
Νωρίς το πρωί, που δεν έχει φύγει η πρωινή υγρασία, τα κίτρινα κεχριμπαρένια χόρτα, σε καλωσορίζουν με το ιδιαίτερο άρωμά τους. Όσο ανηφορίζει ο ήλιος τόσο αυτά εξαϋλώνονται και περιμένουν την νύχτα να τα υγράνει πάλι. Πιο δίπλα το γιασεμί σκορπά το δικό του διακριτικό άρωμα. Κρατά όλη του την ένταση και αυτό για τη νύχτα. Γιατί οι νύχτες του καλοκαιριού είναι διαφορετικές. Είναι αχόρταγες όπως και οι αισθήσεις. Το μυαλό φεύγει, το σώμα ξυπνά και βρίσεις τη χαμένη σου γεύση. Αυτή που σου έσβησε η καθημερινότητα.
Και εκτός από τα αρώματα που σε περιτριγυρίζουν έχεις και άλλο σύμμαχο. Τη θάλασσα. Αυτή και αν ξεπλένει το μυαλό. Το χειμώνα είναι αλλιώς. Την κοιτάς και σε ηρεμεί. Το καλοκαίρι όμως χάνεσαι μέσα της, ψήνεις σε κρούστα αλατιού ,όπως κάνουν και οι έμπειροι μάγειρες, αυτούς που σου έχουν ψήσει το ψάρι στα χείλια τον τελευταίο καιρό και τους το ανταποδίδεις με δάφνες και τιμές.
Στο πρώτο συρτάρι κοιτάς τα εισιτήρια που έχεις βγάλει και μετράς ανάποδα τις μέρες. Η ντουλάπα έχει αλλάξει εδώ και καιρό διακόσμηση. Ρούχα σχεδόν διάφανα, απαλά βαμβακερά, όλα σε έντονα χρώματα, σου ανεβάζουν τη διάθεση και μόνο που τα βλέπεις. Στο αποθηκάκι έχεις ετοιμάσει από καιρό τα απαραίτητα για την παραλία. Η ομπρέλα ακόμα αντέχει, η ψάθα έχει λίγο ξεφτίσει αλλά δεν πειράζει, δεν θες να την αλλάξεις γιατί κουβαλάει άμμο από τις προηγούμενες διακοπές. Το μαγιό το πήρες πέρυσι και δεν χρειάζεσαι άλλο. Το μόνο αναλώσιμο που χρειάζεσαι είναι ένα φρέσκο αντηλιακό για να παραμείνεις και εσύ φρέσκος και όχι ξεροψημένος. Αγοράζεις με μεγάλο δείκτη γιατί έχεις σκοπό να αφήσεις σωματικό αποτύπωμα στην άμμο. Ένα όμως αντηλιακό σου θυμίζει καλοκαιρινές διακοπές. Ακόμα και χειμώνα να το μυρίσεις, σε πάει χρόνια πίσω και ανασκαλεύει τις αναμνήσεις σου. Το Coppertone. Κάποτε ήταν στο φόρτε τώρα μοιάζει πιο πολύ μουσειακό είδος.
Από το περβόλι του μπάρμπα Τάσου, αγοράζεις φρέσκα λαχανικά. Τα προτιμάς από αυτά της λαϊκής και του σουπερμάρκετ. Πιο νόστιμα σου φαίνονται. Άντε να βγουν και τα σταφύλια αλλιώς δεν καταλαβαίνεις καλοκαίρι. Σταφύλια και βιβλίο ξαπλωμένο στη κούνια της βεράντας ή στην ξαπλώστρα της παραλίας. Κάθε ρόγα και σελίδα ή το ανάποδο.
«Θπύρο ο Τάκης α έρτει α παίξουμε;» φωνάζει το μικρό γειτονόπουλο στο άλλο και σκας στα γέλια. Όλα τα υπόλοιπα που σε απασχολούσαν μέχρι τότε κάπου έχουν χαθεί, εγώ στο είχα πει…
Και έφτασε το βραδάκι. Ο αέρας κόπασε. Οι γείτονες στρώνουν να κοιμηθούν στη βεράντα. Δεκαπέντε νοματαίοι σε σαράντα τετραγωνικά ,που να χωρέσουν. Κάνεις χάζι όλο αυτό το παιδομάνι και στεναχωριέσαι όταν φεύγουν και ας σε πονοκεφαλιάζουν με τις φωνές τους.
Μεσάνυχτα. Ήχος από απλωμένα ρούχα μαζί με γρύλλους. Στο βάθος οι βάρκες έχουν βγει για πυροφάνι και γαζώνουν τη θάλασσα. Ε και αν έχει και φεγγάρι και μια αγκαλιά να χωθείς,τι άλλο να ζητήσεις! Μια στιγμή είναι, ζήσε την και μάζεψε πόντους για να έχεις. Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα φαλιρίσει η μπάνκα. Αλλαξε και λίγο τον στίχο στο τραγούδι και θα είσαι μια χαρά!
«Μια στιγμή την έχουμε και αν δεν τη γλεντήσουμε…»
…………………………..
Ενα μικρό οδοιπορικό στη γειτονιά μου για καλό καλοκαίρι. Οχι δεν θα είναι το τελευταίο ποστάκι αλλά ο χρόνος πιέζει. Να περνάτε καλά σας φιλώ πολύ όλους! Και να ψήσετε τις σκέψεις που σας απασχολούν και να χαλαρώσετε όμορφα!
Ορίστε η πρώτη φουρνιά:
Βαζάκι με χαλικάκι , κοχύλια και αστερίες. Κουφέτο πιτσιλωτό μέσα ροζ-κίτρινο τούλι!


-Και του το είπα χτες του Τασούλη, αφού είσαι του δεκαέξι και κάτω αγόρι μου, τι τις θες τις Αρχιτεκτονικές; Διάλεξε κάτι πιο εύκολο βρε παιδάκι μου, κάτι στα μέτρα σου. Τόσα χρόνια σπουδές πότε θα φτιάξεις τη ζωή σου, ε;Και άμα χρειαστεί να φύγεις στο εξωτερικό που θα μας αφήσεις μοναχούς καμάρι μου;
-Καλά του είπες βρε Αθανασία, άμα το παιδί δε τραβά, τι να τις κάνει τις σπουδές; Δε βλέπεις και το γιο της Βιβής, έχει θησαυρίσει ο Κωστάκης! Αμέ πως! Όλοι οι εργολάβοι αυτόν ζητάνε για υδραυλικό, Σε κάτι βίλες στο Λαγονήσι τρέχει τώρα από το πρωί ως το βράδυ. Εδώ είναι τα λεφτά, όχι σε πτυχία και βλακείες.
Και τα όνειρα μάνα;
Δεν άντεξε άλλο να ακούει τη συζήτηση της μάνας του με τη γειτόνισσα. Και αυτό το «Τασούλης»! Δεκαεφτά χρονών και ακόμα Τασούλης. Τα φτερά κομμένα και ενθάρρυνση μηδέν. Δώσε ένα χέρι να ανέβω τι σκάλα μάνα. Να την ανέβω θέλω και όχι να την κατέβω. Ένα σκαλί τη φορά. Ζητάω πολλά;
Φυσικά και δε ζητούσε πολλά. Και εκείνος τι έκανε όμως; Αποφάσισε ξαφνικά από Τασούλης να γίνει Τάσος; Τόσο καιρό βουλευότανε. Αφού δεν μπορεί, γιατί να διαβάσει παραπάνω. Αφού αυτοί που έχουν πτυχίο δε βρίσκουν δουλειά γιατί να δώσει πανελλήνιες, αφού, αφού…. υπερφορτώθηκε ο σκληρός από τα «αφού». Γέμισε η μνήμη. Με άχρηστα cookies. Οι συζητήσεις με τις πάντα συμπάσχουσες γειτόνισσες, στο «πρόβλημα του παιδιού», ο μονίμως απών πατέρας, η πάντα παρούσα μητέρα, ε δε θέλει και πολύ.
Έβλεπε και τη μάνα του Στάθη. Διάβαζε λατινικά και αρχαία μαζί με το γιο της. Λεφτά για φροντιστήρια δεν υπήρχαν. Ξημερωνοβραδιαζόνταν η κυρία Αθηνά μετά τη φασίνα και τη λάντζα να προλάβει να διαβάσει για να τα εξηγήσει μετά στον Στάθη.Το’χε καημό που παντρεύτηκε μικρή και δεν πρόλαβε να σπουδάσει. Δικηγόρος ήθελε να γίνει ο Στάθης, από κοντά και η κυρία Αθηνά και δως του τα sum estis sunt … Δεν έγραφε καλά στο διαγώνισμα, δυο έξτρα σελίδες με ασκήσεις το Σαββατοκύριακο και αυτό ήταν όλο. Ας είναι καλά ο Πατάκης, απ’έξω τον είχε μάθει η κυρία Αθηνά.
Τα όνειρα της μάνας ίδια με τα όνειρα του γιου. Ευτυχώς για το Στάθη.
- Μάνα φεύγω, πάω να αγοράσω κάτι για τον υπολογιστή.
- Πάλι βρε Τασούλη μου, χτες δεν πήγες πάλι;Όλο ζητάει αυτός ο υπολογιστής,ούτε παιδί να ήταν. Πρόσεχε βρε αγόρι μου και δεν μας περισσεύουν.
- Αμάν πια βρε μάνα. Θα πιάσω δουλειά στο μαγαζί του Κώστα και δεν θα σας επιβαρύνω άλλο!
- Οχιιιι παιδί μου , και η στριγγιά φωνή της Αθανασίας γέμισε τη κουζίνα. Τι είναι αυτά που λες Τασούλη μου. Ο γιος μου σερβιτόρος που ακούστηκε!
- Ημαρτον πια ρε μάνα ! Ημαρτον!
Έδωσε μια στην εξώπορτα και έφυγε. Μα να πει τέτοιο πράγμα ο Τασούλης μπροστά στη γειτόνισσα! Αυτό την ένοιαζε πιο πολύ την Αθανασία. Μη τυχόν καταλάβουν οι γειτόνοι ότι δεν τα βγάζουν πέρα. Λες και δεν ήξεραν, δεν έβλεπαν. Πρακτορείο Ρόιτερ ήταν όλοι τους!
