Όταν γεννήθηκε η ιδέα ενός νέου blog η επιλογή του ονόματος ομολογώ ότι με δυσκόλεψε αρκετά.
•Ήθελα κάτι που να παραπέμπει στην Κρήτη μια που είναι ο τόπος καταγωγής μου
•Ήθελα να κλείνει μέσα του ένα άρωμα μια που σκοπός αυτού του blog είναι να προσφέρει ένα ταξίδι όχι μόνο με εικόνες αλλά και με γεύσεις από όλη την Ελλάδα
•Ήθελα επίσης να συμβολίζει με κάποιο τρόπο την αγάπη για την παράδοση και τα ξεχωριστά έθιμα που έχει κάθε τόπος και τα οποία οφείλουμε όλοι να διαφυλάξουμε και να τα ενσταλάξουμε και στις επόμενες γενιές .
Ρίχνοντας όλα τα παραπάνω στο χαρτί , το μυαλό έκανε από μόνος του συνειρμούς και οδήγησε στον Δίκταμο ή έρωντα .
Το βραστάρι όπως λέμε στην Κρήτη και το οποίο δεν λείπει από κανένα νοικοκυριό με τις ιδιαίτερες θεραπευτικές ιδιότητες
Παρέα με αυτό μια ιδέα που εδώ και αρκετό καιρό έχει στρογγυλοκαθήσει στο μυαλό μου,νομίζω ήρθε η ώρα να σηκωθεί! Για περιμένετε λίγο γιατί είμαστε στα μπετά ακόμα αλλά προχωράμε γρήγορα. Το alter ego Thalassini φυσικά και θα παρεμείνει για άλλου είδους αναρτήσεις. Για τις υπόλοιπες ….λίγο ακόμα υπομονή!
Δεν θυμάμαι αν έχω ξαναγράψει ποστ με αυτόν τον τίτλο. Λογικό αφού ήμουν μακριά από τη μπλογκόσφαιρα τόσο καιρό….
Και δεν είναι μόνο το ξέφτισμα της μνήμης αλλά και μια σύγχυση. Ένας καταιγισμός ιδεών και συναισθημάτων, θέλω να τα γράψω και να τα πω όλα. Με μία πρόταση , με μια λέξη, σε ένα ποστ, σε ένα μπλογκ, σε αυτό το μπλογκ, σε πολλά….
Ψάχνω να βρω τον τίτλο και μου έρχονται στο μυαλό χιλιάδες. Με παιδεύει η πρώτη πρόταση, η πρώτη σκέψη . Αφήνω τα δάχτυλα να κυλήσουν στο πληκτρολόγιο και τότε μαγικά βρίσκουν τον ρυθμό τους. Το κείμενο παίρνει σάρκα και οστά, μερικά delete και undo,λίγη μορφοποίηση και μετά μια φωτό, ίσως και ένα τραγούδι για επένδυση, ένας στίχος , δικός μου , ξένος , τι σημασία έχει αρκεί να κολλάει. Αρκεί κάτι να λέει σε μένα, ένα άυλο εισιτήριο για να με πάει μακριά, σε εκείνο το ταξίδι που μου αρέσει αλλά μου κοστίζει τόσο…. όχι υλικά γιατί τα καλύτερα ταξίδια δεν χρειάζονται χρήματα, είναι ταξίδια του μυαλού και της ψυχής και σε πάνε πιο μακριά από τα άλλα. Μια που μιλάγαμε και για ταξίδια στο προηγούμενο ποστ…. Σε χρόνο μου κοστίζει. Που δεν έχω και που έχω τόσο ανάγκη. Για να ρουφήξω λίγο ανμελα τις σελίδες ενός βιβλίου (βιβλίων μάλλον) που αγόρασα πριν μήνες. Για να δω μια θεατρική παράσταση ή να πάω σε μια συναυλία. Για να βοηθήσω εθελοντικά αυτούς που έχουν ανάγκη. Για να φτιάξω ένα νέο μπλογκ ,για να γράψω στο παλιό, για να …..
Οχι δεν θα πάω πουθενά φέτος, εδώ θα μείνω, εν μέσω μετακόμισης, ευκαιρία να παλέψω λίγο με τον χρόνο. Κάτι να του κλέψω και εγώ, όχι μόνο εκείνος. Λίγο χρόνο ζητάω για να βρω τις χαμένες γεύσεις που τόσο μου έχουν λείψει. Ενα βλέμμα κλεφτό από το παράθυρο.
αυτό θέλω μόνο δεν νομίζω να σε πειράζει ε ; Εξάλλου δεν θα σου κοστίσει και τίποτα. Ούτε σου ζήτησα να με πάρεις μαζί.
Αφού δεν θα πάω διακοπές ούτε εντός ούτε εκτός ας πάω τουλάχιστον με το μυαλό και τη καρδιά. Διάλεξε εσύ τον προορισμό και άσε με να ταλαιπωρήσω τον γούγλη ψάχνοντας.
