τη λαχτάρα-μάλλον τη περιέργειά της που είχε και αυτή μουδιάσει-, μαζί με την άρνησή της να κλείσει πάλι το κουτί και να τι καταχωνιάσει εκεί που βρισκόταν θαμμένο μέχρι πριν από λίγο, για πολλά χρόνια.

«Ο, τι μας πονά, δεν είναι απαραίτητο να το θυμόμαστε», ψέλλισε μηχανικά, σχεδόν ασυνείδητα-ή μήπως όχι;»

———–

 « Η απόφαση του Παναγιώτη την άφησε άφωνη. Δεν περίμενε ποτέ πως ένας άνθρωπος σαν αυτόν θα εγκατέλειπε την οικογένειά του για να υπηρετήσει τα ιδανικά του, Στη μνήμη της έτρεξε η αναπάντεχη συνάντηση στο σκοτεινό σοκάκι εκείνη τη ζεστή νύχτα του ραμαζανιού πριν από περίπου έξι χρόνια και ένα δάκρυ κύλησε αργά στο μάγουλό της. Η δύναμη που ασκούσε ακόμα η θύμησή του πάνω της, ήταν  μεγάλη και ακατάληπτη. Ποια δύναμη άραγε είναι αυτή που εξουσιάζει τις ψυχές μας με τόση αυθαιρεσία και μας κάνει αιώνιους υπόδουλους μια θύμησης ενός προσώπου, μιας εικόνας, μιας ιδέας ή ακόμα μιας πατρίδας; Πως είναι δυνατόν να τον σκέφτεται με τόση συγκίνηση μετά από έξι ολόκληρα χρόνια απουσίας;»

—————-

Η δύναμη της μνήμης είναι τεράστια ειδικά όταν αφορά ένα απωθημένο, κάτι που μας στιγμάτισε έντονα και δεν πρόλαβε να εκπληρωθεί. Πως να αποδράσει κανείς από ένα άρωμα, ένα άγγιγμα, ένα χρώμα που κάπου, κάποτε  κάποιος μας μετάγγισε με θέρμη;    Μήπως   γιατί  «  το ανεκπλήρωτο παραμένει αναπόδραστο» ;

————-

Θα νοιώσει ξανά τη ζεστασιά της αγκαλιάς του Αλέξανδρου;

Θα καταφέρει ο Παναγιώτης να φέρει την  κρυφή αγάπη του, στη δική του;

…….. συνεχίζεται……

Αυγούστου 13, 2009

Ακαυτες ευχές

Κατηγορίες: Σκέψεις — thalassinimatia @ 9:14 πμ

memory boxΚάθε πεφταστέρι και μια ευχή

από τα μικράτα μου,

γραμμένη με αστρόσκονη στον ουρανό,

κρυμμένη σε ένα μικρό ψάθινο κουτί που μυρίζει αναμνήσεις.

Ενα αποξηραμένο κόκκινο τριαντάφυλλο – το πρώτο που πήρα-, εισιτήρια λεωφορείου με τριάντα δραχμές, το παλιό κοκαλάκι μαλλιών, ένα μισοξυσμένο μολύβι, μια κασέτα tdk με slow, ένα εισιτήριο από μια συναυλία των Πυξ Λαξ στο Καφεθέατρο στη Κοδριγκτώνος,το παλιό ρολόι που δείχνει τρείς και τέταρτο, μια φωτογραφία απο το φροντιστήριο,το πρώτο τσιγάρο, άκαυτο σχεδόν.

Ευχές αθώες , εφηβικές, άκαυτες μέσα σε ένα ψάθινο κουτί.

 

 

Αυγούστου 6, 2009

“-Ε λα ντε τι άλλο;”

Κατηγορίες: 106834 — thalassinimatia @ 9:48 πμ

couple

Ο Ρούλης το σκεφτότανε εδώ και καιρό. Έπρεπε με κάποιο τρόπο να αλλάξει τα δεδομένα. Δεν πήγαινε άλλο αυτή η ιστορία! Γκρίνια , γκρίνια από το πρωί ως το βράδυ και μάλιστα εις διπλούν! Γιατί δεν του έφτανε αυτή της γυναίκας του αλλά είχε και δωράκι αυτή της κουνιάδας του! Και όποτε πήγαινε να αρθρώσει λέξη, άλλαζαν χίλια χρώματα, ορθώνονταν πάνω από το κεφάλι του σαν μεγάλες πράσινες κατσαρίδες και του έπαιρναν το μυαλό με το μπούρου μπούρου και ο Ρούλης ο Μικρούλης πήγαινε να χωθεί στη κουζίνα να διαβάσει την εφημερίδα του.