Ήμαρτον πια με αυτή τη γειτονιά έλεγε και ο παππούς ο Αναστάσης. Του είχε αδυναμία του εγγονού του, είχε πάρει και το όνομά του. Μόνο εκείνος καταλάβαινε…. Περίεργο πράγμα του φαινόταν ο υπολογιστής. Μα έκανε χάζι τον εγγονό του. Είχε μια λάμψη στα μάτια του αυτό το παιδί όταν του έδειχνε μέσα από τον υπολογιστή τα κτήματα κάτω στη Κρήτη. Την ευχή μου να έχεις Τάσο μου, του έλεγε. Καθηλωμένος σε μια καρέκλα, παράλυτος από την αριστερή πλευρά μετά από ένα εγκεφαλικό, άλλος τρόπος να δει το κτήμα ο παππούς δεν υπήρχε.
Έμπαινε ο Τάσος στο Google earth, έκανε zoom και να το το περβόλι με τις πορτοκαλιές ! Του έστελνε και ο ξάδερφός του κάθε τόσο φωτογραφίες μέσω mail και έβλεπε ο παππούς τα καμάρια του πως μεγάλωναν.
-Μισό λεπτό παππού ,έρχεται και άλλη μια, μέχρι να την κάνω download δες εσύ αυτή από το άλλο περβόλι στις Βρύσες.
-Καλέ μη τον κουράζεις τον παππού με αυτά τα ξενικά που του λες, ας τον να ξεκουραστεί λίγο, πεταγόταν από τη κουζίνα η μάνα.
Δεν της καλάρεσε που περνούσε τόσο χρόνο ο Τασούλης της με τον υπολογιστή. Ούτε με τον πεθερό της. Του γέμιζε το κεφάλι με ιστορίες για τα κτήματα στα Χανιά. Ήταν σίγουρη ότι εκείνος του έβαλε την ιδέα της Αρχιτεκτονικής Να αναπαλαιώσει λέει το παλιό μετόχι και να τον κάνει ξενώνα. Πφφφ, βλακείες, καλύτερα δεν θα ταν να τα πουλούσαν και να έπαιρναν κανένα διαμερισματάκι στη Πεύκη και να φύγουν από τα Σεπόλια; Από αυτόν πήρε και άντρας της, έλεγε και ξαναέλεγε η κυρία Αθανασία. Ονειροπόλος μια ζωή ο Μιχάλης. Μα τρώγονται τα όνειρα, σε ζεσταίνουν το χειμώνα;
Τα ξερε καλά τα κουσούρια της νύφης του ο παππούς για αυτό φρόντισε και έγραψε τα δυο κτήματα απευθείας στον εγγονό του. Του’χε εμπιστοσύνη. Μπορεί να ήταν μικρό κοπέλι όπως έλεγε και να πετούσε που και που και κανένα ξενικό, αλλά ήξερε ότι δεν είχε πάρει τα μυαλά της μάνας του. Καλή γυναίκα, νοικοκυρά πρόσεχε το σπιτικό της αλλά ως εκεί. Ότι δεν μπορούσε αυτή, να μην το κάνουν ούτε οι άλλοι. Και ο γιος του βολεύτηκε με τη νοικοκυροσύνη της Αθανασίας. Δούλευε σαν εμπορικός αντιπρόσωπος σε μια εταιρεία με αντλίες και αγροτικά μηχανήματα. Όργωνε την επαρχία κάθε εβδομάδα από άκρη σε άκρη, έτρωγε αχόρταγο τα χιλιόμετρα το παλιό Ford. Γύρναγε στο σπίτι μετά από μέρες κατάκοπος. Που καιρός να ασχοληθεί με το παιδί. Ήξερε η Αθανασία τι έκανε, της είχε εμπιστοσύνη για τη διαπαιδαγώγηση του μικρού. Ήθελε να μαζέψει και λίγα λεφτά ακόμα για να πάνε στην Αγγλία, στον αδερφό του. Το είχε υποσχεθεί στον Τάσο.
«Διάβαζε αγόρι μου και θα πάμε να δούμε τον θείο Μάνο, του έλεγε, να κάνεις εξάσκηση και στα αγγλικά σου.»
Θα’ταν έκτη δημοτικού όταν του το είπε για πρώτη φορά ο πατέρας του. Πήρε μια χαρά ο μικρός. Επιτέλους να μπει σε αεροπλάνο, να ταξιδέψει!
Δυο φορές έφτασαν ένα βήμα πριν βγάλουν τα εισιτήρια. « Έχει εξετάσεις την άλλη εβδομάδα το παιδί, θα το ξεσηκώσουμε», «Δεν βλέπεις τι χαλασμός κυρίου γίνεται τώρα στην Αγγλία, που να τρέχουμε τώρα μες στις βροχές!» Όλο δικαιολογίες. Επειδή δεν της άρεσαν τα ταξίδια, επειδή φοβόταν τα αεροπλάνα, επειδή , επειδή … μια ζωή δικαιολογίες και αναβολές. Για πόσο όμως; Έπρεπε να πάρει το παιδί και να πάει μόνος του αλλά που να την αφήσει και αυτή τη κακομοίρα. Αισθανόταν και μια υποχρέωση που φρόντιζε τον πατέρα του.
Μάζευε χρήματα όμως να στείλει μόνο του τον μικρό, μα δεν τολμούσε να της το φανερώσει. Του αγόρασε προσωρινά ένα υπολογιστή να μάθει ο τις νέες τεχνολογίες και όταν θα τέλειωνε το σχολείο, θα του’χε έτοιμο το εισιτήριο.
Βρήκε επιτέλους το «μεταφορικό μέσο» που έψαχνε ο Τάσος. Μέσα στο δωμάτιό του έψαχνε σε ποιο προορισμό να πρωτοκατέβει. Παντού ήθελε να πάει. Έτσι έβγαλε όλο το γυμνάσιο. Χαμένος ανάμεσα σε μηχανές αναζήτησης, περίπλοκα προγράμματα, ανάμεσα σε ένα download και ένα upload. Κατέβαζε οτιδήποτε του επέτρεπε να πάει πιο μακριά.
Ήταν δυο χρόνια που είχε φύγει ο παππούς …. Γύρισε στα περβόλια του. Και ο Τάσος, όλο και καταπιανόταν περισσότερο με τον υπολογιστή. Το’χε καημό ο παππούς που δεν πρόλαβε να κατέβει μαζί του κάτω να του δείξει και τα μέρη. « Να μπαίνεις αντράκι μου σε αυτό το μηχάνημα, να κάνεις τα ξενικά σου και να μαθαίνεις για τον τόπο σου. Και μετά πήγαινε όπου θες», του είχε πει μια δυο μέρες πριν φύγει, «αυτός θα σου δείξει αυτό που αναζητάς».
Καλά το είχε καταλάβει ο παππούς. Έψαχνε πόρτα ο εγγονός να ξεφύγει από το μέτριο, από το μισό, από το δήθεν και το πρέπει. Έπρεπε όμως να προσπαθήσει περισσότερο. Δεν ήταν εύκολη σχολή η Αρχιτεκτονική. Αν ήθελε όμως να «χτίσει» τα όνειρά του έπρεπε να στρωθεί στο διάβασμα
Την πήρε τελικά τη δουλειά στο μαγαζί του Κώστα. Κρυφά από τη μάνα φυσικά γιατί αν το μάθαινε ότι δούλευε ως delivery boy ποιος την άκουγε μετά. Ήθελε έξτρα χαρτζιλίκι για να μην τους επιβαρύνει. Στον πατέρα του το είπε μόνο και αυτό επειδή τον είδε να αφήνει το μηχανάκι απέξω δυο τρεις φορές. «Να προσέχεις αγόρι μου του είπε, και ότι θες εδώ είμαι. «Να πάμε εκείνο το ταξίδι που λέγαμε πατέρα», ήθελε να του φωνάξει , μα τον είδε βουρκωμένο και σταμάτησε. Δεν ήθελε κανείς άλλος να ξέρει. Του φτανε που έπαιρνε 250 ευρώ το μήνα και θα μπορούσε σε λίγο καιρό να πάρει ένα καινούριο Laptop. Να πέρναγε μονάχα και στην Αρχιτεκτονική!Οχι Αθήνα, Πάτρα ήθελε. Θα βρισκε και εκεί καμιά δουλίτσα για να περάσει απέναντι στην Ιταλία. Φλωρεντία, Μπολόνια, να κάθεται σε ένα μαρμάρινο σκαλοπάτι και να ζωγραφίζει, να παίρνει ιδέες από το χτες και να τις βάζει στο σήμερα.
Κύλησε γρήγορα ο χρόνος. Σε δυο μήνες θα ξεκινούσαν οι Πανελλήνιες. Από το σχολείο στο φροντιστήριο και από το φροντιστήριο στη δουλειά. Διάβασμα το βράδυ. Μέχρι αργά. Το’χε πάρει απόφαση η κυρία Αθανασία και δεν του ανέφερε τίποτα για το διάβασμα. Ας ήταν καλά ο πρωινός καφές με την Ελένη. Βαρύ γλυκός, δροσερό νερό από το ψυγείο και κουλουράκια κανέλας. Σερβιρισμένα μαζί με την αγωνία για την τύχη του Τασούλη.
«Μα πότε προλαβαίνει να διαβάζει αυτό το παιδί βρε Ελένη μου, έλεγε στη γειτόνισσα. Βράδυ έρχεται το πουλάκι μου, τρώει στα γρήγορα και μετά πάει και κλείνεται στο δωμάτιό του. Κουβέντα δεν του παίρνεις. Μόνο με τον πατέρα του μιλάει που και που όταν αυτός είναι σπίτι.
« Το παιδί Μιχάλη, δεν ξέρομε τίποτα, πως τα πάει στα μαθήματα, αν θα περάσει στις εξετάσεις, τι θα κάνει στη ζωή του! Τίποτα ! Πφφφ» και δως του αναστεναγμοί η κυρία Αθανασία.
« Καλά είναι το παιδί, το ρώτησα εγώ προχθές. Σωστά μεγαλωμένο το έχουμε μην το πιέζεις με τις ερωτήσεις σου. Μακάρι να είναι τυχερό να περάσει στη σχολή που θέλει στη Πάτρα ή στη Θεσσαλονίκη, θα το βρει το δρόμο του».
« Στη Πάτρα ή στη Θεσσαλονίιιιικη; Φώναξε έντρομη η κυρία Αθανασία. Γιατί δεν έχει σχολή στην Αθήνα; Πάει ο Τασούλης , θα το χάσουμε εντελώς το παιδί Μιχάλη να το θυμηθείς».