Γιατί αυτό είναι που μου αρέσει πιο πολύ απ’όλα. Η προετοιμασία του ταξιδιού … με εξιτάρει. Σαν ένα παιχνίδι χαμένου θησαυρού μου μοιάζει όπου πρέπει πάση θυσία να ανακαλύψω το μη προφανές, το άγνωστο εκείνο τοπίο που πολύ προσπαθούν να το κρατήσουν μακριά από τα μάτια του κόσμου αόλο και κάποιο ηλεκτρονικό αποτύπωμα θα έχουν αφήσει δεν μπορεί…
Θέλω την γεύση εκείνη τη μοναδική που αναδύεται από ένα συγκεκριμένο,χαμένο, κρυμμένο ταβερνάκι
Θέλω τον ήχο εκείνο από τη θάλασσα που μπερδεύεται με την τοπική ντοπιολαλιά
Θέλω να πάρω ένα ποδήλατο και να χαθώ στα λιθόστρωτα καλντερίμια
Θέλω να γνωρίσω τον άγνωστο καλλιτέχνη , εκείνο τον γέροντα πάνω στο χωριό
Για όλα τα παραπάνω θέλω και πολλά ακόμη , έπαψα να αγοράζω ταξιδιωτικούς οδηγούς. Χρόνια τώρα. Γιατί αυτό που πάνε να πασάρουν ως κρυμμένο θησαυρό έχει γίνει πια γνωστό τοις πάση και μετά όλοι κοκορεύονται στα διάφορα κοινωνικά δίκτυα λες και ανακάλυψαν την Αμερική.
Το μόνο που δεν μπορώ να κάνω νοερά είναι να αποτυπώσω τα ευρήματα με το φακό. Όλο αυτό το μη προφανές για το οποίο έχω σπαταλήσει ώρες ψάχνοντάς το, θέλω απεγνωσμένα να το κλειδώσω μέσα σε μια Nikon. Να αποτυπώσω τη στιγμή και να τη φέρω πίσω μαζί μου. Γι΄αυτό και πριν βγει η βαλίτσα από το σπίτι έχει ξανανοιχθεί τουλάχιστον δέκα φορές. Η μηχανή είναι μέσα; Η έξτρα μνήμες; Ο φορτιστής για τις μπαταρίες;
Οι σημειώσεις του ταξιδιού και η φωτογραφική
Τις πρώτες σου τις παραδίδω. Τις άλλες τις περιμένω.
Μ’ αρέσει άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία
κι ενώ μεν απ’ τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δε σε φτάνει.
Μου φαίνεται ακόμα ότι τα μάτια μου σε σκεπάζουν πετώντας
κι ότι ένα φιλί, μου φαίνεται,
στα χείλη σου τη σφραγίδα του βάνει.
Κι όπως τα πράγματα όλα ποτισμένα είναι από την ψυχή μου,
έτσι αναδύεσαι κι εσύ μες απ’ τα πράγματα,
ποτισμένη απ’ τη δική μου ψυχή.
Σου ονείρου πεταλούδα, της ψυχής μου εσύ της μοιάζεις έτσι,
σαν όπως μοιάζεις και στη λέξη μελαγχολία, καθώς ηχεί.
Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτιά.
Κι άμα κλαις μου αρέσεις,
απ’ την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ.
Κι ενώ μεν απ’ τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν μπορεί να σ’ αγγίξει:
Άσε με τώρα να βυθιστώ κι εγώ σωπαίνοντας
μες στη δική σου σιωπή.
Άσε με τώρα να σου μιλήσω κι εγώ με τη σιωπή
τη δικιά σου
που είναι απέριττη σα δαχτυλίδι αρραβώνων
και που λάμπει σαν αστραπή.
Είσαι όμοια η νύχτα, αγάπη μου,
η νύχτα που κατηφορίζει έναστρη.
Απόμακρη και τόση δα κι απ’ αστέρια φτιαγμένη
είναι η δικιά σου σιωπή.
Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία.
Μακρινή κι απαρηγόρητη, σα να σε σκέπασε χώμα.
Μια λέξη μόνο αν πεις, ένα χαμόγελο – μου αρκεί
για να πανηγυρίσω που είσαι εδώ κοντά μου ακόμα
Αυτά τα βίντεο κλιπ και oι αισθηματικές σειρές τελικά δεν κάνουν καλό. Αν είσαι και λίγο ευαίσθητος και αν σου λείπουν κάποια πράγματα, αλλιώς…
Η Ματούλα ανήκει στη πρώτη κατηγορία. Παραδομένη στη θαλπωρή του καφέ σουέντ καναπέ, βλέπει φανερά εκνευρισμένη ένα κλιπ μιας μπαλάντας . Ένα ζευγαράκι που αγκαλιάζεται, που φιλιέται με πάθος σε μια παραλία, που κάνει έρωτα σε slow motion δίπλα σε αναμμένο τζάκι, να και το πρωινό στο κρεβάτι, να και το τριαντάφυλλο στο μαξιλάρι…..
