ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ

Φεβρουαρίου 29, 2008

Oil on canvas… dreams on canvas

Κατηγορίες: Αφιερώματα, Σκέψεις — thalassinimatia @ 5:36 μμ
Tags: ,

Lord Frederique Leighton (1830-1896)

“Flaming June”

” The painter’s Honeymoon”

“The Fisherman and the Sirene”

“Leda”

“Mother and child”

Φεβρουαρίου 28, 2008

It smells like spring spirit!

Κατηγορίες: Σκέψεις — thalassinimatia @ 2:43 μμ
Tags:

 

Δουλειά πολύ από το πρωί

Τηλεφώνα και φαξ

Μισό λεπτό δεν είμαι βλαξ

Μια υπογραφή, μια επιστολή

δεν έχω υπολογιστή

Ψάξε  στο αρχείο

εδώ  μουρλοκομείο

Αχχ…

Άντρα είσαι σπίτι;

Όπως καταλάβατε διανύω μια περίοδο ιδιαίτερης έντασης στη δουλειά και όταν  ακούω το «Παμε για  Χαβάη»

κλείνω τα μάτια και πάω όπου με πάει…..

Μμμ άντρα είσαι σπίτι;

Πειράζει που θέλω να χωθώ σε μια παραλία

Χαμένη στην άμμο

σε πλήρη αναισθησία

να πίνω ουζάκια

φέρτε χταποδάκια

με καλή παρέα

όλα είναι ωραία.

Θέλω να νοιώσω τον ήλιο στα μαλλιά

Να διαβάζω βιβλίο στην αμμουδιά

Και το βράδυ στο μπαράκι

Για κανά ποτάκι

Να χορέψω λίγο

χαλαρά

Να ταξιδέψω

όπως παλιά

σε μια μελωδία.

Να ακούσω και Πυροβολάκη

Γιατί

«Αν η αγάπη είναι αυτό που λένε

Τα δάκρυα  που καίνε χείλη δροσερά

Όσοι αγαπάνε κάτω δεν πατάνε

Νοιώθουν πως πετάνε ανοίγουνε φτερά»

Εγώ θα μεθύσω με κρασί

και θα βγω στης αγάπης το νησί

με βάρκα το φιλί.

…..

Εγώ πάντως στο προηγούμενο ποστ σας προειδοποίησα! Εσείς γιατί με διαβάζετε δεν ξέρω ακόμα!

Φεβρουαρίου 27, 2008

Φεβρουαρίου 24, 2008

Το ταξίδι ξεκίνα

Κατηγορίες: Στίχους έφεραν τα κύματα — thalassinimatia @ 10:06 μμ
Tags:

 

Μια σου λέξη

βότσαλο που πέφτει  γλυκά

κύκλος τον κύκλο ανοίγει

μια ζεστή  αγκαλιά

ένα χάδι γλυκό στα μαλλιά

μην αργείς το ταξίδι ξεκίνα.

…….

Ξερολιθιές και θάλασσες

μενεξεδένια σύννεφα

και άγια δειλινά

μια ψυχή που αγγίζει

και τη σκέψη γεμίζει. 

….

Κομμάτια από το χτες

ζωντανεύουν και πάλι

Αρώματα μεθυστικά

σε χρυσό μπουκάλι

Κομμάτια που απλόχερα αφήνεις

στο γαλάζιο σου χρόνο

στη σκιά από τ’αστέρια

φιλιά περιστέρια.

…..

Είναι μακρύ το ταξίδι

και μια στιγμή δεν ξέρω αν φτάνει

κερί αναμμένο αφήνω στο δρόμο

φως να  σου δώσει

το χρόνο  να σώσει

Για αυτό μην αργείς

Με μια λέξη το ταξίδι ξεκίνα

(photo by  David Huffiness)

Φεβρουαρίου 22, 2008

Mατιά από δαντέλα γ’ μέρος – Το Κλαβισέντο

Κατηγορίες: Παραμύθια — thalassinimatia @ 11:54 μμ
Tags:

 

Είχαν περάσει κιόλας δύο μήνες από τότε που ξεκίνησε αυτό το ταξίδι στην Ανατολή. Η Amandine είχε καταλάβει ότι ίσως να μην έβλεπε ποτέ ξανά την όμορφη κοιλάδα του Λίγηρα, τη μητέρα της και τον αδερφό της.

Με τη βοήθεια της Alisante ξεκίνησε σιγά σιγά η μεταμόρφωσή της.Θυμάται πόσο είχε συγκλονιστεί όταν η Καχιά Καντιν της έδειξε από το ειδικό παράθυρο του δωματίου της, τους χώρους των γυναικών. Από αυτό λοιπόν το κρυφό παράθυρο απ’ όπου η Καντιν μπορούσε να επιβλέπει και να παρατηρεί σε ανύποπτο χρόνο την εκπαίδευση των γυναικών.Μια μεγάλη εσωτερική πισίνα που αχνοφαίνονταν μέσα από τους ατμούς τα μισόγυμνα σώματα των γυναικών. Ο ατμός τους έδινε μια άλλη διάσταση, μαγική.Σάρκες λευκές και μελαμψές έφτιαχναν ένα μοναδικό ανθρώπινο μωσαϊκό.Έξω από τη πισίνα υπήρχαν ανάκλιντρα όπου μερικές γυναίκες επιδεχόντουσαν την ειδική περιποίηση με αιθέρια έλαια από μελαμψές σκλάβες, πιο πέρα γυναίκες καθισμένες νωχελικά σε μαξιλάρες άκουγαν μια ψηλή μελαχρινή κοπέλα να τους παίζει ούτι. Λίγο πιο εκεί ένα σύννεφο από πολύχρωμα πέπλα ανέμιζε στον αέρα κατά τη διάρκεια ενός μαθήματος χορού.

Η Amandine αντιλαμβανόμενη ότι δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, αφέθηκε σε αυτό το ταξίδι στον κόσμο των αισθήσεων.Έβλεπε άλλωστε μέρα με τη μέρα το σώμα της να αλλάζει.Δεν ήταν πια το ντροπαλό κορίτσι που τριγυρνούσε ανέμελα στο κήπο του κάστρου.Στη θέση του στεκόταν μια νεαρή γυναίκα,με σώμα αισθησιακό που έλαμπε από το λάδι αμαμελίδας και γιασεμιού.Το θαλασσί σαλβάρι αγκάλιαζε με χάρη τους γλουτούς της ενώ από τη σχεδόν διάφανη πουκαμίσα της διαγραφόταν ένα σφριγηλό νεανικό στήθος. Ήταν η Nouregia, όπως την ονόμασαν επειδή είχε φωτεινό πρόσωπο.

Απ’ όλα τα μαθήματα της άρεσε αυτό του χορού μα δεν τα κατάφερνε πολύ καλά.Ζήλευε τις άλλες κοπέλες που χόρευαν με ευλυγισία και χάρη.