Σωστά μάντεψε. Τον Τασούλη θα τον χάσει σίγουρα από τον Τάσο όμως. Μήπως αυτός καταφέρει να ξεφύγει.
Ήρθε και η περιβόητη εβδομάδα των εξετάσεων και δως του οι προσευχές και τα τάματα να περάσει το παιδί στην Αθήνα, να είναι γερό πάνω από όλα και τυχερό στη ζωή του! Έδιναν και έπαιρναν οι ευχές της μάνας. Καημό το είχε αυτό το παιδί. Ο Μιχάλης μια ζωή σε ταξίδια, εκείνη δε δούλεψε ποτέ της, άλλη έννοια δεν είχε από το Τασούλη.
Τελευταίο μάθημα το σχέδιο. Δεν το φοβόταν ο Τάσος. Μια πρόκληση ήταν για αυτόν να αποτυπώσει πιστά στο χαρτί ότι του έδιναν. Το απόγευμα θα πήγαινε με τον Γιάννη να αγοράσουν το καινούριο Laptop και μετά θα μπορούσε να ξεκινήσει το ταξίδι….
Γύρισε σπίτι νωρίς το απόγευμα ικανοποιημένος από τις επιδόσεις του. Σαν να είχε φύγει από πάνω του ένα βάρος. Ακούμπησε κάτω τη μεγάλη σακούλα από το Πλαίσιο και είδε τη μάνα του που ερχόταν κατευθείαν πάνω του.
«Αγόρι μου ήρθες, τέλειωσαν τα βάσανά σου , πάνε και οι εξετάσεις! Έλα να σου βάλω κάτι να φας. Ότι έγινε έγινε τώρα. Και αν δεν έγραψες καλά, δεν πειράζει ματάκια μου, θα βρεις μια δουλίτσα θα βοηθήσουμε και εμείς, θα βάλουμε και κάτι άκρες που έχει ο πατέρας σου από το χωριό, να είδες και ο Κώστας απέναντι τι καλά που είναι τώρα, περιζήτητος είναι σε όλη την Αθήνα, για αυτό σου λέω μη στεναχωριέσαι έχει ο θεός και εμείς θα …»
Πριν τελειώσει η πρόταση ο Τάσος είχε βγάλει από τη σακούλα το νέο του «παιχνίδι» και πήγαινε προς το δωμάτιό του. Αρνιόταν να αποθηκεύσει στη μνήμη του άχρηστες πληροφορίες, για τον Κώστα, για τις οικογενειακές γνωριμίες, ήμαρτον πια ρε μάνα ακόμα δεν τέλειωσαν οι εξετάσεις! Μα που να ακούσει η κυρία Αθανασία , τον πήρε από πίσω συνεχίζοντας να αναλύει τις προοπτικές που υπήρχαν και μόνο όταν ακούμπησε ο Τάσος πάνω στο γραφείο το νέο του laptop σταμάτησε.
« Τι είναι αυτό Τασούλη μου;»
« Υπολογιστής δεν το βλέπεις; της απάντησε ξερά, ενώ έψαχνε στο κουτί για τα καλώδια».
«Και που το βρήκες αγόρι μου, ποιος στον χάρισε;»
«Κανείς. Μόνος μου τον αγόρασα. Δούλευα στο μαγαζί του Κώστα από τον Οκτώβρη. Ο πατέρας το ήξερε.»
Σαν να έπεσαν ξαφνικά πολλές οι πληροφορίες για την κυρία Αθανασία. Υπερφορτώθηκε ο δίσκος της.
« Καλά αγόρι μου» είπε και έκλεισε την πόρτα.
Ο Τάσος συνέχισε ακάθεκτος τη σύνδεση και σε λίγα λεπτά ένας καινούριος κόσμος ξεπηδούσε από τη wide screen οθόνη του. Δίψασε ξαφνικά και επειδή η νύχτα προμήνυε τρελό σερφάρισμα, κατευθύνθηκε προς τη κουζίνα για να πάρει λίγο νερό.
« Ακούς Ελένη μου, τόσο καιρό και να μη μου έχουν πει τίποτα. Και καλά το παιδί, μα ο Μιχάλης; Να μη μου πει ότι έπιασε ο μικρός δουλειά, να μην ξέρω που είναι το παιδί μου, που πάει και τι κάνει; Αυτό ήταν Ελένη μου, πάει θα το χάσω το παιδί Ελένη μου….. γιατί αν περιμένω από τον πατέρα του σώθηκα! Και αυτός τα ίδια μυαλά έχει. Είμαι σίγουρη ότι αυτός θα του’πε να δηλώσει τις σχολές εκτός Αθήνας για να με κάνουν πέρα. Και τώρα με αυτό το καινούριο μηχάνημα που πήρε ένας θεός ξέρει τι μπορεί να κάνει ο μικρός. Τόσα πράγματα ακούγονται στη τηλεόραση! Αχ Ελένη μου αχ….»
Ως εδώ ήταν! Δεν πήγαινε άλλο πια. Σαν να του πέρασε η δίψα ξαφνικά. Έκλεισε τον υπολογιστή, πήρε τηλέφωνο την Βάσω και κανόνισαν να συναντηθούν στη πλατεία. Έδωσε μια στην εξώπορτα που τραντάχτηκε όλο το σπίτι. Δεν μπήκε καν στο κόπο να της πει ότι φεύγει.
Προσπαθούσε να αδειάσει το μυαλό του αλλά μάταια. Αισθανόταν ότι ήθελε να ουρλιάξει αλλά δεν έβγαινε η φωνή. Αντηχούσε μέσα του ο θυμός και μεγάλωνε. Κύμα γινόταν και τον έπνιγε. Εκείνος που τόσο είχε προσπαθήσει το τελευταίο διάστημα για να τα καταφέρει. Μόνος του. Ας ήταν καλά η Βάσω που τον ταξίδευε με τα φιλιά και τα χάδια της… η Βάσω, να τη που τον περιμένει τώρα στην άκρη της πλατείας.
« Τάσο πρόσεχε!»
……….
Ξαναβρήκε τον Τασούλη της η κυρία Αθανασία. Κόντεψε να τον χάσει όταν πετάχτηκε από το στενό αυτός ο άτιμος αλλά ευτυχώς τη γλίτωσε με μερικά κατάγματα στο πόδι και με μια μικρή διάσειση η οποία συνοδεύτηκε με μερική απώλεια μνήμης τον πρώτο καιρό.
« Θες να σου φέρω κάτι αγόρι μου; Να σου βάλω ένα μαξιλάρι να είσαι πιο ψηλά;» Άλλο που δεν ήθελε η κυρία Αθανασία. Όχι πως δεν είχε τρομοκρατηθεί όταν τη πήρε η Βάσω κλαίγοντας να της πει για το τροχαίο! Αλλά τώρα, τον είχε κοντά της τον φρόντιζε σαν μικρό παιδί. Είχε πάρει άδεια ο Μιχάλης από τη δουλειά και ήταν και αυτός στο σπίτι. Μετά από τόσο καιρό είχε και τους δυο άντρες της στο σπίτι. Σαν να γέμισε η ζωή της ξαφνικά.
Γέμισε η δική της και άδειασε του Τάσου. Δυο μήνες τώρα στο κρεβάτι του είχαν σπάσει τα νεύρα. Να μην μπορεί να πάει ούτε μέχρι την τουαλέτα μόνος του! Και αυτό το ρημάδι το καλώδιο του ΟΤΕ να μην φτάνει μέχρι το κρεβάτι! Τώρα καταλάβαινε τι ένοιωθε ο παππούς. Να του συμπεριφέρονταν όλοι από το πρωί ως το βράδυ σαν μωρό. Και αυτές οι επισκέψεις από τις γειτόνισσες νισάφι πια ρε μάνα. Μαζί με το βαρύ γλυκό , τα κουλουράκια κανέλας και ένα τσεκάρισμα από το Ρόιτερ της γειτονιάς. « Περαστικά Τασούλη μου. Δόξα το θεό που δε σε βρήκε κανένα μεγαλύτερό κακό».
Μα πως δεν τον βρήκε; Αποκομμένος από τους φίλους και τα «ταξίδια του».
Η σύνδεσή σας δεν είναι πλέον εφικτή. Δοκιμάστε να επανεκκινήσετε το πρόγραμμα.
Ώσπου μια μέρα ήρθε η Βάσω να τον δει και να του πει τα αποτελέσματα. Η επανεκκίνηση ήταν άμεση. Αρχιτεκτονική Πάτρας και οι δυο τους.
« Μωρό μου θα είμαστε μαζί!» του είπε αγκαλιάζοντάς τον. Με το κορίτσι του, στη Πάτρα, Αρχιτεκτονική…. Ένοιωσε τις φλέβες του να φουσκώνουν και τον γύψο να ραγίζει. Δεν τον ένοιαζε τίποτα πια. Δεν ήθελε τίποτα άλλο να ακούσει και δεν υπήρχε τίποτα να τον σταματήσει. Ας έκανε το κουμάντο της η κυρία Αθανασία να το χωνέψει. Αν όλα πήγαιναν καλά, θα της έχτιζε και ένα εξοχικό στο κτήμα του παππού στη Κρήτη. Να της φύγει και ο καημός που δεν είχαν αποκτήσει τόσο καιρό ένα δικό τους κεραμίδι. Να έχει και αυτός κάτι στο τόπο του. Αυτόν που γνώριζε μόνο από το Google earth. Σε μερικές εβδομάδες θα τέλειωναν και οι φυσιοθεραπείες και θα ήταν ελεύθερος. Τα εισιτήρια για τα Χανιά έτοιμα. Οι πρώτες διακοπές.
« Παρακαλώ περιμένετε μέχρι να εγκατασταθούν οι αναβαθμίσεις»
« Μπορείτε τώρα να κλείσετε τον υπολογιστή σας με ασφάλεια».
Να’ταν
το σώμα στόμα
να χόρταινα φιλιά.

Όπως ίσως έχετε διαπιστώσει είμαι αρκετά αμελής τον τελευταίο καιρό. Η αλήθεια είναι ότι ο χρόνος δεν μου φτάνει.
