“…κράταγε στα χέρια του
μαζί με τ’άλλα αστέρια του
του παραδείσου το κλειδί.”
Ο Ξένος, Νίκος Γκάτσος
Φρόντισε να τελειώσει νωρίς σήμερα από τη δουλειά. Γύρισε αργά το κλειδί στην πόρτα. Ήσυχη νύχτα, της άρεσε ο ήχος του κλειδιού που γύριζε αργά αργά. Το ξεκλείδωμα. Μέταλλο αγκαλιά με μέταλλο. Υποκύπτει και ανοίγει.
Ένας μήνας είχε περάσει από το δικό της « ξεκλείδωμα». Της είχαν στείλει μια πρόσκληση για την παρουσίαση ενός βιβλίου στον «Ιανό». Απόφαση της τελευταίας στιγμής, μια φίλη που την παρέσυρε.
Είχε πολύ κόσμο αλλά η παρουσίαση ήταν λιτή και απέριττη χωρίς πολλά πολλά. Αγόρασε το βιβλίο και άρχισε να το ξεφυλλίζει.
-Έχεις στυλό; Ρώτησε η φίλη της.
-Όχι, τι το θες;
- Μα για να πάμε να μας υπογράψει το βιβλίο!
-Καλά πήγαινε εσύ, δεν μου αρέσουν εμένα αυτά.
-Μα έλα τώρα…. για παρέα, περίμενε στην άκρη εσύ.
Στην άκρη περίμενε. Η φίλη της ήταν η τελευταία στη σειρά ….. μα ξαφνικά κάποιος την τράβηξε, χαιρετισμοί αγκαλιές και βρέθηκε πρώτη. Την πλησίασαν.
Ένας πρώην συνάδελφος. Συστάσεις. Η χειραψία. Δέρμα που αγγίζει δέρμα. Υποκύπτει και ανοίγει…. μια άλλη πόρτα. Déjà vu. Το άγγιγμα γνώριμο. Μα και η ματιά.
Συνέχισαν για ποτό. Τυπικές κουβέντες που από πίσω όμως έκρυβαν άλλου είδους απορίες. Δίλημμα. Αν τελειώσει γρήγορα το ποτό, θα μου δώσει πάλι το χέρι του, θα τον αγγίξω έστω και έτσι, σκέφτηκε εκείνη. Αν τελειώσει γρήγορα το ποτό, θα φύγει και δεν θα τη ξαναδώ, σκέφτηκε εκείνος.
Το ποτό τελείωσε. Το μαγαζί είχε γεμίσει ασφυκτικά. Δεν ήταν εύκολο να φτάσουν ως την πόρτα, μα ήταν δίπλα της και με το ένα του χέρι παραμέριζε τον κόσμο. Το άλλο ακουμπούσε στην πλάτη της και την οδηγούσε απαλά προς τα έξω. Άγγιγμα προστατευτικό που είχε διαπεράσει όμως το βαρύ μάλλινο παλτό.
Βρήκαν γρήγορα ταξί. Κλείδωσε το χέρι της στο δικό του. Ένα φευγαλέο φιλί στο μάγουλο και ένα «ελπίζω να τα ξαναπούμε σύντομα» που βγήκε με δυσκολία.
Σήμερα, ένα μήνα μετά , θα τον έβλεπε πάλι. Είχε γενέθλια η φίλη της και θα το γιόρταζαν στο ίδιο μπαράκι. Στο ίδιο σημείο στη μπάρα. Επανάληψη της ίδιας σκηνής; Περίπου. Η μουσική ήταν δυνατά και κάθε φορά που ήθελε να της πει κάτι έσκυβε κοντά της. Διακριτικά μεν, αλλά η ανάσα του στο λαιμό της σαν να τόνιζε τις λέξεις. Τις ζέσταινε. Και η θέρμη αυτή την «ξεκλείδωσε». Αφέθηκε στο ταξίδι που τώρα ξεκίναγε από την ανοιχτή πια πόρτα …. της καρδιάς της.
Το μαγαζί και πάλι ασφυκτικά γεμάτο. Έφυγαν με τον ίδιο τρόπο. Ανοιξε προστατευτικά τον δρόμο προς την πόρτα. Το χέρι του κρατούσε τώρα σφιχτά το δικό της χέρι. Το σώμα του κλείδωσε αργότερα το σώμα της. Μια αρμονία μαγική. Οπως όταν μπαίνει το σωστό κλεδί στην κλειδωνιά!
( Cutting Crew, ” I just died in your arms tonight”)










