Μια φορά και ένα καιρό σε περασμένους χρόνους, ήταν ένα αρχοντόπουλο που αγαπούσε πολύ τα ταξίδια. Τόσο πολύ που ο Δόγης τον φώναζε συνέχεια στο παλάτι για να του διηγείται τα ταξίδια. Άλλο που δεν ήθελε το αρχοντόπουλο να ξαναζωντανεύει τους τόπους που γνώρισε, τις μυρωδιές και τους ανθρώπους.
Και ο Δόγης του ζητούσε κάθε φορά και άλλο ταξίδι να του περιγράψει, να είναι μακρινό και να έχει χρώματα κι αρώματα. Μα τώρα τελευταία το αρχοντόπουλο σαν να άρχισε να μην καλοθυμάται. Ξεχνούσε λεπτομέρειες, γεγονότα σημαντικά. Όλα ήταν μπερδεμένα στο μυαλό του σαν να τα είχε καλύψει ένα πέπλο λευκό και αέρινο, ένα πέπλο γλυκό σαν άχνη ζάχαρη…..
Είχαν περάσει κιόλας δύο μήνες από το τελευταίο του ταξίδι, αυτό που έμελε να είναι το πιο γλυκό απ’όλα. Τον είχε στείλει ο Δόγης μακριά στην Ανατολή, εκεί που φτιάχνουν τα πορφυρά υφάσματα και τα μεθυστικά αρώματα. Πάντρευε τη κόρη του και ήθελε τα καλύτερα. Τον έστειλε λοιπόν μαζί με ένα κασελάκι γεμάτο χρυσά νομίσματα, να πάει να βρει τα καλύτερα, τα πολυτιμότερα και να τα φέρει πίσω.
Έτσι λοιπόν μια μέρα ζεστή του Αυγούστου έφτασε στο παλάτι του Εμιρ Μπέη, που ήταν έμπορος ξακουστός μέχρι τη Βενετιά. Του εξήγησε για ποιο λόγο είχε έρθει και του δείξε και το κασελάκι.
-Δεν ξέρω αν θα φτάσουν, όλου του κόσμου το χρυσάφι να μου δώσεις και πάλι λίγο θα’ναι για αυτά που θα σου δείξω.
-Αν δε δω το εμπόρευμα Εμιρ Μπέη δεν μπορώ να κρίνω μα έννοια σου και αν μείνω ικανοποιημένος κάτι θα κάνουμε… Μου κίνησες όμως την περιέργεια…. γιατί είναι τόσο πολύτιμα; Τα υλικά θα ‘ναι φαντάζομαι.
-Δεν είναι μόνο τα υλικά καλό μου αρχοντόπουλο. Είναι φτιαγμένα με περίσσεια αγάπη, και οτι έχει αγγίξει η αγάπη έχει διπλή αξία. Kάθε ύφασμα και μια δική του ιστορία, ένα παραμύθι μακρινό.Και το άρωμα το ίδιο. Λες και έχουν συγκρατήσει τα εξωτικά λουλούδια τα αρώματα των πειρατών που τα έφεραν. Μα ….. αρκετά είπαμε. Πάμε να τα δεις…. 
Κατέβηκαν με αργά βήματα σαν να έπρεπε να γίνει αργά αυτή η αποκάλυψη. Μπήκαν σε μια μεγάλη αίθουσα . Παντού κασέλες και ακριβά υφάσματα και ράφια γεμάτα με κρυσταλλένια φιαλίδια. Ο Εμιρ Μπέη άνοιξε μια κασέλα που βρισκόταν κοντά του και έβγαλε προσεκτικά από μέσα ένα υφασμάτινο τόπι τυλιγμένο με βελούδο. Ένα ακριβό ύφασμα να προστατεύει απαλά ένα άλλο; Μόνο σαν το ξεσκέπασε ο Εμιρ Μπέη κατάλαβε το γιατί…. Γαλάζιο μετάξι ξεχύθηκε σαν χείμαρρος μπροστά του, έλαμπε μοναδικά στο φως και όταν το άγγιξε ήταν τόσο απαλό και ζεστό σαν να…
- ……. είναι ζωντανό, συμπλήρωσε τη σκέψη του ο Εμιρ Μπεη.
- Μα πως; Ρώτησε το αρχοντόπουλο μη μπορώντας να πάρει το βλέμμα και τα χέρια του από το τόπι .
- Όλα αυτά που βλέπεις, τα υφάσματα, τα αρώματα έχουν φτιαχτεί από την Αισέ χανούμ, την καλύτερη υφάντρα που υπήρξε ποτέ.