Από τη μια έχω πάρει λίγη δουλίτσα γραφείου στο σπίτι έτσι για να μπαίνω σιγά σιγά στο κλίμα. Από την άλλη μου φαίνεται απίστευτο που θα επιστρέψω τον Σεπτέμβριο. Σαν να μην έφυγα ποτέ . Σίγουρα έχουν αλλάξει πολλά και στη δουλειά και οικογενειακά κυρίως αλλά ο χρόνος σαν να έχει σταματήσει, μάλλον ακόμα δεν έχω συνειδητοποιήσει ότι είμαι μια ….χαζομαμά. Καλά θα μου πείτε και 7 μήνες τι κάνεις; Πως 7 μήνες;;; Κιόλας;;;

Δεν ξέρω ,αυτό λέγαμε και με τον καλό μου το Σάββατο που κάναμε την πρώτη μας οικογενειακή εκδρομή. Φορτώσαμε το αυτοκινητάκι με όλα τα σύνεργα, φτιάξαμε και τοστάκια, ο καφές έτοιμος και το κλειδί στη μίζα! Πήγαμε στη Λίμνη Βουλιαγμένης στο Λουτράκι, φτάσαμε μέχρι το αρχαίο Ηραιο και ξαναγυρίσαμε στη λίμνη, όπου αράξαμε σε ένα όμορφο ταβερνάκι. Κοιτάζαμε σαν χαζά τη μικρή να κάνει γκριμάτσες και να βγάζει τα καλτσάκια της και λέγαμε : «Αυτό το μικρό τώρα είναι δικό μας; Είμαστε στ΄’αλήθεια εμείς εδώ σαν οικογένεια πλέον με το πορτ μπαγκάζ τίγκα στον μπεμποεξοπλισμό;; Και όμως….

Κοκκίνισαν τα μαγούλια μας οικογενειακώς, ήπιαμε τα ουζάκια μας, φάγαμε τα θαλασσινά μας και γυρίσαμε στο φτωχοκαλυβάκι μας χορτάτοι από όλες τις πλευρές. Μας άρεσε δε τόσο πολύ, που κάνουμε σχέδια για τα επόμενα σ/.κ για Σαλαμίνα, Χαλκίδα, Ναύπλιο κλπ. Και μετά…
……βουρ για βουτιές! Όχι στη θάλασσα ακόμα. Είπαμε , το 1ο μπανάκι της μικρής θα είναι στα πάτρια νερά. Για τα βαφτίσια της Δημητρούλας ομιλώ !Είπαμε να τη βαφτίσουμε προ διακοπών σε οικογενειακό κλίμα γιατί ούτως η άλλως δεν είμαστε για πολλά πολλά, και ολίγον τρέχω να προλάβω. Καημό το έχω να της φτιάξω τις μπομπονιέρες και τον στολισμό της εκκλησίας. Και δως του κατάλογοι από εδώ, και Site με υλικά από εκεί. Τόσο το τούλι, τόσο η χάντρα, τόσο η κορδέλα και άλλο τόσο οι αστερίες και τα κοχύλια. Εννοείται ότι θα είναι θαλασσινό το θέμα!! Ας πάρω αυτό το σ.κ τα υλικά να κάνω ένα δείγμα και θα σας το παρουσιάσω με καμάρι!
Μέσα σε όλα όμως πρόλαβα (στο τσακ γιατί πάλι χτύπησε baby alert από το σπίτι) και πήγα την Δευτέρα στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της Κατερίνας Καριζώνη «Ρεσάλτο» η οποία έγινε στον Ιανό. Ήταν πραγματικά πολύ όμορφα και τα ποιήματα εξαιρετικά, συνοδευμένα από τις φωνές της Σαβίνας Γιαννάτου και του Δώρου Δημοσθένους. Όλα αυτά όμως σε άλλο ποστάκι μαζί με κάποια ποιήματα που μου άρεσαν πολύ.
Αυτά τα ολίγα για σήμερα. Πάω να βάλω το κλειδί στη μίζα…. για να βρω λουλούδια για το λουλούδι μας!

ή ώρα πέντε το πρωί…” τραγουδάει ο Παύλος Σιδηρόπουλος.
Μα η έκφραση των βαθύτερων συναισθημάτων, ώρα δεν γνωρίζει.
Είναι πρωί, είναι μεσημέρι, είναι χαράματα,
είναι χειμώνας , είναι καλοκαίρι,
ο παραλήπτης γνωρίζει ή αγνοεί,
αυτό που έχει όμως σημασία είναι η λύτρωση που φέρνει μια τέτοια εξομολόγηση. Για τον γράφοντα, γιατί ο παραλήπτης μπορεί και να μην θέλει μάθει.
Βρήκα λοιπόν πριν καιρό ένα άρθρο στο ΒΗΜΑ με τίτλο “Οταν ο έρωτας κρατάει χαρτί και μολύβι” και σας παραθέτω μερικά αποσπάσματα που μου άρεσαν.
Ερνεστ Χέμινγκγουεϊ – Μαίρη Γουέλς
«Αγαπημένη μου, αυτό δεν είναι παρά μια υπενθύμιση του πόσο σ’ αγαπώ. Δειπνήσαμε εδώ με τα παιδιά, αν και δεν υπήρχε τίποτε αλκοολούχο για να ολοκληρωθεί η βραδιά. Ο Στίβι γράφει ένα γράμμα στην κοπέλα του στην Αμερική… Μου διαβάζει αποσπάσματα και εγώ είμαι ευτυχισμένος και γουργουρίζω σαν ένα γέρικο θηρίο της ζούγκλας επειδή σε αγαπάω και με αγαπάς… Γι’ αυτό να προσέχεις τον εαυτό σου για χάρη μου και για χάρη μας και μαζί θα δώσουμε την καλύτερη δνατή μάχη ενάντια στην μοναξιά, στην γκαντεμιά, στον θάνατο, στην αδικία, στην τεμπελιά (τον παλιό αυτόν εχθρό μας), στα υποκατάστατα, στους φόβους και όλα τα άλλα ασήμαντα πράγματα για χάρη του τρόπου που κάθεσαι με την πλάτη ίσια στο κρεβάτι και είσαι πιο αξιαγάπητη από κάθε προτομή που στόλισε ποτέ την πλώρη καραβιού ή έγειρε στο πλάι από το φύσημα του αγέρα και για χάρη της καλοσύνης, της σταθερότητας, της αγάπης μας και των αγαπημένων μερόνυχτων που περάσαμε στο κρεβάτι…» (13 Σεπτεμβρίου 1944).
Πάμπλο Νερούντα – Ματίλντε Ουρούτια
«Αγαπημένη μου γυναίκα, υπέφερα όσο έγραφα αυτά τα σονέτα, μου προκαλούσαν πόνο και θλίψη, η ευτυχία όμως που νιώθω τώρα που σ’ τα προσφέρω είναι τεράστια σαν μια σαβάνα. Οταν ξεκίνησα αυτό το εγχείρημα, ήξερα πολύ καλά ότι πάνω στο σώμα των σονέτων οι ποιητές όλων των εποχών έχουν σμιλέψει ρυθμούς από ασήμι, κρύσταλλο ή μπαρούτι. Εγώ όμως με μεγάλη ταπεινοφροσύνη έφτιαξα τούτα εδώ τα σονέτα από ξύλο: τους έδωσα τον ήχο αυτής της στέρεης, αγνής ύλης και με αυτόν τον τρόπο πρέπει να φθάσουν στα αφτιά σου. Περπατώντας μέσα από δάση ή σε παραλίες, δίπλα σε κρυμμένες λίμνες, εσύ κι εγώ έχουμε κατά καιρούς μαζέψει κομμάτια από φλοιούς δένδρων, κομμάτια ξύλου που έχουν υποστεί τις μεταβολές του νερού και του καιρού. Πήρα αυτά τα μαλακά λείψανα και χρησιμοποίησα το τσεκούρι, τη ματσέτα και το σουγιά και έκοψα δεκατέσσερις σανίδες για το καθένα, για να χτίσω μικρά ξύλινα σπιτάκια, ώστε τα μάτια σου που λατρεύω και τους τραγουδάω να μπορέσουν να κατοικήσουν μέσα τους…» (Οκτώβριος 1959)
Πηνελόπη Δέλτα-Ιων Δραγούμης
«Μένω ακόμη ένα χρόνο, σου το έγραψα· αν με θέλεις ύστερα, αν δεν αλλάξεις, Ιων μου, αν θέλεις τότε, πάρε με… Και τώρα όμως αν με ήθελες δεν θα μπορούσα να σου πω πια όχι· τώρα δεν ξέρω πια τι θα πει τιμή και λόγος και όρκος· ξέρω πως στον κόσμο κάπου ζεις εσύ, πως μ’ αγαπάς ακόμη, πως εσύ μπορείς να γίνεις δικός μου όποταν σε φωνάξω. Ιων μου, δεν σε φωνάζω· μα αν με θελήσεις ποτέ, ξέρεις πού είμαι· σε περιμένω πάντα και σ’ αγαπώ σαν Μήδεια, είσαι το μόνο δίλημμα που ζει μέσα μου με φρικτή ένταση· τ’ άλλα όλα πέθαναν, η αγάπη σου τα σκότωσε! Μη με φοβηθείς· αγαπώ άγρια, μα αγαπώ με φοβερή tendresse το χλωμό παιδί που με φίλησε στο στόμα εκεί στα πεύκα. Ιων μου, θα πεις πως είμαι τρελή, και το ξέρω, μα όπως εκείνο το βράδυ, που πρώτη φορά με ξανάβλεπες, ύστερα από την πρώτη απόπειρα, ήσουν “τρελός για μένα”, έτσι κι εγώ είμαι τρελή για σένα… Και μεθώ και δεν ξέρω πια να λογαριάσω τι θα πει “τιμή” και “λόγος”. Ξέρω μόνο πως σ’ αγαπώ, τ’ ακούς, Ιων; σ’ αγαπώ άγρια και θέλω την αγκαλιά σου και το στόμα σου που φιλεί φρικτά, σε θέλω όλον, όλον, δικό μου για πάντα, και πονώ αλύπητα και ανυπόφορα, και μ’ έρχεται να φύγω απόψε, πριν από το γράμμα μου, να μη σου μιλήσω πια, να μη σου γράψω “σ’ αγαπώ”, μόνο να έλθω εκεί, να ορμήσω στο σπίτι σου, να χυθώ στο λαιμό σου, και χωρίς λέξη, να πνίξω την αναπνοή σου, φιλώντας σε στο στόμα, ως που να κλείσεις τα μάτια σου και να πέσει το κεφάλι σου στον ώμο μου, χλωμό και αποκαμωμένο, μισοπεθαμένο από συγκίνηση και πόνο και χαρά που σκοτώνει. Το ξέρω πως είμαι τρελή· μα η αγάπη κάποιον τρελαίνει…»
Αγγελος Σικελιανός-Αννα Σικελιανού
«Είσαι Δική μου, είμαι Δικός Σου! Αυτό μονάχα με γεμίζει, αυτό μονάχα με στυλώνει, αυτό μονάχα με κρατάει στη γη! Οι ρίζες του είναι μας είναι μπλεγμένες κάτου από το χώμα κι ολοένα μπλέχονται και σμίγουνε κι αναζητιώνται και τυλίγονται και πιάνονται κι ένας χυμός μονάχα ανηφορίζει βουίζοντας στις φλέβες μας κι ένας καημός ανοίγει αδιάκοπα σ’ αυτό το χωρισμό την αγκαλιά μας!