Νouregia χάνεις τον ρυθμό.Βιάζεσαι!Δεν πρέπει να βιάζεσαι.Πουθενά.Όλα θέλουν τον χρόνο τους. Της έλεγε η Soile. Alisante να της δείξεις το απόγευμα πάλι τις κινήσεις.Ο χορός είναι το πιο σημαντικό μάθημα, οι εξάσκηση των μυών της λεκάνης θα σε βοηθήσουν και αλλού…

Όλα της φαίνονταν τόσο πρωτόγνωρα και συνάμα τόσο συναρπαστικά που δεν άργησε να θέλει να είναι τέλεια σε όλα,ανυπομονούσε να χορέψει τον χορό των αισθήσεων, αυτόν που οι πρώτες του νότες είναι φευγαλέα αγγίγματα κι οι επόμενες γίνονται ανάσες που καίνε. Μα πρώτα έπρεπε να μάθει να χορεύει.

-Είμαι άχρηστη δεν θα τα καταφέρω ποτέ αναφώνησε όταν έμεινε μόνη με τη φίλη της.

- Δεν είσαι άχρηστη απλά θέλει χρόνο.Άκου τη μελωδία πρώτα χωρίς να κινείσαι.Kλείσε τα μάτια και νιώσε να αντηχεί βαθιά μέσα σου. Ψάξε να βρεις το ρυθμό. Είναι σημαντικό αυτό. Γονάτισε και άφησε τον εαυτό σου ελεύθερο.Νιώσε τη μουσική να σε πλημμυρίζει και όλα θα έρθουν μόνα τους.

Η Amandine έκλεισε τα μάτια ενώ η Alisante ξεκίνησε να παίζει το ούτι. Αρώματα μπαχαριού και κανέλας αναδύονταν από το θυμιατό. Αρχίζει να κουνά ρυθμικά τη λεκάνη όπως της είχαν δείξει, ο κορμός της πάλλεται όπως οι χορδές από το ούτι. Τα χέρια ανεμίζουν σαν να θέλουν να σβήσουν τις μυρωδιές, τον φόβο, το χτες. Ο ρυθμός ζωντανεύει και αρχίζει να στροβιλίζεται σε όλο το δωμάτιο. Δεν είναι πια η Amandine, είναι η Nouregia που χορεύει στο ρυθμό των αισθήσεων. Κουνά κυκλικά τους γοφούς της και κάνει τα στήθη της να πάλλονται όπως της έδειξε η Soile.Ο μελωδία τελειώνει, η Amandine είναι γονατιστή, με το κορμό να γέρνει προς τα πίσω με τα χέρια ανοιχτά. Εχουν λυθεί τα μαλλιά της και ο ιδρώτας ενώνεται με τη χένα και κάνει τις θηλές να φαίνονται πιο άλικες. Τα τελευταία της λικνίσματα ήταν τόσο φλογερά που θα έλιωναν μάρμαρο.

Δεν πρόλαβε η Alisante να συγχαρεί τη φίλη της όταν ακούστηκε ένας ήχος από παράθυρο που κλείνει από ψηλά.

-Η Καχιά Καντιν;ρώτησε ξέπνοη η Amandine.

-Οχι …… απάντησε η Alisante. Το δωμάτιο της δεν βλέπει εδώ. Ο αφέντης μας θα ήταν.

- Ο Nouredin ……αναφώνησε η Amandine. Ήταν η πρώτη φορά που έλεγε το όνομά του. Και με είδε έτσι;

- Μη φοβάσαι, όπως και η Καχιά Καντίν έτσι και εκείνος μας παρατηρεί όταν δεν το ξέρουμε. Θέλει να μας γνωρίζει χωρίς να τον βλέπουμε. Για να είμαστε πιο ελεύθερες.Να βλέπει πως χορεύουμε, πως περιποιούμαστε το σώμα μας, πως …

Αναρωτιόταν πότε θα την καλέσει ο Nouredin.Είχε ακούσει από τις άλλες κοπέλες για την τρυφερότητά του,για την υπομονή του και ότι σε αντίθεση με άλλους, περίμενε να είναι έτοιμη η κοπέλα πρώτα,να θελήσει πρώτη την επαφή.

Την επόμενη κιόλας μέρα η Καχιά Καντίν της ανακοίνωσε ότι είχε έρθει η ώρα.Το ήξερε,το περίμενε μα φοβόταν κιόλας.Θυμήθηκε τη σκηνή με τον Reouf αγά και ανατρίχιασε από φρίκη. Μα οι προετοιμασίες δεν της άφησαν και πολύ χρόνο το σκεφτεί. Η Αlisante την βοήθησε να ντυθεί με μια θαλασσιά μεταξωτή πουκαμίσα που έδενε απαλά στη μέση πάνω από ένα χρυσοκεντημένο πορφυρό σαλβάρι. Στα κεφάλι ένα αραχνοΰφαντο πέπλο που άφηνε να φαίνονται μόνο τα μάτια της. Την άφησαν να περιμένει μπροστά από την είσοδο του μεγάλου διαμερίσματος. Η καρδιά της πήγε να σπάσει από την αγωνία. Ένας ευνούχος έδωσε τέλος στην αναμονή αυτή και την οδήγησε μέσα.

Βρήκε τον Nouredin όρθιο δίπλα από ένα καφασωτό παράθυρο.Της φάνηκε εκείνη τη στιγμή τόσο ψηλός που από τον φόβο ξέχασε ότι έπρεπε να πάει αμέσως κοντά του και να φιλήσει την άκρη από τη κάπα του.Σαν να κατάλαβε την ταραχή της και της έγνεψε να πλησιάσει.Έκανε την υπόκλιση που της είχαν μάθει και έμεινε να τον κοιτάζει μες τα μάτια πράγμα ανεπίτρεπτο.

-Σωστά σε ονόμασαν Nouregia. Είναι τόσο φωτεινό το βλέμμα σου που χαρίζει λάμψη σε όλο αυτό το σκοτεινό δωμάτιο. Μη φοβάσαι λοιπόν.Κάθισε εδώ και μίλησέ μου για σένα και τον τόπο σου. Για τα όνειρα και του φόβους σου. Πες μου, θέλω να μάθω.

Ένα δάκρυ κύλησε από το μάγουλό της από ανακούφιση, από χαρά που όλα γινόντουσαν αργά με ένα μαγικό τρόπο. Κάθισε λοιπόν σε μια μεγάλη μαξιλάρα και ξεκίνησε να μιλά για το ποτάμι και το κάστρο της, για το δάσκαλο μουσικής, για την οικογένειά της. Η φωνή της λύγισε όταν διηγήθηκε το θάνατο του πατέρα της και σταμάτησε.