- Υπήρξε; Δεν υπάρχει πια; Πολύ θα ήθελα να τη γνωρίσω.
- Φυσικά και υπάρχει. Είναι η κόρη του καλύτερού μου φίλου, με την κόρη μου την Εμινέ είναι αχώριστες από μικρές. Θα τη δεις το βράδυ στο δείπνο που ετοιμάζω προς τιμή σου.
Αγαλλίασε περίεργα το αρχοντόπουλο. Δεν ήθελε τόσο να δει το πρόσωπο της όσο να αγγίξει τα χέρια της αυτά που ύφαιναν όλα αυτά τα πράγματα. Ήταν περίεργος να δει αν θα ένιωθε την ίδια ζεστασιά όπως όταν άγγιξε το μετάξι.
Και όντως έτσι ήταν… Μπορεί να μην κατάφερε να την αγγίξει γιατί φυσικά δεν επιτρεπόταν,αλλά μπόρεσε και διέκρινε τα ακροδάχτυλά της μέσα από τα πέπλα. Μακριά και λευκά δάχτυλα σαν ευαίσθητοι μίσχοι από λουλούδια. Όλο τον ρώταγε ο Εμιρ Μπέης για τη Βενετιά , για τον Δόγη αλλά το αρχοντόπουλο δεν είχε μυαλό παρά μόνο για την Αισέ Τη φανταζόταν μπροστά στον αργαλειό να υφαίνει, να στροβιλίζει τη σαΐτα και τ’αδράχτι.
-Σε κούρασα με τις ερωτήσεις μου καλό μου αρχοντόπουλο, να με συμπαθάς είναι που δεν έχουμε συχνά μουσαφίρηδες σαν και του λόγου σου. Αρκετά όμως, ήρθε η ώρα για το πιο ξακουστό μας έδεσμα, δεν φτιάχνουμε μόνο υφάσματα και αρώματα μα και μεθυστικά γλυκά. Δυο υπηρέτες απίθωσαν μπροστά τους μια αλαβάστρινη πιατέλα με μακρόστενα λεπτά γλυκίσματα καλυμμένα με άχνη ζάχαρη….
- Και αυτά από τα χέρια της Αισέ είναι …. τα λέμε «Δάχτυλα της χανούμισσας», άντε δοκίμασε μην ντρέπεσαι. Φοβόταν να δοκιμάσει η αλήθεια είναι.
Φοβόταν να δοκιμάσει κάτι ακόμα φτιαγμένο από εκείνη. Και αυτό ήταν άλλο πράγμα τώρα, θα το γεύονταν θα έμπαινε μέσα του, θα θυμόταν τη γεύση του και ….
Έτσι ακριβώς έγινε ….. ένα πέπλο από άχνη ζάχαρη τον κάλυψε και δεν έφυγε ακόμα ακόμα και όταν έφτασε πίσω στη Βενετιά. Παρέδωσε το εμπόρευμα στον Δόγη και κλείστηκε στο κάμαρά του. Για τα ταξίδι αυτό δεν είχε τίποτα άλλο να πει. Στεκόταν στο παράθυρο μόνο και αγνάντευε τη θάλασσα, έψαχνε να βρει το μετάξι της …….
«Τα Δάχτυλα της Χανούμισσας»
Η αγαπημένη μου χριστουγεννιάτικη συνταγή, που την έφτιαχνα από μικρή με τη γιαγιά Ευρυδίκη.
Υλικά:1 πακέτο φύλλο κρούστας1 πακέτο καρύδι ψίχα1 πακέτο αμυγδαλόψιχα1/2 ποτήρι ζάχαρηΚανέλα, γαρίφαλο, βούτυρο,ζάχαρη άχνη και ανθόνερο.
Εκτέλεση: Απλώνουμε στο τραπέζι 2 φύλλα. Τα αλείφουμε με βούτυρο.Σε μια λεκάνη ανακατεύομε το καρύδι, το αμύγδαλο, τη ζάχαρη, και τα μπαχάρια. Στάζουμε λίγο ανθόνερο και ανακατεύουμε.Παίρνουμε μια κουταλιά της σούπας από το μίγμα και το τοποθετούμε στο φύλλο. Τυλίγουμε σε μακρόστενα κομμάτια.Αλείφουμε πάλι με βούτυρο.Ψήνουμε για 15-20 λεπτά στους 200 C.Μόλις κρυώσουν τα «δάχτυλα» τα ραντίζουμε με ανθόνερο και πασπαλίζουμε μπόλικη άχνη ζάχαρη.