Α, πώς δουλεύει μέρα – νύχτα μέσα μου, στο σώμα μου όλο, από τα νύχια στην κορφή, αυτή η αδιάκοπη αναζήτηση του νου μου για το νου Σου, των ματιών μου για τα μάτια Σου, της πνοής μου για την πνοή Σου, των ριζών μου για τις ρίζες Σου. Ούτε δευτερόλεπτο δεν σταματά η αδιάκοπη, η ακοίμητη αίσθησή της. Και μήτ’ έχω μέσα μου άλλη αίσθηση ζωής! Να Σε ζητώ μ’ όλες τις ίνες μου όλες τις στιγμές, να κολυμπάω αντίστροφα στο ρέμα της απόστασης για να Σε ‘γγίξω. Αυτή είναι τώρα η φοβερή, η ακοίμητη, η απόλυτη ζωή μου. Και θα τη ζήσω, όσο που ρίζες, κλώνοι και κορμός θα γίνουν αιώνια Ενα κι η πνοή του Σύμπαντος στα φρένα μας μια μόνη Μουσική…» (2 Ιουλίου 1939, Αθήνα).
Πηγή : ΤΟ ΒΗΜΑ

“-Γειάαααα σου , εσένα σε ξέρω!
-Και εγώ! Καλέ σύ ολόκληρη κοπέλα έγινες.
-Και εσύ δεν πας πίσω. Ολόκληρος άντρας! Με τα μπουτάκια σου και τις ζάρες σου με τα όλα σου.
-Κοίτα εκεί στη γωνία είναι και μια άλλη μας φίλη, τη θυμάσαι;
-Μα ναι, νομίζω ότι ήταν η πιο μικρή από όλους. Ήταν στο πρώτο διάδρομο.
-Θυμάσαι πόσο μικρά ήμασταν τότε;
-Αν θυμάμαι λέει….. Σε εκείνο το γυάλινο δωμάτιο , με τους σωλήνες και τα μηχανήματα. Τα καταφέραμε όμως, βγήκαμε νωρίς από τη κοιλιά της μαμάς μας, αλλά κοίτα μας τώρα όλο νάζι και χαμόγελο!’

Πριν δυο εβδομάδες περίπου πήγαμε τη μικρή μας για κάποιον τυπικό επανέλεγχο στο Μητέρα. Με μεγάλη έκπληξη και συγκίνηση συναντήσαμε στον χώρο αναμονής δυο «μικρά θαύματα»που όταν γεννήθηκαν ήταν ακόμα πιο μικρά από εμάς που ήμασταν 32 εβδομάδων. Με αυτούς τους γονείς περάσαμε την ίδια αγωνία, εμείς ευτυχώς για ένα μήνα, εκείνοι για πολύ παραπάνω. Δίναμε καθημερινά ραντεβού έξω από την εντατική, πλενόμασταν, γινόμασταν στρουμφάκια και παρακαλούσαμε μετά να μην τελειώσει τόσο γρήγορα το επισκεπτήριο. Και τώρα μερικούς μήνες μετά, με περηφάνια και χαρά κοιτάμε τα μικρά μας θαύματα και χαιρόμαστε τις αγκαλιές και τα νάζια τους και τα ξενύχτια τους και την ανάσα δροσιάς που έφεραν στη ζωή μας.
Η επιστήμη κάνει θαύματα πραγματικά, και πέρα από τη θέληση της μικρής αυτής ψυχούλας, σημαντικό ρόλο παίζει και το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό που είναι πλέον τόσο εξειδικευμένο όσο ποτέ. Έτσι τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερα παιδιά με βάρος ακόμα και κάτω 1κg (η δικιά μας με τα 1600 φάνταζε ελεφαντάκι δίπλα στα παραπάνω μικρούλια) βγαίνουν νικητές από αυτή τη μάχη.
Aρθρα σχετικά όπως αυτό της μικρής Αιμιλίας μπορείτε να δείτε εδώ . Επειδή η εικόνα σοκάρει, βάζω το λινκ μόνο.
Και ένα βιντεάκι που κάτι…μας θύμισε!
Αντί λοιπόν να ευγνωμονούμε το θεό που μας έκανε γονείς, με όμορφα υγιή παιδιά, γκρινιάζουμε και από πάνω και ζαλιζόμαστε, και λιποθυμάμε όταν μαθαίνουμε ότι θα κάνουμε πάλι παιδάκι του ίδιου φύλλου. Αυτό κολλάει, σε κάτι νέα που έμαθα χτες για μια παλιά γνωστή, που έχει ήδη ένα υγιέστατο αγοράκι και χτες έμαθε ότι ο υπέρηχος β’επιπέδου θα της φέρει άλλο ένα υγιέστατο αγοράκι που θα ήθελε να ήταν κοριτσάκι και αναστατώθηκε πολύ. Γίνομαι κακιά το ξέρω, αλλά εγώ θυμάμαι πως είχαμε μια αγωνία τεράστια, μήπως δείξει κάτι για σύνδρομο down, μήπως είχε δισχιδή ράχη μήπως κάτι απ’ολα τα κουλά που μπορεί να τύχουν και το φύλλο ήταν το τελευταίο που μας ένοιαζε. Δεν ξέρω, κάποιοι θεωρούν την υγεία και τη σωματική αρτιμέλεια δεδομένη ενώ δεν είναι. Μα είναι δυνατόν σε τέτοια θέματα να μας νοιάζει πιο πολύ ο εαυτός μας, από το αν το παιδάκι θα είναι γερό και δυνατό, αν θα μπορεί να παίζει με τα άλλα παιδιά, να τρέχει και να γελά, να κάνει σκανταλιές, να μας γεμίζει το πρόσωπο με κρέμα;;;;;
Λίγο από εδώ λίγο από εκεί πάλι στο μπεμπουλιό μου επανήρθα. Και όποιος ξαναπεί ότι είμαι χαζομαμά θα είναι ψεύτης!
Ζεσταίνει ο καιρός και τα μπουτάκια έξω λοιπόν, και σχεδιάζουμε τις διακοπές μας και ενα ταξιδάκι αστραπή στη Μυτιλήνη στον ΑΓ.Ραφαήλ που το έχουμε τάξει, και καλά να είμαστε και εμείς και εσείς και όλα τα υπόλοιπα παλεύονται!
Ουφ αυτά τα ολίγα, με αφορμή τα κουζινικά μας και τη γιορτή της μανούλας που έρχεται! Τα συνήθη ποστ θα περιμένουν!

Μη σας φαίνεται περίεργος ο τίτλος, μια χαρά συνδέονται όλα, ειδικά τα δύο πρώτα!
Θυμάστε (τα κοριτσάκια) που όταν ήμασταν μικρά, παίζαμε με τα κουζινικά μας ; Να σου φτιάξω λίγο τσαγάκι, να σου μαγειρέψω λίγο κρεατάκι, μα που είναι το μαχαίρι μου;;; Αυτά και άλλα πολλά λέγαμε με τις φιλενάδες μας όταν απλώναμε στο πάτωμα την προίκα μας. Εγώ θυμάμαι είχα ένα κόκκινο σετ, σερβίτσιο, φαγητού ,τσαγιού κομπλέ, μαχαιροπήρουνα, ένα μικρό καμινέτο και ψεύτικο αβγουλάκι και μπριζολίτσα! Τώρα βέβαια υπάρχουν ολόκληρες κουζίνες, κομπλέ για να παίζουν οι μικρές μαγείρισσες και να καμαρώνουν οι μεγάλες! Που τα θυμήθηκα όλα αυτά θα μου πείτε και δίκιο θα έχετε!

Εδω και δύο μέρες με χαρά και καμάρι σας ανακοινώνω ότι αρχίσαμε να τρώμε κρεμούλα, και φυσικά όταν η χαζομαμά πήρε το πράσινο φως από τη παιδίατρο, έτρεξε να προμηθευτεί τα λιλιπούτεια κουζινικά της κόρης τα οποία και σας παρουσιάζω.

Η πρώτη δοκιμή ξεκίνησε με γκριμάτσες αποδοκιμασίας, και ξινισμένης φάτσας τύπου «μια χαρά ήμουν με το μπιμπερό ,τι είναι αυτό που μου βάζετε στο στόμα και περιμένετε κιόλας να το καταπιώ». Έτσι φάγαμε ας πούμε 3 κουταλάκια και το υπόλοιπο το μοιράσαμε στη μύτη, στο λαιμό, στο χεράκι και από εκεί στα μαλλιά. Και εγώ να της εξηγώ ότι δεν είναι ενυδατική κρέμα προσώπου ούτε μαλακτική αλλά που να με ακούσει! Θεώρησε ότι είναι καλύτερα να πηγαίνει στο πρόσωπο παρά στο στόμα και μάλιστα για να μην μείνω παραπονεμένη , μου έβαλε και έμενα μια μικρή ποσότητα στο μάγουλο! Τη δεύτερη μέρα, φάγαμε με όρεξη δέκα κουταλίτσες χωρίς γκριμάτσες αλλά πέφταμε με φόρα στο κουτάλι και κάναμε άσπρες μύτες! Χθες που δοκίμασε να τη ταΐσει ο μπαμπάκας, έφαγε σχεδόν το μισό μπολ και εγώ καμάρωνα για τα κατορθώματα πατέρα και κόρης και τα αποθανάτιζα με κάθε τρόπο. Φυσικά το υπόλοιπο το μοιραστήκαμε διότι δεν υπήρχε λόγος τέτοιο έδεσμα να πάει χαμένο! Εξάλλου τη περιμέναμε πολύ καιρό αυτή τη στιγμή!!