« Μα δεν είναι δυνατόν να συμβαίνουν μόνο στο εκράν αυτά;» αναφωνεί χωρίς να το θέλει.
« Αυτά τα μελιστάλαχτα είναι ουτοπία αγάπη μου» της απαντά ο Γιάννης που μόλις είχε μπει στο σαλόνι, χωρίς να τον δει.
Τον κοιτά μελαγχολικά, δεν του απαντά. Μα δε μπορεί να μην υπάρχουν και άλλοι σαν εκείνη, αιθεροβάμονες, ρομαντικοί , άκρως συναισθηματικοί που να είναι σε μόνιμη αναζήτηση αυτής της ουτοπίας…
Eκείνος παίρνει τον καφέ του και κλείνεται στο γραφείο. Στην τηλεόραση παίζει μια παλιά μπαλάντα της Whitney Hiouston. Οι στίχοι την αγγίζουν. Μα τι κακό και αυτό με εκείνη!Να βρίσκει τον εαυτό της σε ιστορίες στίχων, σε σελίδες βιβλίων. Να είχε και κάποιον δίπλα της που να έκανε πραγματικότητα τους στίχους…
Ξαναχώθηκε στη θαλπωρή του καφέ καναπέ. Άλλη από αυτή για την ώρα δεν είχε.
Ιστορία 2η
“Αγγελίες”
Στήλη: Ειδικά συνεργεία
«Ζητείτε συνεργείο εντοπισμού χαμένων ονείρων. Παρακαλώ μόνο σοβαρές προτάσεις. Δεν υπάρχει χρόνος. Για περισσότερες πληροφορίες καλέστε στο 210 …»
Στήλη: «Προσωπικά»
«Ζητείτε Άνθρωπος να μοιραστεί τα όνειρά μου. Αναζητώ Άνθρωπο να μοιραστώ τα όνειρά του. Ζητείτε Άνθρωπος να τον συγκινώ. Ζητείτε άνθρωπος να με συγκινεί. Ζητείτε … Παρακαλώ μόνο σοβαρές προτάσεις . Δεν υπάρχει χρόνος. Για περισσότερες πληροφορίες καλέστε στο 210 …»
Ιστορία 3η
“Η πέτρα”
«Πέτρα ή πιο επιστημονικά πέτρωμα. Υλικό από τα οποία αποτελείται ο στερεός φλοιός της Γης. Τα πετρώματα μπορεί να αποτελούνται από συμπαγείς μάζες όπως ο γρανίτης ή ο ασβεστόλιθος. Άλλα είναι δυνατόν ν΄ αποτελούνται από μαλακότερα ή «ευκίνητα» υλικά όπως η άμμος, η άργιλος κλπ.
Τα πετρώματα σχηματίζονται από ένα ή περισσότερα ορυκτολογικά συστατικά. Ανάλογα με τον τρόπο σχηματισμού τους τα πετρώματα διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες:
Τα εκρηξιγενή ή πυριγενή ή μαγματικά πετρώματα
Τα ιζηματογενή πετρώματα και
Τα μεταμορφωσιγενή πετρώματα.»
Μάζευε από μικρός πέτρες ο Αλέξης. Δεν ήταν τυχαίο που ακολούθησε την καριέρα του Μεταλλειολόγου. Είχε τόσες πολλές που είχε γεμίσει όλο το υπόγειο. Άλλες βρίσκονταν διάσπαρτες μέσα στο σπίτι. Μικρές, μεγάλες, με στρογγυλάδες, ακανόνιστες, καφέ, γκρι, σε κάθε του εξόρμηση επαγγελματική ή μη, όλο και θα μάζευε μερικές. Ειδικά όταν ήταν μαζί με τη Στέλλα. Κάθε μια και ένα αποδεικτικό στοιχείο από μια τους Στιγμή. Σήμερα όμως ξύπνησε κάπως. Όλη αυτή τη περίοδο ξυπνάει κάπως. Κατέβηκε στο υπόγειο και κινήθηκε στο σκοτάδι. Το αναμμένο τσιγάρο έμοιαζε με πυγολαμπίδα.
Άναψε το φως. Μέτρησε τα κιβώτια. Σε κάθε κιβώτιο τόσες πέτρες. Κάθε πέτρα τόσες Στιγμές.
Κάθε πέτρα και μια Στιγμή.
Κάθε Στιγμή βαριά σαν Πέτρα.