 -Αρκετά για σήμερα Nouregia, της είπε καταλαβαίνοντας την αναστάτωσή της. Θα έχουμε και άλλο χρόνο να συζητήσουμε και άλλα πράγματα. Πήγαινε τώρα πίσω.Έτσι λοιπόν τελείωσε η πρώτη συνάντηση με τον Nouredin εντελώς διαφορετικά απ’ ότι περίμενε.Τις επόμενες μέρες ακολούθησαν και άλλες συναντήσεις όπου η Amandine δεν χόρταινε να του μιλά για τη Γαλλία και εκείνος την άκουγε κοιτώντας τη πάντα στα μάτια.Η Amandine παρακαλούσε να μην τέλειωναν τόσο σύντομα αυτές οι συναντήσεις. Ανυπομονούσε να βρεθεί πάλι κοντά του, να νιώσει το φευγαλέο χάδι στα μαλλιά της καθώς διάβαζε ένα βιβλίο, να ζεσταθεί από την ανάσα του καθώς έσκυβε διακριτικά από πάνω της.

Την επόμενη μέρα την περίμενε μια έκπληξη.

-Αυτό είναι για σένα της είπε, δείχνοντάς της ένα κλαβισέντο.Διέταξα να μου φέρουν ένα από Γαλλία.Ήθελα πολύ ν’ακούσω τον ήχο του.Έλα κάτσε. Δεν πίστευε στα μάτια της η Amandine. Ακριβώς ίδιο με αυτό που είχε.Τα δάχτυλά της τρέμοντας χάιδεψαν απαλά τα πλήκτρα Είχε τόσο καιρό να παίξει.Νότες που έμοιαζαν σαν κελάρυσμα νερού γέμισαν το δωμάτιο. Η Amandine έκλεισε τα μάτια της και άφησε τα δάχτυλά της να ταξιδέψουν πάνω στα πλήκτρα.Το σώμα έπαιζε και το μυαλό ταξίδευε.Μαζί της και ο Nouredin που ήρθε σιγά σιγά από πίσω της για να μην τη διακόψει.

Χάιδεψε τα απαλά μαλλιά της και την ακούμπησε απαλά στον ώμο. Η Amandine σαν να ηλεκτρίστηκε όμως δεν σταμάτησε να παίζει. Ένιωθε τη θέρμη του κορμιού του μα συνέχιζε.Ο Nouredin γονάτισε τότε δίπλα της και την τράβηξε απαλά στην αγκαλιά του αφήνοντας τις τελευταίες νότες μισές.Οι ανάσες τους ενώθηκαν σε ένα βαθύ φιλί δημιουργώντας μια νέα μελωδία.Ο Nouredin παραμέρισε τα κουμπιά της πουκαμίσας της και ακούμπησε το κεφάλι του στο στήθος της για να ακούσει τη καρδιά της.

-Για μένα χτυπά έτσι Nouregia μου;τη ρώτησε

-Για σένα μόνο,απάντησε ξέπνοη με το κορμί της να μουδιάζει αισθανόμενη τις θηλές της να σκληραίνουν από την ανάσα του και μόνο.Αυτός ήταν λοιπόν ο χορός του έρωτα για τον οποίο την προετοίμαζαν τόσο καιρό; Για αυτή τη στιγμή ήταν οι όλες αυτές οι περιποιήσεις του σώματος με αιθέρια έλαια και πομάδες για να γίνεται ακόμα πιο απαλό το χάδι και ο ιδρώτας του πόθου να φτιάχνει άρωμα νέο; Για αυτή τη στιγμή και τα περίτεχνα σχέδια με χένα χαμηλά στη μέση που έσβηναν ένα ένα τώρα από τα φιλιά του; Για αυτή τη στιγμή τα μαθήματα χορού και εξάσκηση των μυών που συνθλίβουν το σώμα στο ρυθμό του πάθους; Όλα για αυτή τη στιγμή λοιπόν;

-Seni seviyorum Nouregia,της ψιθύρισε,σ’αγαπώ,θέλω να σε κάνω δική μου και να θέλεις πραγματικά να μείνεις εδώ κοντά μου για πάντα.Με τα μέλη της λυμένα από τον πόθο σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε.Είδε τη λατρεία στο βλέμμα όμως εκείνο το «για πάντα» τη συντάραξε.Θα τον είχε για πάντα μόνο εκείνη; Θα του το επέτρεπε «ο κόσμος του»;Να έχει μόνο εκείνη και καμία άλλη; Τον αγαπούσε εκείνη αρκετά για να ζει πάντα με αυτήν την αμφιβολία;Δάκρυα καυτά κύλησαν από τα μάτια της.Tον έσφιξε κοντά της με θέρμη και του έδωσε ένα παθιασμένο φιλί.Το τελευταίο.Γιατί κατάλαβε ότι δεν θα ήταν για πάντα δικό της και εκείνη αν κάτι της έμεινε από όλα αυτά τα μαθήματα είναι να τα δίνει όλα στο μέγιστο.Μα εκείνη ήθελε να τα ζητάει κιόλας.Να ζητάει το απόλυτο.Το μοναδικό.Τον αγκάλιασε και έφυγε τρέχοντας για το δωμάτιό της.

Και ο Nouredin βαθιά μέσα του ήξερε τη απάντηση όταν της είπε για πάντα.Δεν ήθελε να προχωρήσει αν εκείνη δεν ήταν σίγουρη ότι θέλει να μείνει εδώ μαζί του.Στον κόσμο του.Είχε προνοήσει και για αυτό.Την επόμενη μέρα η Καχιά Καντίν της ανακοίνωσε ότι κάποιος την περιμένει έξω στο αίθριο.Η Amandine την κοίταξε με καχυποψία,με τα μάτια πρησμένα από το κλάμα.Στο αίθριο,έξω από το χαρέμι;Μα δεν επιτρεπόταν να βγουν έξω.Σηκώθηκε με αργές κινήσεις και ετοιμάστηκε να κατέβει.

-Amandine c’est toi ma Cherie?Ο αδελφός της,ο Louis Philippe στεκόταν στη μέση του αιθρίου.Έπεσε κλαίγοντας στην αγκαλιά του. Μα πώς;Τι ζητούσε εδώ;

-Πριν τέσσερις μήνες λάβαμε επιστολή από τον Nouredin. Ότι ήσουν καλά στην υγεία σου. Αργήσαμε να βρούμε πλοίο για να έρθουμε. Ομως με τον De Fortieux, τον έμπορο και συνεργάτη του πατέρα, σου στείλαμε κάποια πράγματά σου που μας ζήτησαν. Μερικά ρούχα , βιβλία και το κλαβισέντο σου.