Μέσα λοιπόν σε αυτή τη χαρά, η συνέχεια της «Αποκλίνουσας Συμπεριφοράς» θα μείνει 1-2 μέρες πίσω ελπίζοντας έτσι να αυξήσω την αγωνία σας!! Παράλληλα με τα κρεμομαγειρέματα της μικρής προσπαθώ να βάλω σε τάξη και τα δικά μου παραμυθομαγειρέματα. Κάπως τα διορθώνω, κάπως ξαναγράφω τα συστατικά, κάπως τα παντρεύω ανά κατηγορίες , να και ένα παραμύθι αντί εισαγωγής, να και η αφιέρωση στη κόρη και τις μαγείρισσες της καρδιάς μου, και λέω μήπως , μήπως ,ίσως, ίσως, «ένα όνειρο τρελό, όνειρο απατηλό» γίνει πραγματικότητα και βρεθεί σε κανένα ράφι γενικότερα εκτός από τα δικά μου. Σημαντικό και καθοριστικό ρόλο έπαιξε βέβαια και η δική σας αγάπη για αυτό το περίεργο είδος των παραμυθοσυνταγών και ελπίζω ειλικρινά να τις απολαμβάνετε όσο και εγώ γράφοντάς τες. Σας ευχαριστώ λοιπόν μέσα από τη καρδιά μου για την υποστήριξή σας και σας υπόσχομαι να σας μαγειρεύω όσο πιο συχνά μπορώ με τον δικό μου τρόπο!
Αυτά ήταν τα νέα μας εν συντομία. Σας εύχομαι καλό μήνα με χρώματα και αρώματα γεμάτο με ένα αγαπημένο και …..μυρωδάτο τραγούδι από τους συμπατριώτες μου , τους ¨Χαίνηδες”
”Συνταγές μαγειρικής”
Από μικρή της άρεσε μες στην κουζίνα μόνη
τις ώρες να σκοτώνειμε τη μαγειρική
και πέφτανε τα δάκρυα θυμώντας τη ζωή της
και δίναν στο φαΐ της μιά γεύση μαγική.
Κύμινο μοσχοκάριδο και κόκκινο πιπέρι
ποτέ δεν είχε ταίρι ν’ αλλάξει μιά ευχή
να χαμηλώσειs τη φωτιά μετά την πρώτη βράση
να γίνονταν η πλάση ξανά από την αρχή.
Ψιλοκομένος μαϊντανός και σκόρδο μιά σκελίδα
νά ‘φεγγε μιά ελπίδα στα μάτια τα μελιά
και προς το τέλος πρόσθεσε ένα ποτήρι λάδι
νά ‘νοιωθε ένα χάδι μιά μέρα στα μαλλιά.
Μιά νύχτα έπιασε φωτιά μέσα στο μαγερειό της
πού ‘κανε το φευγιό τηςνα μοιάζει με γιορτή
τέτοια που γύρω φύτρωσαν άσπρα του γάμου κρίνα
ολόιδια με κείνα που είχε ονειρευτεί.
Πόσες καρδιές που γίνανε αναλαμπή κι αθάλη
μας κάνανε μεγάλη κάποια μικρή στιγμή
κι αθόρυβα διαβήκανε απ’ της ζωής την άκρη
χωρίς ν’ αφήσει δάκρυ σε μάγουλο γραμμή.

Eμοιαζαν σαν δυο σταγόνες νερό, ήταν όμως τόσο διαφορετικοί. Οι γονείς τους δεν έκρυβαν τη περηφάνια τους για τα δίδυμα αγόρια τους, τα καμάρια τους, πάνω που είχαν δεχτεί ότι δεν θα κάνουν παιδιά, η μοίρα τους χαμογέλασε λίγο μετά τα σαράντα.Ο Νικόλας και ο Αλέξης τους γέμισαν χαρά και ελπίδα. Γεννήθηκαν με μισή ώρα διαφορά. Ο Νικόλας φαινόταν ότι ήταν καλόβολο παιδί από μικρός, ενώ ο Αλέξης από τη γέννα κιόλας έδειξε το επαναστατικό του ταμπεραμέντο.
O Νικόλας ήταν πιο κλειστός χαρακτήρας από παιδάκι. Δεν έκανε εύκολα φίλους, χαρακτηριστικό που κρατάει ακόμα και τώρα στα είκοσι πέντε του χρόνια. Για αγόρι είχε «περίεργες ασχολίες» σύμφωνα με το πατέρα του. Μικρός δε ζητούσε ποτέ παιχνίδια. Τουλάχιστον όχι μετά από ένα βιβλίο με τα παραμύθια του Άντερσεν που του έφερε η νονά του στα γενέθλια του. Μαγεύτηκε από τις εικόνες, χάθηκε μέσα στο παραμυθένιο κόσμο και από τότε ζητούσε μόνο βιβλία να του φέρνουν. Ένα νέο βιβλίο ήταν το πρώτο πράγμα που αγόραζε με το που έπαιρνε το χαρτζιλίκι του. Ακόμα και αν δεν είχε τελειώσει το προηγούμενο, ήθελε να έχει καβάντζα. Στα είκοσι πέντε του το δωμάτιό του ήταν ένα μικρό βιβλιοπωλείο. Γι αυτόν τα βιβλία δεν ήταν άψυχα αντικείμενα αλλά πλάσματα ζωντανά που κουβαλούσαν μια ιστορία, μια κατάθεση ψυχής του συγγραφέα κωδικοποιημένη μέσα από ένα μυθιστόρημα, ένα ποίημα. Ο Νικόλας ρουφούσε σα σφουγγάρι το μήνυμα πίσω από τις λέξεις, διάβαζε αργά για να μπει όχι μόνο στο πνεύμα της ιστορίας αλλά να νοιώσει την αγωνία του συγγραφέα καθώς την αποτύπωνε. Είχε από κοντά και ένα μολυβάκι και ότι του άρεσε το υπογράμμιζε απαλά. Ζωντάνευε και αυτός με τον τρόπο του τα βιβλία και όταν τα τέλειωνε, τα κείμενα ξαναγεννιόντουσαν μέσα από το δικό του βλέμμα, κουβαλούσαν πια ένα κομμάτι από εκείνον, είχαν τη ματιά του, λίγο από το άρωμά του. Σπάνια τα δάνειζε και μόνο σε ανθρώπους που ήξερε ότι θα τα προσέξουν και θα τα αγαπήσουν όπως αυτός. Τα ζητούσε όμως πίσω μετά από λίγο καιρό, έβλεπε το κενό που είχαν αφήσει στο ράφι και αναρωτιόταν για την τύχη τους.
Στο γυμνάσιο άρχισε και η αγάπη του για τη μουσική. Ξεκίνησε μαθήματα κιθάρας, παρόλο που στο σπίτι υπήρχε ακόμα το παλιό πιάνο της θείας Μαρίας. Του άρεσε ο ήχος του αλλά η κιθάρα του φάνηκε πιο προσιτή, μια αγκαλιά από ήχους που θα μπορούσε να παίρνει μαζί του όπου ήθελε. Στην ακροθαλασσιά με λίγους και καλούς φίλους και με βλέμμα ονειροπόλο να κοιτάει το φεγγάρι.
Αυτά έβλεπε ο πατέρας του και όλο έλεγε στη γυναίκα του ότι ο Νικόλας για αγόρι παρουσίαζε «αποκλίνουσα συμπεριφορά». Έβλεπε και τον μικρό που ήταν μέσα σε όλα, πρώτος στα πάρτι, κοινωνικός, δημοφιλής στο σχολείο, μετά στη Νομική, με ωραίες κοπέλες να τον συνοδεύουν, και αναρωτιόνταν ώρες ώρες πως βγήκε έτσι κουλτουριάρης ο μεγάλος.
Το γεροδεμένο του σώμα και το καθαρό βλέμμα του, έκαναν τις κοπέλες να τον ερωτεύονται με τη πρώτη ματιά αλλά οι σχέσεις που είχε δεν κρατούσαν πολύ. Μπορούσε να τα δώσει όλα για μια γυναίκα αρκεί να ήταν αληθινή και ειλικρινείς, να μπορούσε να συνταξιδέψει μαζί του σε κοινούς τόπους. Κάπου νόμιζε ότι το είχε καταφέρει μια δυο φορές αλλά μετά από λίγο οι κοπέλες έφευγαν. Κάπου κόλλαγε το κλειδί και δεν άνοιγε εντελώς η πόρτα της ψυχής του. Ενθουσιάζονταν στην αρχή από τη ρομαντική κατά τα άλλα διαφορετικότητά του αλλά κουράζονταν στη συνέχεια. Προσπαθούσαν να τον αλλάξουν και να τον φέρουν στα μέτρα τους, και αυτό σήμαινε την αρχή του τέλους. Δεν είχαν την υπομονή να τον μάθουν, φευγάτος όπως ήταν, και την έκαναν για τύπους πιο επικοινωνιακούς όπως ο Αλέξης. Ζήλεια για τον αδερφό του δεν ένοιωσε ποτέ, ίσα ίσα που τον θαύμαζε και τον αγαπούσε πολύ , το ίδιο και εκείνος. Μόνο σε ότι είχε σχέση με τον αθλητισμό ταίριαζαν τα γούστα τους. Ήταν αχτύπητο δίδυμο στο μπάσκετ αλλά από εκεί και πέρα «το χάος» ξανάλεγε ο πατέρας τους.
«Δε βαριέσαι Κώστα μου, φτάνει που είναι καλό παιδί, έλεγε και ξανάλεγε η κυρία Ελένη, προσπαθώντας να κρύψει την αδυναμία που είχε στον Νικόλα. Ίσως γιατί της έμοιαζε πιο πολύ. Στα νιάτα της και αυτή έτσι ήταν, ονειροπόλα, με τα βιβλία και τα λευκώματα, να κάθεται στο μπαλκόνι στο εξοχικό της θείας της στη Χίο και αγναντεύει τα ολάνθιστα περβόλια στον Κάμπο.