Iστορία 4η
(απόσπασμα άρθρου από το Vita.gr της Αμίνας Μοσκώφ)
«Πες μου τι να κάνω»
Θα μπορούσαμε να πούμε πολύ σχηματοποιημένα ότι μπροστά στον πόνο και γενικότερα στα προβλήματα υπάρχουν δύο αντίθετες τάσεις: Η πρώτη είναι η υπεκφυγή, η γρήγορη λύση που προσφέρει μιαν άμεση αλλά προσωρινή ανακούφιση από την ένταση και τη δυσφορία. H δεύτερη είναι αυτή της ενδοσκόπησης, της αναζήτησης δηλαδή μιας λύσης που έρχεται μέσα από την αυτογνωσία και την αυθεντικότητα. Ποιος όμως έχει καιρό για ενδοσκόπηση, όταν υποφέρει τρελά; Eκείνες τις στιγμές, ένα «Πες μου τι να κάνω» αιωρείται συνεχώς από τα χείλη μας. Aπευθύνεται σε φίλους, περιοδικά, ειδικούς και μη. Aναζητεί μια σύσταση, μια συμβουλή, ένα «κόλπο» .
Ιστορία 5η
“ Περί Γεύσεων;”
Δεν μπορεί να μην σου έχει τύχει ποτέ. Τρως ένα φαγητό μαγειρεμένο με τάδε υλικά. Σου αρέσει τόσο πολύ που αρνείσαι να το δοκιμάσεις με άλλο τρόπο. Φοβάσαι μη σου χαλάσει τη γεύση.
Και εκεί που δεν το περιμένεις γίνεται η ανατροπή. Είσαι κουρασμένος, έχεις τις άμυνές σου σε καταστολή, πεινάς, βάζεις κάτι στο στόμα χωρίς να το ψάξεις πολύ και μένεις. Σου αρέσει . Το γεύεσαι αργά και βασανιστικά για να ανακαλύψεις τα κρυμμένα μυστικά του. Μετά από λίγο βέβαια σε παίρνουν οι τύψεις για την απιστία που διαπράττεις, αλλά έχεις τόσο μα τόσο ανάγκη για μια καινούργια γεύση…. Τα βάζεις όλα κάτω. Δεν παύεις να αγαπάς την προηγούμενη. Είναι η πρώτη που δοκίμασες, η πρώτη που σου έκανε εντύπωση, η πρώτη που σε κέρδισε. Θα σε συναρπάζει πάντα όταν θα τη γεύεσαι. Τώρα όμως έχει γεμίσει με δυόσμο το στόμα σου και σ’αρέσει. Αχ πόσο σου αρέσει…
Iστορία 6η
Τώρα τελευταία οδηγώ με μουσική για να μην ακούω τις σκέψεις μου. Τι να κάνω όμως όταν ένα τραγούδι με οδηγεί σε αυτές;
Ιστορία 7η
“ Ο Βασιλικός στο παράθυρό του.”
Κάθε εβδομάδα στο γραφείο του καταφθάνουν περίτεχνες ανθοδέσμες από ευχαριστημένες πελάτισσες. Ανθούρια και εξωτικές ορχιδέες Falenopsys, περιτριγυρισμένες από Trachelium και Solidago. «Αυτό δεν είναι γραφείο ιατρού αλλά θερμοκήπιο» του είπε προχτές πειραχτικά ο φίλος του ο Νίκος.
Γυναίκες ματαιόδοξες και υπερφίαλες που θέλουν να παγώσουν τον χρόνο, άλλες που θέλουν να τον στείλουν διακοπές για λίγο με ένα «απλό botoxaki» όπως λένε.
Στην αρχή έβλεπε τον εαυτό σαν άλλο Πυγμαλίωνα αλλά τώρα πια άρχισε πραγματικά να τον απωθεί το επάγγελμά του. Κουράστηκε να παίζει με τα ανθρώπινα περιτυλίγματα. Βαρέθηκε τα λατινογενή ονόματα των λουλουδιών. Αυτό που ήθελε ήταν να βρει λίγο βασιλικό και δυόσμο να βάλει στο μπαλκόνι του. Σε τίποτα παλιούς τενεκέδες από λάδι, όπως είχε η γιαγιά η Μαρίκα στο πατρικό του στη Καισαριανή. Εκείνο το παλιό προσφυγικό σπιτάκι με τους χονδρούς πέτρινους τοίχους, την εσωτερική αυλή και τις χαμένες γεύσεις.
Και τον βρήκε τον βασιλικό του…. το πως είναι μια άλλη ιστορία. Μόνο που ήταν ξανθός και σγουρομάλλικος και όταν της το είπε της άρεσε τόσο, που κάθε μέρα του έβαζε μέσα στον δερμάτινο χαρτοφύλακα και ένα κλωναράκι. Και εκείνος το πρώτο πράγμα που έκανε μόλις έφτανε στο γραφείο ήταν να γεμίσει ένα ποτήρι με νερό και να βάζει μέσα τον βασιλικό του. Τον είχε στο περβάζι δίπλα του να παίρνει φως. Τα υπόλοιπα λατινογενή εξωτικά λουλούδια που συνέχιζαν να καταφθάνουν στο γραφείο του δεν είχαν παρά να υποκλιθούν μπροστά στην απλότητά του.
