
Έχει ομίχλη.
Εντός και εκτός.
Όχι αρκετά πυκνή όμως. Σαν πέπλο έμοιαζε, ίσα ίσα που θόλωνε τις μορφές και τις μάζες.
Στην προβλήτα δεν έχει πολύ κόσμο. Πέμπτη χαράματα, μια απλή καθημερινή ή μήπως όχι;
Το εισιτήριο έχει αρχίσει να φθείρεται ήδη. Από τότε που το πήρε, όλο το κοιτά, το γυρίζει από εδώ, διαβάζει τους κωδικούς, τους απομνημονεύει, διαβάζει τους όρους του ταξιδιού , αυτούς με τα ψιλά γράμματα, τα μάτια πονάνε αλλά επιμένει. Φοβάται τα ψιλά γράμματα γιατί αν δεν έκρυβαν κάτι θα ήταν σε μεγαλύτερη γραμματοσειρά. Θα ήταν φάτσα κάρτα, ταμπέλα ολόκληρη να προειδοποιούν για τους όρους του ταξιδιού, ναι εντάξει θα χρειαζόταν τότε πιο πολύ χαρτί ε και;
Από μακριά ακούγεται το αγκομαχητό της αμαξοστοιχίας. Πώς να φρενάρεις ένα τέτοιο σώμα; Μπαίνει μέσα. Άδεια βαγόνια. Δεν ξέρει πιο να διαλέξει. Θα προτιμούσε κάποια να ήταν γεμάτα για να μπορέσει να τα αποκλίσει δια της άτοπου απαγωγής. Τώρα πρέπει να επιλέξει. Επιλέγει, το δεύτερο δεξιά. Όταν θα αρχίσουν το νανούρισμά τους οι ράγες, βολεύει πιο πολύ να γύρει δεξιά. Τακτοποιεί τα πράγματα με τρόπο που θα κάνουν το ταξίδι πιο άνετο. Η μεγάλη βαλίτσα με τα ρούχα έχει μπει στο πάνω ράφι . Έχει δίπλα μόνο το παλιό σακίδιο. Από τη σχολή είχε να το χρησιμοποιήσει. Στη μια τσέπη βρήκε μάλιστα και διάφορα απομεινάρια του χρόνου. Ένας διαφημιστικός αναπτήρας, μια σκισμένη σελίδα από το παλιό organizer, η αρχή ενός τηλεφώνου, δίπλα ένα Κ.Λ ένας ζωγραφισμένος ήλιος…Για κάποιο λόγο δεν πετάχτηκαν τότε. Με τον χρόνο έγιναν ένα με το σακίδιο, απέκτησαν δικαιώματα. Αποφάσισε να μην τους κάνει έξωση μετά από τόσα χρόνια.
Στην εσωτερική θήκη το θερμός με τη ζεστή σοκολάτα , μερικές έξτρα κουταλιές για να είναι το μίγμα πηχτό και να στέκεται πρώτα στο στόμα και μετά στο λάρυγγα. Σαν γευσιγνωσία παλιού γλυκόπιοτου κρασιού. Παραδίπλα δύο βιβλία. Ένα πολυδιαβασμένο με τσακισμένες σελίδες και υπογραμμίσεις και ένα νέο που περίμενε με λαχτάρα το πρώτο άγγιγμα. Εδώ και μέρες, μήνες μπορεί και χρόνια. Εξώφυλλο λουστραρισμένο, σελίδες ατσαλάκωτες. Τίτλος ίδιος. Αποφάσισε να παίξει ένα παιχνίδι. Να ξαναδιαβάσει το ίδιο βιβλίο και να δει αν θα τον συγκινούσαν τα ίδια πράγματα, αν θα στεκόταν στις ίδιες λέξεις, στα ίδια σημεία.
Τη σιντιέρα την άφησε δίπλα στο κομοδίνο. Για πρώτη φορά δεν ήθελε μουσική μαζί του. Του έφταναν οι ήχοι του ταξιδιού. Οι ράγες, τα βήματα, το ρούχο που βγαίνει, το τσιγάρο που ανάβει, η ανάσα η αργή, η ανάσα η γρήγορη, η αναγγελία της επόμενης στάσης. Δίπλωσε το κυπαρισσί μπουφάν και το στρίμωξε ανάμεσα στο πρόσωπό του και το υγρό παράθυρο Ανοιξε το θερμός , έριξε λίγη σοκολάτα σε ένα πλαστικό ποτήρι και την κατέβασε αργά. Άφησε το ποτήρι πάνω στο τραπεζάκι και έκλεισε τα μάτια του ευχαριστημένος που μια από τις ανάγκες του ικανοποιήθηκε, για τις υπόλοιπες ….
Όλα ήταν έτοιμα, όπως τα είχε σχεδιάσει. Είχε κατασκηνώσει σε ένα άδειο βαγόνι με όλα του τα σύνεργα και περίμενε το ζέσταμα της μηχανής.
…………
« Επόμενη σταθμός Πλατύ Λαρίσης. Παρακαλούνται οι επιβάτες να….».
Μήπως δεν άκουσε καλά, πριν λίγο ήταν στο Σταθμό Λαρίσης στην Αθήνα, πόσες ώρες κοιμόταν; Πόσες είχες ανάγκη;Πολλές.