Πάνε δέκα χρόνια που έφυγε η αγαπημένη της θεία και από τότε δεν ξαναπάτησε στο νησί. Πήρε μαζί της μόνο το πιάνο και μερικές παλιές οικογενειακές φωτογραφίες. Η ξαδέλφη της η Μάρθα, την παρακαλούσε κάθε χρόνο να έρθει για λίγες μέρες, να φέρει και τα παιδιά να γνωρίσουν τον τόπο τους. Την πήρε πάλι προχτές για κάποια νομική εκκρεμότητα που υπήρχε με το περβόλι που της άφησε η θεία της. Προσπαθούσε όλη μέρα να βρει τρόπο να αποφύγει αυτό το ταξίδι αλλά μάταια.
-Τι έχεις μαμά γιατί είσαι έτσι από το πρωί;
-Τίποτα Νικόλα μου, κάτι προέκυψε στο νησί και θέλει η Μάρθα να πάω.
-Έχουν περάσει τόσα χρόνια που έφυγε η θεία , μήπως είναι καιρός να τα αφήσεις όλα πίσω;
-Δεν μπορώ παιδί μου ακόμα, έχω βαρύνει κιόλας, δεν έχω όρεξη για ταξίδια αλλά με χρειάζεται η Μάρθα για κάτι υπογραφές, εκτός και αν….
Για μια το βλέμμα της φωτίστηκε, μα πως και δεν το είχε σκεφτεί νωρίτερα;
-Εκτός και αν τι μαμά;
-Εκτός και αν σου κάνω μια εξουσιοδότηση και πας εσύ για μένα. Ήσουν μόνο πέντε χρονών όταν πήγαμε διακοπές τελευταία φορά όλοι μαζί , ευκαιρία να γνωρίσεις και το νησί.
Δεν του φάνηκε καθόλου άσχημη ιδέα, είχε ακούσει τόσα από τη μητέρα του , για τον Κάμπο, τα καστροχώρια και τα περβόλια ευκαιρία να κάνει και λίγες διακοπές τώρα που τέλειωσε η εξεταστική. Το πληρεξούσιο ετοιμάστηκε αμέσως και την επομένη πέταγε για τη Μυροβόλο Χίο με τη πρωινή πτήση.
(συνεχίζεται…)
συμπτώσεις παραμυθένιες,
πράγματα άσχετα που μαγικά κάπως δένουν μεταξύ τους και όταν γίνεται αυτό σε ταξιδεύουν μοναδικά.
Κάτι άλλο ξεκίνησα να γράφω αλλά ακόμα δεν έχει τελειώσει. Και εκεί που το έγραφα, είπα να κάνω ένα διάλειμμα και να αρχίσω το βιβλίο της Ευγενίας Φακίνου που μου έκαναν δώρο πρόσφατα.
“Για να δει τη Θάλασσα” είναι ο τίτλος, για μαγειρέματα γράφει, εδώ είμαστε λέω. Και μαγειρέματα μυρίζει όχι μόνο από τις περιγραφές που δίνει αλλά έτυχε εκεί που είχα το βιβλίο, να εμποτιστεί και με λίγο λαδόξυδο , να κυλήσουν και πάνω στα φύλλα μερικές πεντανόστιμες ελίες και να γίνει Μυροβόλο!
Οι σελίδες στέγνωσαν μα άφησαν αριστερα, ένα πιο έντονο κίτρινο χρώμα, και πάνω απ ‘όλα το άρωμα του καρπού.Ενα βιβλίο που “μυρίζει” και στην πραγματικότητα λοιπόν και με έκανε να το αγαπήσω διπλά.
” Ετρωγε με περισσότερη όρεξη τώρα, σχεδόν κατακτώντας την τροφή του, ευγνώμων για το δώρο της γεύσης. Χωρίς να φανταστελι ότι το φαγητό, το κάθε φαγητό που τρώμε, μας φέρνει στο νου, μια αυλή, μια μάνα σκυμμένη πάνω από τηγάνια και κατσαρόλες, την ευτυχία ενός καλοκαιρινού μεσημεριού με γεμιστά, τη ζεστασιά ενός χειμωνιάτικου τραχανά με φίλους γύρω από το τραπέζι [...] Ανθρωποι, τόποι και εποχές και στιγμές που μπορούν να συνδυαστούν με αφορμή μια γεύση“
Καλή σας όρεξη!


Το κανονικό της όνομα ήταν Βαγγελή. Το’χε καημό ο Ματιγομιχάλης που και το τρίτο του παιδί δε βγήκε αρσενικό και έδωσε στο κούτσικό του το όνομα του πατέρα του.
Η Βαγγελή φαινόταν από μικρή οτι δεν έμοιαζε με τις αδερφές της. Ήταν πιο γεροδεμένη από τη Φρόσω και τη Βασιλικούλα και ο Ματιγομιχάλης καμάρωνε ότι η κοπελιά του ήταν αντράκι. Την έπαιρνε μαζί του πότε στο αμπέλι πότε στο μιτάτο. Με τις αδερφές της δεν είχε πολλά πολλά. Εκείνες καθόντουσαν ολημερίς στην αυλή και παίζανε με δυο κούκλες πάνινες. Καημό το’χε η μάνα τους που δε φτάνανε τα γρόσια να αγοράσει στις κοπελιές της από ένα παιχνιδάκι . Έσκισε λοιπόν μια μέρα ένα αποφόρι , το γέμισε με μπαμπάκια, πήρε και λίγο κάρβουνο και έκανε τα φρύδια, τα μάτια και τη μύτη, ξεχώρισε και τα μέλη τους με κλώστη και τις έδωκε στις κοπελιές της. Μα της βγήκανε μόνο δυο. «Δεν πειράζει αναφώνησε, η Βαγγελή μου όλη τη μέρα είναι στα κτήματα που να βρει χρόνο για κούκλες.». Μα είχε γυρίσει νωρίς εκείνη τη μέρα η Βαγγελή και την άκουσε . Μπορεί να μην είχε χρόνο, αλλά την ήθελε τη κούκλα. Θα την έπαιρνε μαζί της στο αμπέλι και θα της έδειχνε πως το φροντίζουν. Μετά στο μιτάτο πως φτιάχνουν το τυράκι. Μα κυρίως την ήθελε γιατί καταλάβαινε αν και ήταν μόνο έξι χρονών, ότι μεγάλωνε πιο γρήγορα από τις αδελφές της.Καμάρωνε και λυπόταν συνάμα. Γιατί έβλεπε τα ξέγνοιαστα παιδικά χρόνια να την προσπερνούν χωρίς καν να την αγγίζουν.
Όλα γινόντουσαν πιο γρήγορα στη ζωή της λες και είχε βάλει στοίχημα με το χρόνο ποιος θα τερματίσει πρώτος.
Στα έντεκά της χάνει και τους δυό γονείς. Πήγαιναν στη χώρα να πουλήσουν τον καρπό και λίγο πριν το Σκαμνάκι ,κάτι είδε το άλογο και τρόμαξε. Αναποδογύρισε το κάρο και τους καταπλάκωσε. Τον πρώτο καιρό ήρθε μια μακρινή θεία τους να τους βοηθήσει μετά η Βαγγελή θέλοντας και μη, ανέλαβε να φροντίσει τις αδελφές της και ας ήταν μικρότερή τους τρία χρόνια. Την κοιτούσαν σαν χαμένες αλλά και με κάποια ανακούφιση γιατί ήξεραν ότι η αδελφή τους θα ήταν από εδώ και εμπρός το στήριγμά τους.
«Τι θα απογίνουμε τώρα Βαγγελή;Πως θα κουμαντάρουμε το χωράφι και τα ζώα; Πως θα τα βγάλουμε πέρα;» Σαν κοροϊδία της ακούστηκαν όλες αυτές οι ερωτήσεις. Αφού ήξεραν ότι άλλος να γνωρίζει από αυτά πέρα από εκείνη δεν υπήρχε. Οι λιγοστοί συγγενείς και φίλοι είχαν και αυτοί τις δικές τους έγνοιες.
Η Βαγγελή δεν τους απάντησε. Τις άφησε να μυξοκλαίνε στη μέση της αυλής κρατώντας σφιχτά στα χέρια τους τις πάνινες κούκλες. Και από εδώ και στο εξής λίγες ήταν οι κουβέντες μαζί τους. Αυτές ανέλαβαν τη πάστρα του σπιτιού που δεν ήτα δα και τόσο μεγάλο. Σιγά σιγά κουτσόμαθαν να μαγειρεύουν. Τουλάχιστον να βρει η μικρή ένα πιάτο φαγητό. Είχαν τύψεις που η αδερφή τους έκανε αυτά που θα έπρεπε αυτές να κάνουν ως μεγαλύτερες. Αλλά μόνο στην ιδέα οτι θα έπρεπε να καταπιαστούν με τα χώματα και τα ζώα τους έπιανε αναγούλα. Όταν τέλευαν τις δουλειές ασχολιόντουσαν με τα κεντίδια τους. Τα χάιδευαν με τα απαλά ακροδάχτυλά τους και καμάρωναν για τη τέχνη τους. Μα σαν άκουγαν το μάνταλο να τρίζει, τα έκρυβαν να μη τα δει η Βαγγελή.
Από τα χαράματα σηκωνόταν να πάει πρώτα να σιάξει τα ζωντανά και μετά να πάει στα χωράφια. Σκάλιζε με το τσαπάκι το μικρό στην αρχή που της είχε φτιάξει ο Ματιγομιχάλης και μετά με τη μεγάλη τσάπα. Ξεμάκραινε με μανία τα αγριόχορτα και τα ζιζάνια από τ’αμπέλια, και έβγαζε το άχτι της. Μετά πήγαινε ως το κάμπο να μαζέψει χόρτα. Αυτό για κάποιο λόγο της άρεσε πάρα πολύ. Το είχε μάλιστα για παιχνίδι. Έψαχνε για το χαμένο θησαυρό σε σημεία που μόνο εκείνη ήξερε. Εδω οι καυκαλίθρες, εκεί τα βλήτα, παρακάτω τα ραδίκια, πιο κάτω οι δρύλλοι και οι ζοχοί. Όλα τρυφερά και λαχταριστά. Γέμιζε τη ποδιά της και την έδενε σφιχτά. Μετά ζαλωνόταν με ξύλα και γύριζε σπίτι. Κάθε μέρα το ίδιο. Το κορμάκι της που ήταν πάνω στην ανάπτυξη άρχισε να καμπουριάζει με τόσο σκύψιμο.