 Η κουζίνα …..το καταφύγιο και η φυλακή του ταυτόχρονα….  Για  την γυναίκα του ήξερε και πριν παντρευτούν ότι δυο τρία πιάτα ήξερε να φτιάχνει, τα συνηθισμένα, κανένα κοτόπουλο στο φούρνο, κανένα μπιφτέκι, γεμιστά ενίοτε αλλά αυτή η κουνιάδα του…. Χριστέ μου, ήταν καταστροφή σκέτη! Και ειδικά στα γλυκά ο διάολος ο ίδιος! Ο πάγκος της κουζίνας ήταν γεμάτος με σιδερένια κουτιά που κρύβανε χίλια δυο μπισκοτάκια και κουλούρια. Με ζάχαρη κρυσταλλωμένη και κανέλλα, με σοκολάτα και πορτοκάλι, με φρούτα αποξηραμένα και ξηρούς καρπούς σε σχήματα μυστήρια και παράξενα που σε τραβούσαν να τα περιεργαστείς με τις ώρες, να τα μυρίσεις  και μετά να τα καταβροχθίσεις με βουλιμία!Στο ψυγείο είχε κάθε μέρα και δυο διαφορετικά γλυκά, άλλο για το μεσημέρι, άλλο για το βράδυ. Άσπιλο Μιλφείγ και κολασμένο προφιτερόλ σημειώσατε χι. Ήταν σίγουρος ότι κάτι έβαζε μέσα στα γλυκά, γιατί όλη την ώρα έτρωγε, έτρωγε και ούτε νερό δεν έπινε, έτσι λίγο βρε αδερφέ να ξεπλυθεί λίγο η γλύκα. Τίποτα αυτός….την ήθελε αυτή τη γλύκα, την αποζητούσε γιατί άλλου είδους γλύκα δεν είχε καπούτ, γιοκ, νιχτσ, πως το λένε αυτοί οι ξενόγλωσσοι.

tired man Ώσπου  μια  μέρα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και τρόμαξε! Έκλεισε τα μάτια, τα άνοιξε πάλι, τίποτα. Που πήγαν τα πυκνά ξανθά μαλλιά του; Δυο τρείς γουρουνότριχες δεξιά και αριστερά πάνω από τα αυτιά και αυτό ήταν όλο. Και μετά άρχισε να μετράει, μια ,δυο, τρεις, τέσσερις στο πέντε σταμάτησε…δεν άντεχε άλλο να βλέπει τις δίπλες στο σώμα του. Αυτό δεν ήταν κορμί ήταν ακορντεόν! Έμεινε με το στόμα ανοιχτό να κοιτάζει τον άλλο του εαυτό χαμένος… Το στόμα είπα; Αμέσως το έκλεισε για να μη βλέπει τα κιτρινισμένα και φαγωμένα του δόντια, όσα του είχαν απομείνει δηλαδή.

 

 Ως εδώ ήταν! Αναφώνησε με όση δύναμη του είχε απομείνει. Έδωσε μια και πέταξε κάτω τον καθρέφτη να μην τον βλέπει. Θα αγόραζε άλλο, σάματις δεν ήταν και τίποτα σπουδαίο, από πλαστικό πλαίσιο γύρω γύρω, από αυτούς που βρίσκεις στις λαϊκές.

sisters Άκουσαν το σαματά οι κοκόνες και κλιτσ κλιτσ έφεραν τα πασουμάκια τους μέχρι υπνοδωμάτιο. Πρώτη και καλύτερη η δικιά του. Το εμπριμέ φορεματάκι σήμα κατατεθέν της -από το πρωί ως το βράδυ το ίδιο φορούσε, το έπλενε, το έβαζε, το έπλενε, το έβαζε- με τις μεγάλες πορτοκαλί μαργαρίτες, στάθηκε μπροστά του και κοίταζε μια τον άδειο τοίχο, μια τον καθρέφτη στο πάτωμα. Από πίσω και η κουνιάδα, με τα φιστίκια στο χέρι και εκείνο το ενοχλητικό τσίκι τσίκι όλη την ώρα που του έσπαγε τα νεύρα γιατί δεν σταματούσε ούτε όταν μίλαγε.

-Τσικι τσικι τσικι, τι έγινε γαμπρέ μου, τι σου έφταιξε τσικι τσικι ο καθρέφτης;

-Τον βαρέθηκα, θα πάρουμε άλλον καλύτερο. Και βγάλε πια και αυτά τα φιστίκια από το στόμα σου όταν μιλάς, έλεος πια. «Τσικι , τσικι το φιστίκι σαν Αρμένισσα κυρά», για σένα νομίζεις το έγραψε ο Νταλάρας;;

-Μα τον είχα συνηθίσει , δεν θέλω άλλον!! Πετάχτηκε η δικιά του, χτυπώντας το  πορτοκαλί ασορτί πασουμάκι της στο πλακάκι.