Το κλαβισέντο της; Ώστε ήταν το δικό της τελικά….Και δεν της είχε πει τίποτα τόσο καιρό… Την αγαπούσε λοιπόν τόσο πολύ που διακινδύνευσε να την χάσει εντελώς; Πόσο ανόητα φέρθηκε! Όχι δεν θα έφευγε πια μακριά του. Το ότι είδε τον αδερφό της και έμαθε νέα για τη μητέρα της, ήταν αρκετό. Τη πεδιάδα του Λίγηρα, τη πατρίδα της, την είχε μέσα στο μυαλό και τη καρδιά της. Όμως ένας νέος κόσμος ήταν πια δικός της. Ο κόσμος των αισθήσεων μα και της αγάπης, αυτός που κανένα δαντελωτό παράθυρο δεν μπορεί να φυλακίσει.  

Φεβρουαρίου 18, 2008

Ματιά από Δαντέλα β’ μέρος

Κατηγορίες: Παραμύθια — thalassinimatia @ 8:28 μμ
Tags:

 

 Diyarbakir 

-Ακόμα να ξυπνήσει;

-Ακόμα,  παραμιλούσε όλο το βράδυ. Δεν τα κατάλαβα όλα, έχω καιρό να εξασκήσω τα γαλλικά, όμως διέκρινα πόνο και αγωνία, πρέπει να ήταν πολύ άγρια η επίθεση των πειρατών. Και μετά ο Reouf Αγά χτες …. ξέρετε πως είναι με τις καινούριες. Έπρεπε να είναι σίγουρος για το εμπόρευμα που έφερε, να είναι άσπιλο.

-Καλώς, θα είναι υπό την ευθύνη σου Αλιζάντε. Να τη βοηθήσεις να ενσωματωθεί  με τις άλλες. Όταν ξυπνήσει  φώναξέ με να ξεκινήσουμε.

 Μόλις έφυγε η Καχιά Καντίν, υπεύθυνη για την εκπαίδευση των νέων κοριτσιών, η Alizante έμεινε να κοιτάζει τη νέα κοπέλα. Από τη Γαλλία της είχαν πει, πήγαινε με τον πατέρα της ταξίδι στη Μάλτα, και λίγο πριν φτάσουν  στη La Valetta, τους επιτέθηκαν πειρατές. Μαζί με άλλες δυο γυναίκες πωλήθηκαν στον Reouf Αγά που έψαχνε να ανανεώσει το χαρέμι του Νουρεντιν. Οι άλλες δύο ήταν «χαλασμένες» όπως είπε ενώ αυτή ήταν χρυσάφι σκέτο. 

 

Ανοιχτά της La Valetta

 -Πατέρααα, φώναξε απελπισμένη η Amandine. Ξύπνησε από τις φωνές του πληρώματος, τις πρώτες κανονιές. Πειρατές, αναφώνησε η παραμάνα της. Ο θεός  κύριος Χριστός να μας φυλάει από τέτοιο κακό κόρη μου.

Το πλοίο συνταρασσόταν συθέμελα από τις ομοβροντίες. Μάταια φώναζε τον πατέρα της, προσπαθούσε  να ανιχνεύσει τη φωνή του, μάταια. Μετά όλα σκοτείνιασαν. Σαν άνοιξε  η πύλη του πιο απεχθούς ονείρου.Φωνές άγριες πλησίαζαν το κάτω μέρος του καραβιού, η πόρτα που σπάει. Σκοτάδι από μαύρα μάτια. Δυο άντρες πέφτουν πάνω στη παραμάνα της. Αντιστέκεται. Αίμα στο στήθος. Προχωρούν προς το μέρος της.- Πατέρααα! –Αmandine έρχομαι! Την πλησιάζουν. Ανάσα σαπίλας στο πρόσωπό της. Ο ήχος από τα ρούχα που σκίζονται καλύπτεται από αυτό μιας τουφεκιάς. - Πατέραα! Της κλείνουν το στόμα ενώ συνεχίζουν να αποκαλύπτουν με μανία τη ρόδινη σάρκα της. –Σταματήστε! Αυτή δεν είναι για τα δικά σας χέρια. Προορίζεται για  άλλον.Σκοτάδι. 

Diyarbakir

 -Πατέραα!

-Ηρέμησε καλή μου ηρέμησε.Πάλι δυο μαύρα μάτια την κοιτούν. Αλλιώς. Με μια γλυκύτητα, σχεδόν αγωνία.

-Που είμαι; Ποια είσαι;

-Με λένε Alizante και βρίσκεσαι στο σπίτι του Nouredin πασά. Στο χαρέμι του.

- Σε χαρέμι εγώ αναφώνησε. Σκοτάδι  και πάλι. 

 Στο σπίτι  του Reouf  Αγα.

Ώστε δεν ήταν απλά ένα κακό όνειρο όλο αυτό. Οι πειρατές, ο πατέρας της νεκρός, το υγρό δωμάτιο που την πέταξαν σαν τσουβάλι μαζί με άλλες γυναίκες, το σπίτι από ώχρα με τον ψηλό πέτρινο φράχτη.

Και μετά λίγο νερό και ένα κομμάτι ψωμί. Μια  μελαμψή γυναίκα, την οδηγεί σε άλλο δωμάτιο για ένα ζεστό μπάνιο. Αναθάρρησε. Είχε ανάγκη να διώξει από πάνω της το αίμα και τον πόνο, τη ντροπή. Η γυναίκα της έκανε νόημα να βάλει τα ρούχα  που  κρεμόντουσαν σε μια γωνιά. Περίεργο ρούχο σκέφθηκε. Σαν μια ρόμπα χυτή χωρίς να μαζεύει και να κουμπώνει από πουθενά.

– Αποκλείεται να το φορέσω εγώ αυτό σκέφθηκε. Έκανε να πάρει τα παλιά της ρούχα μα είχαν εξαφανισθεί.

Η μελαμψή γυναίκα μπήκε μέσα και την πίεσε να βάλει το ρούχο. Μετά την τράβηξε σχεδόν με το ζόρι μέχρι μι μεγάλη σάλα. Δίπλα της και άλλες δυο κοπέλες. Με την ίδια πορφυρή κελεμπία. Ένιωθε να μουδιάζει ολόκληρη από φόβο.