Ως που μια μέρα το ποτήρι δεν γέμισε με φρέσκο κλώνι. Το παλιό είχε αποξεραθεί εδώ και μέρες και δεν είχε αντικατασταθεί με νέο. Μια θετική απάντηση σε ένα μεταπτυχιακό στην Αμερική. Δεν ήθελε να τον χάσει αλλά έπρεπε να φύγει. Την αγαπούσε αλλά δεν μπορούσε να κλείσει το ιατρείο του. Εκείνος έπρεπε να μείνει.
Πέρασαν μήνες και τα λατινογενή άρχισαν να τον πνίγουν. Ως που μια μέρα το βλέμμα του έπεσε στο μικρό τραπεζάκι δίπλα στη βιβλιοθήκη. Ένα λευκό βάζο που έκρυβε ένα μικρό θησαυρό. Μερικά κόκκινα γεράνια, λίγη λεβάντα, παραδίπλα στριμωγμένο ένα κλωναράκι γιασεμί, δίπλα του λίγος δυόσμος.
« Ελένη ποιος τα έφερε αυτά;» ρώτησε τη γραμματέα του με αγωνία.
« Η κυρία Ματούλα Παπαφράγκου. Μια νέα πελάτισσα που της έκλεισα αύριο ραντεβού. Πέρασε χτες αλλά ήσασταν με τον κύριο Αλέξη στο συνέδριο Μεταλλειολογίας. Είπε ότι μένατε παλιά στην ίδια γειτονιά και σας έφερε αυτά τα λουλούδια.»
Δεν μίλησε. Πήρε το βάζο, το έβαλε δίπλα στο περβάζι και χαμογέλασε μελαγχολικά.
………………………
“Son la cinco de la ma�ana
y yo no he dormido nada,
pensando en tu belleza, loco voy a parar.
el insomnio es mi castigo,
tu amor sera mi alivio
y hasta que no seas mia no vivire en paz”
Όχι αρκετά πυκνή όμως. Σαν πέπλο έμοιαζε, ίσα ίσα που θόλωνε τις μορφές και τις μάζες.
Στην προβλήτα δεν έχει πολύ κόσμο. Πέμπτη χαράματα, μια απλή καθημερινή ή μήπως όχι;
Το εισιτήριο έχει αρχίσει να φθείρεται ήδη. Από τότε που το πήρε, όλο το κοιτά, το γυρίζει από εδώ, διαβάζει τους κωδικούς, τους απομνημονεύει, διαβάζει τους όρους του ταξιδιού , αυτούς με τα ψιλά γράμματα, τα μάτια πονάνε αλλά επιμένει. Φοβάται τα ψιλά γράμματα γιατί αν δεν έκρυβαν κάτι θα ήταν σε μεγαλύτερη γραμματοσειρά. Θα ήταν φάτσα κάρτα, ταμπέλα ολόκληρη να προειδοποιούν για τους όρους του ταξιδιού, ναι εντάξει θα χρειαζόταν τότε πιο πολύ χαρτί ε και;
Από μακριά ακούγεται το αγκομαχητό της αμαξοστοιχίας. Πώς να φρενάρεις ένα τέτοιο σώμα; Μπαίνει μέσα. Άδεια βαγόνια. Δεν ξέρει πιο να διαλέξει. Θα προτιμούσε κάποια να ήταν γεμάτα για να μπορέσει να τα αποκλίσει δια της άτοπου απαγωγής. Τώρα πρέπει να επιλέξει. Επιλέγει, το δεύτερο δεξιά. Όταν θα αρχίσουν το νανούρισμά τους οι ράγες, βολεύει πιο πολύ να γύρει δεξιά. Τακτοποιεί τα πράγματα με τρόπο που θα κάνουν το ταξίδι πιο άνετο. Η μεγάλη βαλίτσα με τα ρούχα έχει μπει στο πάνω ράφι . Έχει δίπλα μόνο το παλιό σακίδιο. Από τη σχολή είχε να το χρησιμοποιήσει. Στη μια τσέπη βρήκε μάλιστα και διάφορα απομεινάρια του χρόνου. Ένας διαφημιστικός αναπτήρας, μια σκισμένη σελίδα από το παλιό organizer, η αρχή ενός τηλεφώνου, δίπλα ένα Κ.Λ ένας ζωγραφισμένος ήλιος…Για κάποιο λόγο δεν πετάχτηκαν τότε. Με τον χρόνο έγιναν ένα με το σακίδιο, απέκτησαν δικαιώματα. Αποφάσισε να μην τους κάνει έξωση μετά από τόσα χρόνια.
Στην εσωτερική θήκη το θερμός με τη ζεστή σοκολάτα , μερικές έξτρα κουταλιές για να είναι το μίγμα πηχτό και να στέκεται πρώτα στο στόμα και μετά στο λάρυγγα. Σαν γευσιγνωσία παλιού γλυκόπιοτου κρασιού. Παραδίπλα δύο βιβλία. Ένα πολυδιαβασμένο με τσακισμένες σελίδες και υπογραμμίσεις και ένα νέο που περίμενε με λαχτάρα το πρώτο άγγιγμα. Εδώ και μέρες, μήνες μπορεί και χρόνια. Εξώφυλλο λουστραρισμένο, σελίδες ατσαλάκωτες. Τίτλος ίδιος. Αποφάσισε να παίξει ένα παιχνίδι. Να ξαναδιαβάσει το ίδιο βιβλίο και να δει αν θα τον συγκινούσαν τα ίδια πράγματα, αν θα στεκόταν στις ίδιες λέξεις, στα ίδια σημεία.