Ανέβασε αργά το βλέμμα του στο τραπεζάκι, το θερμός είχε λίγο μετακινηθεί. Το ανοξείδωτο υλικό αντανακλούσε τις ακτίνες του ήλιου και τον τύφλωνε. Κάτι άλλο υπήρχε από πίσω. Μια χάρτινη σακούλα, μια χρησιμοποιημένη χαρτοπετσέτα με ένα ρόδινο αποτύπωμα, λίγα ψίχουλα, ένα μισοφέγγαρο από ένα μουστοκούλουρο, ένα ζεστό μάλλινο μπεζ πουλόβερ, ένα χαμόγελο, μια ντροπαλή φωνή:
«Θέλεις ένα; Πάει με τη σοκολάτα;»
Πήγε κάτι να πει μα ένας κόμπος στάθηκε στο λαιμό. Βούρκωσε.




του έχει χωθεί στην αγκαλιά του. Η αλλαγή αυτή αναθέρμανε τη σχέση τους και αισθανόντουσαν και οι δυο όπως νιόπαντροι , τότε που ξεκίναγαν να γεμίσουν το πρώτο τους σπίτι στο Μοσχάτο με όνειρα. Απέναντι το παλιό τζάκι περιμένει τα πρώτα κρύα για να τους ζεστάνει. Στο δωμάτιό τους όπως και σε όλο το σπίτι, προσπάθησαν να διατηρήσουν ακέραια όλα τα παραδοσιακά στοιχεία που υπήρχαν , τόσο αρχιτεκτονικά όσο και από πλευράς επίπλων. Το παλιό λαβομάνο δίπλα στο παράθυρο, δώρο γάμου της γιαγιάς Μαρίκας , οι χτιστοί καναπέδες στον οντά με το χαμηλό μπακιρένιο τραπεζάκι μπροστά, τα πλεκτά κουρτινάκια πάνω από το παράθυρο της κουζίνας, φαινόντουσαν σαν να ξεπηδούσαν από κάποιo μακρινό παραμύθι.
κλωνάρι μαντζουράνα και το έβαζε στη τσέπη του. Μια τελευταία στάση στο περίπτερο του Μιχάλη για εφημερίδα και μετά πάλι στο σπίτι όπου θα τον περίμενε ένα μοσχομυριστό καφεδάκι κάτω από τη κληματαριά. Αφού θα χαλάρωνε με τη καλή του, θα πήγαινε στο παλιό κατώι του σπιτιού που το είχε διαμορφώσει σαν κελάρι, για να το συμμαζέψει λίγο και να ανεβάσει στη Δέσποινα λίγο λάδι καθώς και τη πήλινη γάστρα για το κυριακάτικο ψητό. Χοιρινό με πατάτες, ψημένο αργά,
αργά στο παλιό χτιστό φούρνο της αυλής, και σερβιρισμένο σε λεμονόφυλλα! Θυμόταν μικρός να περιμένει με αγωνία τη γιαγιά του να ανοίξει το φούρνο για να δοκιμάσει πρώτος από το περίφημο καρβέλι της και μετά να βουτήξει κλεφτά μια μπουκιά στη σάλτσα από το μαγειρευτό της.
Kαλό μήνα σε όλους!
Με ένα εκκλησάκι από πάνω….



Σας έχω ξαναπεί ότι μου αρέσουν τα βιβλία που έχουν κάτι να πουν και με τρόπο σαφή χωρίς πολλές φιοριτούρες και άλλα κόλπα εντυπωσιασμού. Φέτος είχα αρκετό χρόνο να διαβάσω βιβλία. Πολλά βιβλία, νομίζω περισσότερα από ποτέ.
Κάθε πεφταστέρι και μια ευχή
Ώσπου μια μέρα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και τρόμαξε! Έκλεισε τα μάτια, τα άνοιξε πάλι, τίποτα. Που πήγαν τα πυκνά ξανθά μαλλιά του; Δυο τρείς γουρουνότριχες δεξιά και αριστερά πάνω από τα αυτιά και αυτό ήταν όλο. Και μετά άρχισε να μετράει, μια ,δυο, τρεις, τέσσερις στο πέντε σταμάτησε…δεν άντεχε άλλο να βλέπει τις δίπλες στο σώμα του. Αυτό δεν ήταν κορμί ήταν ακορντεόν! Έμεινε με το στόμα ανοιχτό να κοιτάζει τον άλλο του εαυτό χαμένος… Το στόμα είπα; Αμέσως το έκλεισε για να μη βλέπει τα κιτρινισμένα και φαγωμένα του δόντια, όσα του είχαν απομείνει δηλαδή.
Άκουσαν το σαματά οι κοκόνες και κλιτσ κλιτσ έφεραν τα πασουμάκια τους μέχρι υπνοδωμάτιο. Πρώτη και καλύτερη η δικιά του. Το εμπριμέ φορεματάκι σήμα κατατεθέν της -από το πρωί ως το βράδυ το ίδιο φορούσε, το έπλενε, το έβαζε, το έπλενε, το έβαζε- με τις μεγάλες πορτοκαλί μαργαρίτες, στάθηκε μπροστά του και κοίταζε μια τον άδειο τοίχο, μια τον καθρέφτη στο πάτωμα. Από πίσω και η κουνιάδα, με τα φιστίκια στο χέρι και εκείνο το ενοχλητικό τσίκι τσίκι όλη την ώρα που του έσπαγε τα νεύρα γιατί δεν σταματούσε ούτε όταν μίλαγε.