Ένας πολύ ψηλός άντρας μπήκε στην αίθουσα μαζί με ένα υπηρέτη. Αντάλλαξαν δυο κουβέντες με τη μελαμψή γυναίκα η οποία έσπρωξε μαλακά την Amandine ένα βήμα μπροστά ενώ της κρατούσε παράλληλα τα χέρια πίσω από την πλάτη. O Reouf Αγάς έπρεπε  να εξετάσει το εμπόρευμα. Με μια κίνηση η πορφυρή κελεμπία έπεσε στο έδαφος σαν μια ζεστή λίμνη γύρω από τη λευκή της σάρκα.Η Αmandine κλείνει τα μάτια και προσπαθεί να ταξιδέψει στην κοιλάδα του Λίγηρα. Να φέρει στο νου το μεγάλο ποτάμι. Μάταια. Δεν υπάρχει πια  το δαντελένιο πέπλο να κρύψει τη γύμνια της.Ο Reouf πασάς πρώτα με το βλέμμα και μετά με το χέρι ταξιδεύει στο κορμί της. Τα αναφιλητά της Αmandine κυλούσαν από το μάγουλό της και γινόντουσαν ένα με το φόβο που αυτή τη στιγμή χάραζε το στήθος της, την πλάτη της, τους μηρούς της. Αυτή τη φορά  πέτυχε γαλλικό χρυσάφι σκέφτηκε ο αχόρταγος άνδρας. Φαινόταν ικανοποιημένος όμως έπρεπε να βεβαιωθεί. Σκοτάδι πνιγηρό γύρω της.

-Δεν είχα άδικο είπε ο Reouf Aγας. Πάρτε την να την ετοιμάσετε.

…………. 

-Θα γίνουμε φίλες, της είπε η Alizante χαϊδεύοντας της τα μαλλιά. Θα δεις θα συνηθίσεις. Θα μάθεις ένα σωρό καινούρια πράγματα. Θα με μάθεις και εμένα.

-Δεν θέλω να συνηθίσω! Θέλω να γυρίσω πίσω,δεν θέλω να μάθω τίποτα.

-Δεν γίνεται αυτό τζάνεμ. Καμιά δεν έχει φύγει ποτέ από εδώ με τη θέλησή της. Μόνο αν το επιτρέψει ο Nouredin πασάς. Θα δεις δεν είναι όλα τόσο άσχημα όσο φαίνονται.

-Μα πως δεν είναι; Κλεισμένες εδώ χωρίς να βλέπετε τον έξω κόσμο, να τον αισθάνεστε. Και αυτός ….. τι θέλει από εσάς που σας κρατά έτσι φυλακισμένες;

-Δεν μπορώ να σου απαντήσω σε όλα αυτά που ρωτάς. Ηρθα πολύ μικρή εδώ. Δεν θυμάμαι πως είναι έξω, δεν ξέρω πως είναι έξω από τη χώρα μας. Για αυτό θέλω να μου πεις. Για τη ματιά έξω από εδώ, από το μικρό καφασωτό μας παράθυρο. Και εγώ με τη σειρά μου θα σου πω για τον κόσμο μέσα. Τον κόσμο των αισθήσεων. Να δεις που θα σου αρέσει αυτό το ταξίδι. Όπως θα μου αρέσει και το δικό σου. 

Σαν να  ηρέμησε λίγο η  Amandine, το γλυκό χαμόγελο της Alizante καταλάγιασε λίγο τους φόβους της. Ναι, θα της μιλούσε για τον τόπο της, τη θέα από το κάστρο των Duplessis, το μεγάλο ποτάμι ….. και εκείνη θα έμπαινε στο δικό της κόσμο.

Το φοβόταν λίγο αυτό ταξίδι, σε αυτόν τον κόσμο με τα πολύτιμα υφάσματα και τα βαριά αρώματα, αυτόν τον κόσμο των αισθήσεων καλά κρυμμένο πίσω από ένα δαντελωτό παράθυρο.  

(συνεχίζεται)

(Μια εξίσου παραμυθένια συνέχεια του προηγούμενου ποστ, θα βρείτε και στον Πορτοκαλένιο μας , τον οποίο και ευχαριστώ για την αφιέρωση και για το μοίρασμα της ιστορίας)

(paitings  by Jean Leon Jerome)

Φεβρουαρίου 15, 2008

Ματιά από δαντέλα

Κατηγορίες: Παραμύθια — thalassinimatia @ 10:49 μμ
Tags:

   

Γαλλία 16ος  αιώνας,  

Το κάστρο DuPlessis  είχε την ωραιότερη ματιά στη κοιλάδα του Λίγηρα. Διψούσε η γη για το χάδι του ποταμού. Σαν ανθρώπινο σώμα και το ποτάμι η κεντρική αρτηρία που του δίνει ζωή,  οι παραπόταμοι γαλάζιες φλέβες που μεταφέρουν αυτή τη ζωή ακόμα πιο μακριά. Το νερό ενώνεται με το νερό, η ζωή δίνει ζωή  και ταξιδεύει.

Το  δωμάτιο μουσικής του κάστρου είχε την ωραιότερη θέα στη κοιλάδα. Ανεμπόδιστη. Ματιά που έφτανε μέχρι χαμηλά στο νότο. Και όταν έπαιζε ο δάσκαλος κλαβισέντο  η ματιά ταξίδευε ακόμα πιο μακριά, ξέφευγε τα όρια της κοιλάδας και του μυαλού. Η Amαndine στεκόταν κοντά στο παράθυρο και προσπαθούσε να δει το τοπίο με διαφορετικό τρόπο κάθε φορά.

Πότε έγερνε προς το πλάι έτσι που να φαίνεται το πιο φιδίσιο κομμάτι του ποταμού, πότε έριχνε μπροστά το δαντελένιο πέπλο της και προσπαθούσε να εντοπίσει τη γη από κάτω, μέσα από τα ανοίγματα της δαντέλας.

Εκείνη ήξερε. Είχε αποτυπώσει το τοπίο στο μυαλό της και όπως και να στεκόταν όπου και να βρισκόταν, ήξερε να «επιστρέφει» σ’αυτό. Δεν φανταζόταν όμως πόσο λυτρωτικό θα ήταν για αυτήν αργότερα … 

Ένα ταξίδι στη Μάλτα με τον πατέρα της, αυτό που πάντα επιθυμούσε. Ένα ταξίδι εκτός των συνόρων του κάστρου και της Γαλλίας. Δεν χόρταινε να διαβάζει τους ιστορικούς άτλαντες στη μεγάλη βιβλιοθήκη. Χωμένη στα βιβλία συνέχεια και στα παραμύθια. Τα καμώματά της παραξένευαν  την μητέρα της. Μια Duplessis σε ηλικία γάμου και  να ασχολείται με όλα αυτά, της φαινόταν αδιανόητο. Ειδικά τώρα που είχε ανακοινωθεί και ο αρραβώνας της με τον γιο των Chenonceaux. Μα η Αmandine δεν ήταν σαν όλα τα άλλα κορίτσια της ηλικίας της. Δεν της άρεσαν τα βαριά βελούδινα φορέματα. Ασφυκτιούσε. Δεν ήταν έτοιμη να παρατήσει τα «ταξίδια» της. Για αυτό και όταν  ο πατέρας της ανακοίνωσε ότι φεύγει για Μάλτα για να συνάψει μια εμπορική συμφωνία με τον Di Angelo δεν έχασε ευκαιρία.