Τη σιντιέρα την άφησε δίπλα στο κομοδίνο. Για πρώτη φορά δεν ήθελε μουσική μαζί του. Του έφταναν οι ήχοι του ταξιδιού. Οι ράγες, τα βήματα, το ρούχο που βγαίνει, το τσιγάρο που ανάβει, η ανάσα η αργή, η ανάσα η γρήγορη, η αναγγελία της επόμενης στάσης. Δίπλωσε το κυπαρισσί μπουφάν και το στρίμωξε ανάμεσα στο πρόσωπό του και το υγρό παράθυρο Ανοιξε το θερμός , έριξε λίγη σοκολάτα σε ένα πλαστικό ποτήρι και την κατέβασε αργά. Άφησε το ποτήρι πάνω στο τραπεζάκι και έκλεισε τα μάτια του ευχαριστημένος που μια από τις ανάγκες του ικανοποιήθηκε, για τις υπόλοιπες ….
Όλα ήταν έτοιμα, όπως τα είχε σχεδιάσει. Είχε κατασκηνώσει σε ένα άδειο βαγόνι με όλα του τα σύνεργα και περίμενε το ζέσταμα της μηχανής.
…………
« Επόμενη σταθμός Πλατύ Λαρίσης. Παρακαλούνται οι επιβάτες να….».
Μήπως δεν άκουσε καλά, πριν λίγο ήταν στο Σταθμό Λαρίσης στην Αθήνα, πόσες ώρες κοιμόταν; Πόσες είχες ανάγκη;Πολλές.
Ανέβασε αργά το βλέμμα του στο τραπεζάκι, το θερμός είχε λίγο μετακινηθεί. Το ανοξείδωτο υλικό αντανακλούσε τις ακτίνες του ήλιου και τον τύφλωνε. Κάτι άλλο υπήρχε από πίσω. Μια χάρτινη σακούλα, μια χρησιμοποιημένη χαρτοπετσέτα με ένα ρόδινο αποτύπωμα, λίγα ψίχουλα, ένα μισοφέγγαρο από ένα μουστοκούλουρο, ένα ζεστό μάλλινο μπεζ πουλόβερ, ένα χαμόγελο, μια ντροπαλή φωνή:
«Θέλεις ένα; Πάει με τη σοκολάτα;»
Πήγε κάτι να πει μα ένας κόμπος στάθηκε στο λαιμό. Βούρκωσε.
Εχει ακόμα ζέστη. Κάποιες μέρες και υγρασία. Το σώμα συνεχίζει να κολλάει στα ρούχα. Ενα πολύχρωμο δεύτερο δέρμα ξαπλωμένο στο κρεβάτι.
Παγωτό βανίλια και δροσερή σπιτική λεμονάδα.
Η παραλία ακόμα να αδειάσει και το φεγγάρι αχνοφωτίζει τα κλεμμένα φιλιά στις γωνίες. Μόνο οι Κυριακές άλλαξαν. Γιατί δεν περιμένουν πια τις ξέγνοιαστες Δευτέρες. Η μεγάλη επιστροφή έχει ξεκινήσει εδώ καιρό.
Τα πιο πολλά αμπέλια παραμένουν ακόμα ατρύγητα. Σαν το μωρό που λαχταρά το στήθος της μάνας και αυτή δεν του δίνει . Σαν τον ερωτευμένο που λαχταρά το φιλί που δεν έχει.
Και ξαφνικά ήθελα να κάνει κρύο. Να φορέσω το σοκολατί κασμιρένιο πουλόβερ και να χωθώ στη γωνιά μου δίπλα στο τζάκι.
-Μα καλά, τι δώρο είναι αυτό που πήρατε στον πατέρα σας;
-Μα δεν έχει πολύ γέλιο!! Η Ελένη το σκέφθηκε πρώτη και θυμήθηκα που είχα δει ένα στο Octopus και ορίστε !
-Μόνο που θέλουμε τη βοήθειά σου!, είπε η Ελένη χαμογελώντας πονηρά στη μητέρα της!
-Συνωμοσία μου μυρίζει….για ν’ακούσω!
-Λοιπόν, θέλουμε όταν θα κοιμηθεί ο μπαμπάς να το βάλεις δίπλα του.
-Μα είσαστε στα καλά σας ;;; Θα τρομάξει!!Και εγώ μαζί του!
-Έλα βρε μαμά, τα γεννέθλιά του είναι ,ε…και αν σας ενοχλεί, το παίρνουμε εμείς μετά!Ασε που νομίζω, θα του αρέσει του μπαμπά!