Και μη μου ξαναυψώσεις τη φωνή εμένα γιατί……

-Γιατί τι;;; Δεν κατάλαβα! Που δεν πετάς ποτέ τίποτα και ότι παλιό βρίσκεις το κουβαλάς και το έχεις κάνει εδώ μέσα λαϊκή αγορά!  Αντί να έχουμε κάτι μοντέρνο στο σπίτι! Από εδώ και στο εξής όλα αλλάζουν! Άντε μπράβο! Κάθε μέρα τα ίδια και τα ίδια! Φεύγω πάω για δουλειά,και όταν επιστρέψω το νου σας! Να φροντίσετε να αλλάξετε κάτι γιατί και εγώ δεν ξέρω τι θα κάνω!

Πήρε παραμάσχαλα τον καθρέφτη και έδωσε μια στη πόρτα και έφυγε.

-Όχου κακό που μας βρήκε,τσίκι, τσίκι καλέ αδελφούλα μου τι έπαθε τούτος; Τι θα κάνουμε τώρα, τη βολή μας θα χάσουμε!, αναφώνησε η αρμένισα κυρά.

-Βαι, βαι, βαι, και τι να αλλάξουμε μέχρι το μεσημέρι. Το σπίτι θέλει λεφτά. Το φουστανάκι μου εγώ πάντως δεν το βγάζω. Το έχω συνηθίσει και με βολεύει. Να αλλάξουμε τα μαλλιά μας;

-Απαπα, καλύτερα πιασμένα σε κότσο ψηλά, τσίκι,τσίκι, άμα τα λύσουμε θα πρέπει να τα χτενίζουμε κιόλας.

-Να του φτιάξουμε  άλλα γλυκά; Βρε συ; Μπας και δεν τα φτιάχνεις καλά τώρα τελευταία; Παλιά μπουκωνόταν στη κουζίνα και δεν μίλαγε.Είχε μια ωραία ησυχία το σπίτι. Άντε  να τη βρεις τώρα!

-Α για σε παρακαλώ, μια χαρά είναι τα γλυκά μου. Τσίκι, τσίκι, τσίκι.Το μπολ με το προφιτερόλ ήταν άδειο σήμερα το πρωί. Να φτιάξω άλλο γλυκό λες;

-Α όχι γιατί έχω συνηθίσει μετά το φαγητό να τρώω κανένα ψυχαλάκι μιλφειγ και το βράδυ ένα μπαλάκι προφιτερόλ. Αλλιώς δεν κοιμάμαι.

-Ε τι να αλλάξουμε τότε; Τσίκι, τσίκι. Κάτι πιο μοντέρνο λέει….

-Α μου ήρθε μια ιδέα! Μα ναι αυτό είναι!

-Τσίκι , τσίκι, για πες;

-Θα αλλάξουμε τα ονόματά μας

-Μα τι λες ;; Τσίκι, τσίκι. Πρέπει να πάμε στην αστυνομία για αυτό και βαριέμαι τις διαδικασίες.

-Θα τα κάνουμε πιο μοντέρνα εννοώ. Πως η Κατίνα του Θωμά έγινε Κάθριν απ’όταν γύρισε από τα ξένα;

-Και τι θα πάμε στα ξένα; Θα φύγουμε; Τσικι, τσίκι , τσίκι δεν θέλω!!

-Μα δεν καταλαβαίνεις τι σου λέω. Θα κάνουμε τα ονόματά μας πιο μοντέρνα. Να εσύ για παράδειγμα από Τερηδόνα, λέω να γίνεις Ντόνα και εγώ από Συνήθεια, λέω να γίνω …. Σίνθια! Ντόνα και Σίνθια τι λες θα του αρέσει;

-Αχ τι ωραία! Πάντα ήθελα να γίνω μια Ντόνα!Τσίκι, τσίκι! Σίγουρα θα του αρέσουν. Είναι και μοντέρνα! Τι άλλο να ζητήσει; Τσίκι, τσίκι, τσίκι.

-Ε λα ντε τι άλλο;

 

………………………………………………….

 Εμπνευσμένο από μια φίλη μου που παλεύει με τη «Σίνθια» και ένα περιστατικό απίστευτης τερηδόνας που μου διηγήθηκε η κουνιάδα μου που είναι οδοντίατρος!

 

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.