Και δεν χρειάστηκε και πολύ να πείσει τον πατέρα της να τη πάρει μαζί του, της είχε εξάλλου ιδιαίτερη αδυναμία. Αυτή η αδυναμία όμως  έμελλε  να αλλάξει ριζικά τη ζωή της κόρης του και τη δική της

 ……… 

Diyarbakir, Τουρκία

Το φεγγάρι σήμερα είναι ολόγιομο μα μέσα από το καφασωτό παραθύρι του χαρεμιού η Αλισάντε το έβλεπε μισό. Σκύβει λίγο και μέσα από το δαντελένιο σκάλισμα το φεγγάρι μοιάζει με χρυσό λουλούδι στον ουρανό. Αλλάζει μορφές συνεχώς  όποτε αλλάζει και εκείνη στάση.

Μια δαντέλα  η ματιά. Μέσα από τα περίτεχνα καφασωτά του χαρεμιού. Πώς να είναι άραγε ο κόσμος έξω; Μέχρι που θα μπορούσε να φτάσει η ματιά της αν ήταν αυτή η ξύλινη δαντέλα διάφανη;

Δεν θυμάται πια πως ήταν πριν  έρθει στο χαρέμι.  Ξέχασε. Δεν είχε κλείσει ακόμα καλά καλά τα οκτώ όταν την έφεραν εδώ. – Μια δίκαιη ανταλλαγή είπε  ο πατέρας της. Μας  χάρισε το χρέος ο Νουρεντίν πασάς. Έχεις και άλλες κόρες. Η Αλισάντε είναι το αντάλλαγμα. Έννοια σου και τον ξέρω καλά. Πλουσιοπάροχα περνούν οι γυναίκες στο χαρέμι του. Και που ξέρεις μια μέρα μπορεί να διαλέξει τη Αλισάντε για γυναίκα του. Θα την προετοιμάσουν όπως αρμόζει για αυτόν. Θα δεις. Μη στεναχωριέσαι γυναίκα. 

Όπως αρμόζει όντως…… και το πρώτο πράγμα που έπρεπε να μάθει ήταν να ξεχάσει τον έξω κόσμο, τη ζωή ολόκληρη γιατί τώρα ξεκινούσε μια νέα ζωή. 

Τουλάχιστον ο πατέρας της είχε δίκιο σε ένα πράγμα. Ο Νουρεντίν δεν ήταν αυστηρός και βίαιος όπως ο πατέρας του. Ήθελε οι γυναίκες  του εκτός από όμορφες να είναι  και οξυδερκείς, να μπορούν να εξάπτουν και το μυαλό και το σώμα του. Ζητούσε απεγνωσμένα την ολοκλήρωση σε όλα τα επίπεδα.

Oι μεγαλύτερες σε ηλικία γυναίκες και δυο τρεις ευνούχοι αναλάμβαναν να  συγχρονίσουν και εκπαιδεύσουν τις καινούριες κοπέλες μα και να κρατούν σε εγρήγορση  τις υπόλοιπες. Και η Αλισάντε αφέθηκε στα χέρια τους. Δεν γινόταν αλλιώς.

Δούλευαν παράλληλα το σώμα και το πνεύμα. Οι  παλιές Βegum έτριβαν  τις κοπέλες με αιθέρια έλαια και πομάδες . Για να  είναι το σώμα  λείο και απαλό στο χάδι. Διακριτικά αρωματισμένο για να ερεθίζει τις αισθήσεις.  Τους έδειχναν πώς να ζωγραφίζουν στο σώμα τους δαντελένια σχέδια χαμηλά στη μέση, να βάφουν με kohl το περίγραμμα των ματιών τους για να τονίζουν το βλέμμα, να βάφουν με κόκκινη henna τις θηλές τους για να φαίνονται πιο αισθησιακές.

Και μετά ερχόταν η ώρα του χορού και της μουσικής. Μάθαιναν σιγά σιγά τις φιδίσιες κινήσεις για να συνοδεύουν τις νότες που έβγαιναν νωχελικά από το ούτι. Πέπλα διάφανα στον αέρα, που σκοπό έχουν να  αγκαλιάσουν το νου και το σώμα.

Και από το χορό της μουσικής να μεταπηδούν στον χορό των σωμάτων. Της σάρκας που αναβλύζει επιθυμίες με βαθύ άρωμα μπαχαρικών ανατολής.

 ( συνεχίζεται) 

 Paintings by

Wontner Konstantin Flavitsky”Princess Alekseyevna Tarakanova”

William Clarke ,” Safie, One of the Three Ladies of Baghdad “

Jean-Leon Gerome (1898) “The Terrace of the Seraglio”  

 

Φεβρουαρίου 13, 2008

Το ρεβεγιόν

Κατηγορίες: Σκέψεις — thalassinimatia @ 5:04 μμ
Tags:

Ένας σχεδόν φανταστικός διάλογος σε supermarket.

 -Μμμμ βλέπω προετοιμαζόμαστε σιγά σιγά για αύριο. Στο σπίτι τελικά θα γιορτάσετε; Ωραίο και αυτό.

-Τι είναι αύριο; Τι θα γιορτάσουμε;

-Του Αγίου Βαλεντίνου καλέ. Βλέπω ωραίο κρασί, γαριδούλες,άγριο ρύζι, σπέσιαλ πράγματα.

-Ναι… είσαι παρατηρητική βλέπω! Μόνο που αυτά είναι για σήμερα.

-Σήμερα; Γιορτάζεται κάτι; Κανένα ευτυχές γεγονός.

-Όχι!

-Τότε;

-Τότε τι ; Πρέπει να γιορτάζουμε ή να είναι του Αγίου Βαλεντίνου για να πίνουμε κρασί και να τρώμε γαρίδες;;;

-Όχι μωρέ να …δεν είναι πολύ σύνηθες.

-Δεν ξέρω τι είναι σύνηθες και τι όχι, ξέρω μόνο τι θέλω εγώ.Τι κάνουμε εμείς. Και  ναι έχουμε μεγάλη κατανάλωση σε κρασί. Δυο  τρία μπουκάλια την εβδομάδα. «Μελιαστό» και «Ορεινό» από Σπυρόπουλο, «Αmethystos» από Λαζαρίδη και που και που κανένα Gewurtztraminer όταν παραγγέλνουμε κινέζικο. Διαλέγεις και παίρνεις! Σε εντυπωσίασα ε;

- Ναι … εντάξει αλλά να υπέθεσα… Δηλαδή εσείς δεν τη γιορτάζετε τη μέρα αυτή ;

- Ναι άσε… κατάλαβα τι υπέθεσες. Και ναι, προσπαθούμε να  τη γιορτάζουμε τη μέρα αυτή κάθε μέρα!