-Καλά……. Θα το βάλω , το πρωί όμως σας θέλω εδώ για τις ευχές και για την πρωινή κατσάδα!
-Όχου καλά βρε μαμά., μην ανησυχείς, είχαμε σκοπό να μπουκάρουμε στο δωμάτιό σας για να δούμε την έκφρασή του! Πάμε πλατεία τώρα με τα παιδιά. Τα λέμε το βράδυ!
Ξημερώματα Κυριακής
Δεν είχε πολύ ύπνο σήμερα. Όχι επειδή η μέρα θα τον έβρισκε κατά ένα χρόνο μεγαλύτερο, αλλά επειδή δεν μπορούσε ακόμα να πιστέψει ότι είχαν περάσει κιόλας πέντε μήνες από τότε που ήρθαν να εγκατασταθούν μόνιμα στο χωριό. Το είχε συζητήσει και παλιότερα με τη Δέσποινα και δεν είχε πρόβλημα, εφόσον, θα φτιαχνόταν το παλιό σπίτι του παππού και θα έβρισκαν και οι δυό τους απασχόληση στο αντικείμενό τους. Μερικές φορές όμως χρειάζεται και λίγη τύχη. Έτσι όταν τους τηλεφώνησε ο αδελφός του ότι κάποιοι γνωστοί του θέλουν να αναβαθμίσουν την οικογενειακή επιχείρηση και ζητάνε λογιστή αλλά και άτομο με διοικητικές ικανότητες, δεν το σκέφθηκαν και πολύ. Τα λεφτά που είχαν στην άκρη έφταναν και με το παραπάνω για τις βασικές μετατροπές. Έμενε μόνο να κοιτάξουν από πλευράς σχολείων τι γινόταν και όταν βεβαιώθηκαν ότι όλα ήταν εντάξει και σε αυτόν τον τομέα, τους το ανακοίνωσαν με φόβο θεού και πίστεως! Τα παιδιά τέλειωναν το Γυμνάσιο και ενώ στην αρχή είχαν αμφιβολίες κατά πόσο θα τους έκανε καλό μια τέτοια αλλαγή αρχές λυκείου, όταν τους ρώτησαν πως θα τους φαινόταν αυτή η μετακόμιση, εισέπραξαν ένα μεγάλο χαμόγελο. Εξάλλου οι πιο πολλοί φίλοι τους είναι κάτω, όπως επίσης και τα ξαδέρφια τους, θα είχε ο καθένας δικό του δωμάτιο, και ειδικά για το Μιχάλη μια μεγάλη μπασκέτα στο πίσω μέρος του κήπου για να προπονείται όποτε θέλει.
Και τώρα…..
Ξαπλωμένος στο διπλό σιδερένιο κρεβάτι, δεν ξέρει τι να πρωτοκοιτάξει. Μήπως ονειρεύεται; Η Δέσποινα δίπλα του έχει χωθεί στην αγκαλιά του. Η αλλαγή αυτή αναθέρμανε τη σχέση τους και αισθανόντουσαν και οι δυο όπως νιόπαντροι , τότε που ξεκίναγαν να γεμίσουν το πρώτο τους σπίτι στο Μοσχάτο με όνειρα. Απέναντι το παλιό τζάκι περιμένει τα πρώτα κρύα για να τους ζεστάνει. Στο δωμάτιό τους όπως και σε όλο το σπίτι, προσπάθησαν να διατηρήσουν ακέραια όλα τα παραδοσιακά στοιχεία που υπήρχαν , τόσο αρχιτεκτονικά όσο και από πλευράς επίπλων. Το παλιό λαβομάνο δίπλα στο παράθυρο, δώρο γάμου της γιαγιάς Μαρίκας , οι χτιστοί καναπέδες στον οντά με το χαμηλό μπακιρένιο τραπεζάκι μπροστά, τα πλεκτά κουρτινάκια πάνω από το παράθυρο της κουζίνας, φαινόντουσαν σαν να ξεπηδούσαν από κάποιo μακρινό παραμύθι.
Σηκώθηκε απαλά για να μην ξυπνήσει τη καλή του και πήγε προς το παράθυρο. Σε λίγο θα ξημέρωνε και θα κυριαρχούσε η πρωινή καλημέρα του Στρατηγού. Έτσι είχαν βαφτίσει τα παιδιά τον κόκορα του κυρ Νίκου , του γείτονά τους. Περπατούσε τα πρωινά καμαρωτός καμαρωτός με το μεγάλο κόκκινο λοφίο του και από πίσω σε παράταξη τα γυναικόπαιδα. « Κι κι ρικούυυυυυυυυυυυυυυυ», μια, δυο, τρείς στις τέσσερις φορές σταματούσε όταν έβλεπε να ξυπνά ο αφέντης τους .