Πέρασαν χειμώνες δέκα και τίποτα δεν είχε αλλάξει για τη Βαγγελή. Οι αδερφές της βρήκαν γρήγορα γαμπρούς και κατέβηκαν στην πόλη και δεν τις ξαναείδε. Απόμεινε μονάχη στο πατρικό της, να μαζεύει ολημερίς χόρτα και να φροντίζει το μικρό μποστάνι. Πουλούσε χόρτα και καρπό στα γύρω χωριά. Οι νοικοκυρές ζητούσαν βλαστάρια από τα δικά της. Άλλο τρόπο να ζήσει η Βαγγελή δεν είχε. Ακόνιζε το μαιχαράκι της, έπαιρνε και ένα τορβά και πήγαινε στο κάμπο. Ήταν εικοσιενός χρονών και η πλάτη της κοίταγε πιο πολύ τη γη παρά τον ουρανό μα αφού δεν τη πόναγε δεν τη ένοιαζε και πολύ.Μήπως θα γύριζε κανείς να την κοιτάξει..
Είχε αλλάξει η Βαγγελή. Από τότε που έφυγαν οι αδερφές της σαν να ανάσανε λίγο. Τώρα δεν είχε παρά τον εαυτό της να φροντίζει, θα μπορούσε να περνά και με λιγότερα. Από τότε που έφυγαν οι γονείς τα μαύρα δεν έβγαλε. Σαν μικρό κορίτσι τα μαύρα ρούχα τόνιζαν τα λυπημένα της μάτια και εκείνο το «γιατί» που κρεμόταν στην άκρη των χειλιών της έμοιαζε μαχαιριά στο στήθος. Τώρα το σκούρο χρώμα, τόνιζε ακόμα πιο πολύ τη λευκή της επιδερμίδα και και έκανε τα μαύρα της μαλλιά να λαμποκοπούν στον ήλιο και το μαύρο φόρεμά της να φαίνεται ακόμα πιο θαμπό . Μα να μην έγερνε τόσο και θα έβρισκε σίγουρα γαμπρό και ας ήταν και από τους φτωχούς φτωχότερη. Καμία δεν μπορούσε να την παραβγεί στην αξιοσύνη και στο νοικοκυριό.
Μια μέρα η Βαγγελή πήγε ένα πιάτο χόρτα τσιγαριαστά και ένα κομμάτι χορτόπιτα στη παπαδιά και μετά γύρισε σπίτι. Έλειπε ο Παπά Μανώλης για ένα μνημόσυνο στο διπλανό χωριό και άκουσε πως ήταν άρρωστη η παπαδιά του. Την αγαπούσε η Βαγγελή γιατί πολύ της είχε σταθεί όταν έφυγαν οι γονείς της και η παπαδιά όμως που δεν είχε δικά της παιδιά, πολύ το λυπόταν αυτό το κούτσικο που ανέλαβε άδικα τόσα βάρη. Εκείνες τις μέρες ο παπάς φιλοξενούσε και έναν ανιψιό του από τα Κορακιανά. Όμορφο παλικάρι ο Στρατής και προκομμένος. Δούλευε την πέτρα με μεγάλη τέχνη από μικρός και ήταν ένας από τους πιο γνωστούς κτιστάδες στη πέρα χώρα. Στο χωριό είχε κατέβει να φτιάξε το μαντρότοιχο του παπά Μανώλη που είχε αρχίσει να πέφτει στις άκρες. Οικογένεια δεν είχε κάνει , και τα προξενιά δε τα θελε με τίποτα. Ήθελε να καρδιοχτυπήσει πρώτα για τη κοπελιά και όχι να τη παντρευτεί από ζόρι.
-«Κόπιασε καλό μου να βάλεις μια μπουκιά στο στόμα σου και αύριο μέρα είναι πάλι.», του είπε παπαδιά, και του έβαλε μπροστά του ένα καλό κομμάτι κρέας, και τα χόρτα της Βαγγελής.
Ο Στρατής παραμέρισε το κρέας, και έβαλε μπροστά του το πήλινο κιούπι με τα χόρτα που άχνιζαν ακόμα. Όταν τα δοκίμασε νόμισε πως μπήκε μέσα σένα ολάνθιστο περβόλι.
- « Γειας τα χεράκια σου θεία μου! Τέτοια χόρτα δεν έχω ματαφάει!»
- « Δεν τα έφερα εγώ γιόκα μου μα μια γειτονοπούλα η Βαγγελή που ξέρει να μαζεύει τους καλύτερους βλαστούς και ……»
-Θεία μου μην αρχίζεις πάλι τα προξενιά να χαρείς! Καλά να’ναι η κοπέλα, νόστιμα έχει μαγειρεμένα και τα χορταράκια αλλά ως εκεί»
-Καλά γιε μου , ούτως ή άλλως δεν κάνει για σένα η παντέρμη.
Ο Στρατής κοίταξε με περιέργεια τη θεία του. Λίγο η νοστιμιά του φαγητού, λίγο τα λόγια της θείας, του κίνησαν το ενδιαφέρον να μάθει περισσότερα για αυτή τη κοπέλα με το περίεργο όνομα.
-Και γιατί δεν κάνει για μένα; Εκτός από τα χορταράκια που είναι από τα πιο νόστιμα που έχω φάει , τι άλλο έχει; Μήπως δε βάζει καλό λόγο στο στόμα της;
-Όχι παιδί μου τι είναι αυτά που λες! Πιο καλό και πονόψυχό πλάσμα από τη Βαγγελή δεν υπάρχει.
-Μήπως είναι πολύ πλούσια και δεν θα καταδεχτεί έναν τεχνίτη σαν εμένα;
-Πλούσια στη ψυχή της είναι Στρατή μου αλλά εκτός από ένα μικρό αμπέλι δεν έχει ούτε ένα δεύτερο φόρεμα να βάλει. Όλη μέρα με τη γη ανακατεύεται και προσπαθεί να τα βγάλει πέρα μοναχή της
-Ε τότε τι έχει; Καλός άνθρωπος και άξια γυναίκα μου φαίνεται γιατί να μην μου αρέσει ;Μήπως είναι βλογιοκομμένο το πρόσωπό της σαν της Κατινιώς;
Είδε και απόειδε η παπαδιά με τις ερωτήσεις του Στρατή και έκατσε και του είπε όλη την ιστορία της Βαγγελής. Ο Στρατής όσο άκουγε τόσο λαχταρούσε να τη γνωρίσει και καθόλου δεν τον ένοιαζε αυτό το πρόβλημα που είχε. Την αγάπησε πριν καν τη δει από κοντά.
Με την ευχή και την ευλογία του παπά Μανώλη ο Στρατής την έκανε γυναίκα του τη Βαγγελή η οποία δε πίστευε ότι θα’ρχόταν ποτέ η μέρα που θα΄χε δίπλα της ένα άντρα σαν τον Στρατή. Τέσσερα παιδιά τού χάρισε και με τα χρόνια γέμισε αυλή τους εγγόνια και δισέγγονα. Η χαρά της ήταν να πηγαίνει μαζί τους στο κάμπο και να τους δείχνει με υπομονή πως να μαζεύουν τα πιο τρυφερά βλαστάρια. Από μακριά ξεχώριζε η μορφή της, σαν να αγκάλιαζε ταυτόχρονα τη γη και τα παιδιά της. Και από τότε φώναζαν τη Βαγγελή και Καμπουρομάνα μα εκείνη καθόλου δεν την ένοιαζε γιατί από αγάπη άρχισε να κοιτά πιο πολύ τη γη παρά τον ουρανό και όσα της πήρε μια φορά η ζωή , της τα έδωσε πίσω διπλά και τρίδιπλα.
………………………….

Η αφορμή για αυτή τη παραμυθοσυνταγή στάθηκαν δυο «χορταρούδες», μεγάλες σε ηλικία στο απέναντι χωράφι. Εκείνη την ώρα μιλούσα με την καλή μου την Αρτάνις, oπότε της είπα ότι η επόμενη παραμυθοσυνταγή με άρωμα ελληνικής-εντάξει κυρίως κρητικής- θα της ανήκει ολοκληρωτικά και ελπίζω το άρωμά της να έφτασε μέχρι εκεί κάτω!
Η φωτό δεν είναι δικιά μου. Η πιατέλα είναι πολύ πιο εντυπωσιακή με όλα τα καλούδια που περιγράφω παρακάτω. Εχω σκοπό να το φτιάξω από εβδομάδα οπότε θα την ανανεώσω.
Στη Κρήτη αγαπάμε πάρα πολύ τα χόρτα. Μα πάρα πολύ όμως. Ένας τρόπος μαγειρέματος είναι και το ελαφρύ τσιγάρισμα. Μετά τα σερβίρουμε σε μια μεγάλη πιατέλα, και βάζουμε στην άκρη 2-3 πατάτες βραστές, ντομάτες ψητές, λειωμένες πάνω σε μερικές κριθαροκουλούρες και μετά δουλεύουν τα πηρούνια! Χορταίνει και το μάτι και το στομάχι πιστέψτε με!
Υλικα: 2 κιλά χόρτα (βλίτα, στύφνο, ζοχούς)
6µικρά κολοκύθια
4 πατάτες (τις βράζουμε χώρια)
1 µατσάκι άνηθο ψιλοκοµµένο,
5 φρέσκα κρεµµυδάκια ψιλοκοµµένα
2 ξερά κρεµµύδια ψιλοκοµµένα
3 μεγάλες ντοµάτες. Τη μια την κόβουμε σε µέτρια κομμάτια και την χρησιμοποιούμε στο φαγητο. Τις άλλες της ψήνουμε.
1 χούφτα πράσινες ελιές
Λάδι, νερό, αλάτι, πιπέρι, λεμόνι, πιπέρι
Προετοιμασία
Σοτάρουµε για 5 λεπτά στο ελαιόλαδο τα κρεµµύδια, τον άνηθο, την ντοµάτα και τις ελιές. Προσθέτουµε το νερό τα αφήνουµε να βράσουν για 10 λεπτά και στη συνέχεια προσθέτουµε τα χόρτα και τα κολοκύθια, το αλάτι και το πιπέρι. Σκεπάζουµε την κατσαρόλα και τα αφήνουµε να σιγοβράσουν περίπου 25 λεπτά, ανακατεύοντας και προσθέτοντας νερό αν χρειαστεί.