-Εντάξει δίκιο έχεις μωρέ μη φωνάζεις, κάθε μέρα πρέπει αλλά να… εκείνη την ημέρα ο έρωτας φοράει τα καλά του πώς να το κάνουμε. Υπάρχει όλο αυτό το εορταστικό κλίμα παντού, λουλούδια, κάρτες, καρδιές, σοκολατάκια …

- Αχαα καλά που μου το θύμισες να σταματήσω στο Papagalino να πάρω μερικά σοκολατοκερασάκια, αυτά με το ποτό μέσα.

- …..

Δηλαδή θες να μου πεις ότι δεν έχεις μπει σε αυτή τη διαδικασία ποτέ;

-Με κάρτες λουλούδια και τα λοιπά εμπορικά; Μικρότερη ναι. Τα τελευταία χρόνια όχι γιατί όλα αυτά έρχονται σε άσχετες περιόδους οπότε ….

-Δηλαδή αν σου έρθει ένα ωραίο μπουκέτο αύριο από τον καλό σου και τα λοιπά παρελκόμενα θα χαλαστείς πολύ;

-Όχι βέβαια εννοείται, απλά  θα αντιδράσω όπως και όταν έρχονται όλα αυτά σε άλλες στιγμές. Άσχετες με γιορτές και επετείους, όταν δεν το περιμένεις.Τότε μετράνε πιο πολύ.

-Καλά τα λες αλλά … δεν είναι όλοι έτσι.

-Δίκιο έχεις, αν όμως προσπαθήσουμε από την πλευρά μας, αν δείχνουμε όλο τον χρόνο την αγάπη μας στον άνθρωπό μας τότε όλα τα άλλα θα  έρθουν. Άντε σε αφήνω τώρα γιατί εχω οδήγημα πολύ. Πρέπει να πάω σπίτι να ετοιμαστώ για το ρεβεγιόν, να μαγειρέψω, να ανάψω τα κεριά μου, να βάλω τα ιδιαίτερα μου….

-Καλέ τι ρεβεγιόν παιδί μου, τι λες;

-Του Αγ.Βαλεντίνου, ρεβεγιόν δεν λένε τη μέρα πριν;

(Cyndi Loper,”I drove all night”)

      

Φεβρουαρίου 9, 2008

Τα χρυσά πουγγιά

 

(Θέα του Φραγκοκάστελλου από τους Κομιτάδες) 

Κάνει κρύο πολύ εδώ πάνω στο μιτάτο μα η θέα από τα ριζώματα μαγευτική. Ο Γκίγκιλος γητευτής του αέρα, ρίχνει ματιά σπαθάτη κάτω στο οροπέδιο του Ομαλού, ελέγχει τα σημεία των καιρών. Τοπίο ζωντανό  και απροσκύνητο και αν είχε μιλιά  θα εξιστορούσε  για τα ποτισμένα με αίμα κυπαρίσσια, για τους ασφεντάμους και το αρισμαρί που κουβαλούν το άρωμα της επανάστασης και της ελευθερίας. Ρίζες ποτισμένες με αίμα και πόνο μα και με αγάπη και όνειρα.

Γι’ αυτό του άρεσε του Κωνσνταντή να ανεβαίνει στο μιτάτο. Για να παίρνει μια γεύση από γέννηση και από δημιουργία. Για την αγάπη που τα γεννά όλα αυτά. Τη βροχή που θα ποτίσει το τόπο. Τα ζωντανά που ψάχνουν για  τη νοτισμένη βοσκή. Τ’αρώματα της φασκομηλιάς και της ρίγανης που ποτίζουν  το γάλα και μετά εδώ στο μιτάτο να ανιχνεύει όλα τα αρώματα που  αναδεύονται  και ωριμάζουν σε ψάθινα καλάθια.

Μακάρι να υπήρχαν μαγικά πουγκιά  και να κλείδωνε μέσα όλα αυτά τα αρώματα και να τα κουβαλούσε μαζί του. Μα που να τη βρει τη μαγεία όμως αυτή σήμερα, και αν την έβρισκε θα φοβόταν μην του κλέψουν. Δεν φυλακίζεται εύκολα όμως αυτή, στη φύση ολόγυρα ξαναγυρνά για να πλανέψει και πάλι.

Θυμήθηκε λοιπόν ο Κωνσταντης μια ιστορία που του έλεγε ο παππούς, όταν πήγαινε μικρός μαζί του στο μιτάτο. Γύρω από μια καλά στημένη φωτιά και λίγο μαρουβά για το κρύο, ζωντάνευαν οι θρύλοι και οι παραδόσεις, ξεπηδούσαν οι νεράιδες και τα ξωτικά από τις φλόγες και αγκάλιαζαν το νου. Σε μια από αυτές τις βεγγέρες λοιπόν του μίλησε και ο παππούς για τα Χρυσά Πουγγιά και το μαγεμένο  νέο: 

-Και ήτονε γιομάτα χρυσάφι  παππού;

-Γιάντα το λέεις αυτό μικιό μου; Μα δεν έναι μονάχα ο χρυσός που αξίζει.

-Κι αμ ήντα’χε μέσα παππού και δεν εμίσευγε το κοπέλι ;

-Αγάπη είχανε μέσα. Δεν ήτονε μόνε η μυζήθρα και η κανέλα για το άρωμα. Μήδε το μέλι από αρισμαρί. Μα ήτονε κλεισμένη μέσα η αγάπη της κοπελιάς απού τα΄χε καμωμένα. Με αγάπη και φροντίδα άνοιγε το φύλλο τζη και το γιόμιζε με μυζήθρα. Λίγο λίγο το έσταζε το κροκάδι από πάνω για να χρυσίσουν και μετά αχνόριχνε και μια ολιά σουσαμάκι. Μοσκοβόλαγε ο τόπος, και  που να μισέψει το κοπέλι μετά. Γιόμιζε το βουργιάλι του με το θησαυρό τση κοπελιάς του και εξεκίνα για τις μαδάρες. Κοντά την είχανε τη κοπελιά εκειά στις λέσκες απού ήτονε το δικό του μιτάτο. Καλιά το΄χε να του κλέψουνε τ’αγρίμια του παρά τα πουγγιά τση  κοπελιάς του. Γιατί θα ήτονε σαν να του εκλέβανε την αγάπη του. Οντε τελειώνανε λοιπόν οι προμήθειες γλακούσε τσι Μαδάρες σαν το κρι κρι   κι εγάιρε  κοντά της για να πάρει  το θησαυρό τζη πάλι.

Άμε να δεις τώρα αν εγίνει  η μυζήθρα για να πέψουμε τση γιαγιάς σου να μας  εφτιάξει και εμάς.

Με αυτή την αγάπη μεγάλωσε ο Κωσταντής, για τα στοιχειά της φύσης που σαν ενωθούν, κοντά τους δεν στέκει ούτε ο χρυσός.