Νοιώθει τα βλέφαρά του βαριά. Ξανακλείνει τα μάτια και περιμένει το σύνθημα του Στρατηγού. Μα πολύ αργεί σήμερα, τι να συμβαίνει;;
Δεν της χόρταινε τις Κυριακές στο χωριό. Έτσι όπως είναι χωμένο ανάμεσα στις πορτοκαλιές και τα αμπέλια και πιο πέρα η θάλασσα να απλώνει το γαλάζιο σεντόνι της. Ήθελε από τη μια να ξημερώσει η μέρα και από την άλλη να μην τελειώσει γρήγορα. Είχε μια όμορφη ιεροτελεστία που άρεσε σε όλη την οικογένεια. Θα σηκωνόταν συνήθως πρώτος το πρωί και θα πήγαινε να ανάψει ένα κεράκι και μετά στο φούρνο για τυρόπιτες και ζυμωτό ψωμί. Θα έπαιρνε το πιο μακρύ δρόμο γιατί του άρεσε η πρωινή βόλτα ανάμεσα στα σοκάκια, έκλεβε που και που κανένα κλωνάρι μαντζουράνα και το έβαζε στη τσέπη του. Μια τελευταία στάση στο περίπτερο του Μιχάλη για εφημερίδα και μετά πάλι στο σπίτι όπου θα τον περίμενε ένα μοσχομυριστό καφεδάκι κάτω από τη κληματαριά. Αφού θα χαλάρωνε με τη καλή του, θα πήγαινε στο παλιό κατώι του σπιτιού που το είχε διαμορφώσει σαν κελάρι, για να το συμμαζέψει λίγο και να ανεβάσει στη Δέσποινα λίγο λάδι καθώς και τη πήλινη γάστρα για το κυριακάτικο ψητό. Χοιρινό με πατάτες, ψημένο αργά, αργά στο παλιό χτιστό φούρνο της αυλής, και σερβιρισμένο σε λεμονόφυλλα! Θυμόταν μικρός να περιμένει με αγωνία τη γιαγιά του να ανοίξει το φούρνο για να δοκιμάσει πρώτος από το περίφημο καρβέλι της και μετά να βουτήξει κλεφτά μια μπουκιά στη σάλτσα από το μαγειρευτό της.
…………………………..
«Κυρ, κυρ κυρ κιρίκουυυυυυυυυυυυυυ», μια , δυο, τρείς, τέσσερις, πέντε, ανοίγει τα μάτια με δυσκολία, έξι, επτά φορές, μα τι συμβαίνει;;
Η Δέσποινα αλαφιασμένη, έχει απλώσει το μπράτσο της από πάνω του τεντώνεται να φτάσει για κάποιον άγνωστο λόγω στο κομοδίνο του ενώ η πόρτα ανοίγει ξαφνικά και τα παιδιά ορμάνε πάνω του.
- «Χρόνια πολλά μπαμπάααααα»! Του λένε ταυτόχρονα ενώ ήδη χοροπηδάνε πάνω στο κρεβάτι λες και είναι πέντε χρονών.
-Για πες σου άρεσε το δώρο μας;;;;;; Σου φέραμε τον Στρατηγό!!!!
-Μα τι είναι αυτά που λέτε; Δέσποινα τι συμβαίνει;
-Χρόνια πολλά αγάπη μου, η ιδέα ήταν των παιδιών …. Για κοίτα λίγο στο κομοδίνο σου.
Με το κεφάλι ακόμα θολωμένο από το απρόσμενο ξύπνημα, γυρνά και βλέπει αυτό που προσπαθούσε να φτάσει με το χέρι της η Δέσποινα πριν λίγο. Έχει ψηλό κόκκινο λοφίο , καφέ σώμα και φουντωτή ουρά, να και λίγο πράσινο στο πλάι, η αλήθεια είναι αυτό το ηλεκτρονικό ξυπνητήρι του μοιάζει αρκετά!
Όλα ήταν ένα όνειρο λοιπόν; Είναι ακόμα στην Αθήνα στο διαμέρισμά τους. Κι όμως όλα όσα ονειρεύτηκε είναι εδώ δίπλα του. Στην αγκαλιά του… Για τα άλλα έχει ο θεός!
…………………………………….
Και μερικές φωτογραφίες από ένα σύντομο αλλά όμορφο διήμερο στην Επίδαυρο.
Βόλτες ανάμεσα στις πορτοκαλιές, ζυμωτό ψωμί, ουζάκια, θάλασσα , μαγειρευτά στου “Λεωνίδα” και το βράδυ…. Ένα ονειρεμένο « Χειμωνιάτικο Παραμύθι» του Shakespeare, σε μια πρωτοποριακή σκηνοθεσία του Sam Mendes με τον Ethan Hawk μεταξύ άλλων ηθοποιών.
(οι δυο πρώτες φωτό από τον Ξενώνα ” Στρατής” στον Αποκόρωνα Χανίων, από τους πιο όμορφους, δείτε εδώ,
η γάστρα, δική μου , το νέο μου απόκτημα από τα χανιά, και τα απομεινάρια από το μοσχαράκι με τα λαχανικά!)