Γλωσσάρι:

Γκιγκιλος: βουνοκορφή των Λευκών Ορέων

Μιτάτο: παραδοσιακό τυροκομείο στα βουνά

Μαρουβάς: κόκκινο κρασί πολλών ετών

Μισεύγω:  φεύγω, εγκαταλείπω

Βουργιάλι: σακίδιο κρητικού βοσκού

Λέσκες:απόκρημνα βουνά όπου καταφεύγουν τ’αγρίμια

Γλακώ: τρέχω γρήγορα

Γαΐρω: ξαναγυρνώ, επιστρέφω

Οι αγαπητοί συμπατριώτες και συμπατριώτισσές μου ας μου συγχωρέσουν τυχόν λάθη στο κομμάτι με τη κρητική διάλεκτο μια και μου είναι πιο εύκολο να τα μιλώ παρά να τα γράφω. 

 

 ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΠΟΥΓΓΙΑ ή ΚΑΛΛΙΤΣΟΥΝΙΑ ΑΝΕΒΑΤΑ

Υλικά: 2κιλά αλεύρι, ι ποτήρι ελαιόλαδο, 4 αυγά, 1 ποτήρι ζάχαρη, 100 γραμ.μαγια, 3 ποτήρια γάλα.

Για τη γέμιση: 2 κιλά μυζήθρα, 2 κρόκοι αυγών, ½ ποτήρι ζάχαρη, κανέλα, ξύσμα απο λεμόνι, 4 κουταλιές μέλι.

Διαλύουμε τη μαγιά σε 1 ποτήρι χλιαρό νερό γάλα, προσθέτουμε λίγο αλεύρι και ζάχαρη να γίνει ένας πηχτός χυλός και αφήνουμε το προζύμι να ανέβει.Κατόπιν σε μια μεγάλη λεκάνη δουλεύουμε το λάδι , τη ζάχαρη, το υπόλοιπο γάλα, τα αυγά χτυπημένα και στο τέλος το προζύμι. Τα ζυμώνουμε όλα μαζί και προσθέτουμε σιγά το υπόλοιπο αλεύρι. Το αφήνουμε στην άκρη να φουσκώσει. Ανακατεύουμε τα υλικά της γέμισης απαλά για να γίνουν μια κρέμα. Ανοίγουμε τη ζύμη και κόβουμε σε τετράγωνα κομμάτια. Τοποθετούμε μια κουταλιά γέμιση και διπλώνουμε το φύλλο προς τα μέσα.Τα αφήνουμε πάλι λίγο να ανέβουν καλά, τα αλείφουμε με αυγό,πασπαλίζουμε με σησάμι και τα ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο μέχρι να ροδίσουν. 

 

(photos by Wolfgang Kistler)

Φεβρουαρίου 7, 2008

Εκεί στο Νότο (updated)

Κατηγορίες: Σκέψεις — thalassinimatia @ 5:20 μμ
Tags:

 

 ….με το Λυβικό να απλώνεται απέναντι γαλάζιο σεντόνι. Στη Σούγια με τα ολοστρόγγυλα βότσαλα μαργαριτάρια.

Ξάπλωσαν δίπλα δίπλα στην άμμο. Καυτή η ανάσα που αναβλύζει από τη γη, σαν να εξατμίζεται η άμμος και να στέλνει τη λιγοστή δροσιά της πίσω εκεί που ανήκει. Στη θάλασσα.Τα μαλλιά της πέφτουν στον πρόσωπο. Τα μάτια κλειστά. Για την ώρα. Φοβάται να τα ανοίξει. Από τότε που έμαθε ότι τα μάτια απέναντι την κοιτάνε αλλιώς ….. δεν μπορεί. Φοβάται να έρθει αντιμέτωπη με τη λαχτάρα, τον πόθο, τη λατρεία. Οι μπούκλες πυκνές, σχηματίζουν στο πρόσωπό της ένα μικρό καφασωτό. Σαν τα περίτεχνα παραθύρια της ανατολής όπου δεν αφήνουν τα αδιάκριτα βλέμματα να εισχωρήσουν στο εσωτερικό, και δίνουν παράλληλα το δικαίωμα στις ψυχές να ρίξουν κλεφτές ματιές στον έξω κόσμο.

Δεν  αντέχει άλλο. Μια μικρή κλεφτή ματιά θέλει να δώσει και εκείνη. Το καφασωτό μπροστά καλά φτιαγμένο. Βλέφαρα που  ανοίγουν ελάχιστα. Πράσινο ανοιχτό. Δεν είναι η θάλασσα  αυτό που βλέπει. Σε εκείνο το σημείο του Νότου τα νερά είναι βαθυγάλαζα. Άλλη θάλασσα ήταν αυτή. Της ματιάς του, σε αυτή που έμελλε να κολυμπήσει για τα επόμενα έντεκα χρόνια και ακόμα πιο πολύ. Και ας μην το ξέρε ακόμα. Πίσω από το καφασωτό πάλι. Έκλεισε τα μάτια της ενώ ήξερε ότι τα δικά του ήταν ακόμα ανοιχτά. Το αριστερό της χέρι ασυναίσθητα βυθίζεται βαθιά στην  καυτή άμμο.

Αναζητούσε  τη κρυμμένη δροσιά μα ξανακάηκε. Γιατί την ίδια δροσιά αναζητούσαν και τα δικά του χέρια.  Μπλέχτηκαν τ’ ακροδάχτυλα αυθόρμητα.

Ζήτησε συγνώμη και χωρίς να κοιτάξει έπεσε στη θάλασσα. Αυτό ήταν αρκετό προσάναμμα για τη συνέχεια.

Το επόμενο βράδυ κανονίστηκε σινεμά. Στον Δημοτικό Κήπο στα Χανιά. Έπαιζε την «Κλεμμένη Ομορφιά» του Μπερτολούτσι. Ιταλική εξοχή, αμπέλια, κρασί Chianti. Πέρασαν δυο χρόνια για να δει επιτέλους πως τελειώνει η ταινία. Γιατί κάτι άλλο ξεκίνησε τότε. Ακροδάχτυλα που μπλέχτηκαν πάλι, χείλη που ενώθηκαν. Σαν να πάτησε κάποιος το pause. Ο χρόνος παγώνει και μένει η στιγμή. Η στιγμή όμως αυτή δεν χάθηκε. Μεγάλωσε, μέστωσε στο χρόνο και έγινε ταξίδι ζωής. Αυτό που ξεκίνησε εκεί στο Νότο.

………..

To παρόν κείμενο είναι αφιερωμένο στην αγάπη μου και στο ταξίδι μας.

Επειδή όμως σαν σήμερα, η φωνή ενός Αρχάγγελου από τον Νότο έπαψε να χτυπά ,ένα αγαπημένο τραγούδι του για σας   Η Νατάσσα μας τα λέει καλύτερα.

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.