ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ

Μαρτίου 1, 2008

Τα πορφυρά κοχύλια

Κατηγορίες: Παραμύθια — thalassinimatia @ 10:36 πμ
Tags:

 

Λες να ξανάρθει;

-Ελπίζω πως όχι. Δεν μπορώ να  τραγουδώ αλλιώς.Δεν το αντέχω,δεν μ’αρέσουν τα δικά σας τα τραγούδια.

-Μείνε στη σπηλιά εσύ τότε. Θα βγω εγώ…

-Οχι..!

-Γιατί ζηλεύεις;

-Μην του κάνεις  κακό  σε παρακαλώ. Υπάρχουν τόσοι άλλοι ψαράδες εδώ γύρω. Αφησέ τον.

-Δεν είχε άδικο η Αμφιτρίτη που σε έβγαλε Θελξιέπεια, πάντα με το γλυκό λόγο σου είσαι, λιγόψυχη.

-Ενώ εσύ καλή μου Αγλαόπη, με τη ωραία σου φωνή φτάνεις πιο εύκολα στον στόχο σου. Εγώ δεν αντέχω άλλο πια αυτή τη μοίρα. Δεν θέλω να κλέβουμε ψυχές μα να τις ελευθερώνουμε.

-Είναι διαφορετικοί οι  κόσμοι σας. Ανήκετε  αλλού, το νήμα της μοίρας σας είναι διαφορετικό και δεν μπορείς να κάνεις κάτι για αυτό.

Μάταια προσπαθούσε να λογικέψει την αδελφή  της. Με το πρώτο ξύπνημα της Αυγής, την έβλεπε να αναδύεται στον μικρό κόλπο με τα σμαραγδένια νερά στο βόρειο μέρος της Ανεμόεσσας. Το νησί  όπου  κατοικούσαν οι Σειρήνες, στο στενό της Μεσσήνης μεταξύ Σικελίας και Καλαβρίας. Εκείνη πήγαινε στο νότο, οπού περνούσαν κουρσάρικα καράβια  για να τα κουρσέψει με τη φωνή της. Στον βορρά άφηνε την αδερφή της  να  απαγγέλλει λόγια της θάλασσας. Ετσι πλάνεψε και τον νεαρό ψαρά.

Τις πρώτες πρωινές ώρες περίμενε να αράξει η βάρκα του στην άκρη της σπηλιάς. Είχε βρει απάγγιο εκεί από την αλμύρα και το βοριά που θέριζαν το μυαλό και το σώμα. Μα δεν ήξερε. Ήταν τόσο αφοσιωμένος στη θάλασσα που νόμιζε ότι του μίλαγε εκείνη. Καθώς περίμενε να   μεγαλώσει η ψαριά του και το βλέμμα του να γίνει κύμα, άκουγε τους σκοπούς της. Ένα πλάσμα θαλασσινό του εξιστορούσε την αγάπη της μέσα από λόγια  που άλλη  μελωδία δεν χρειάζονταν  εκτός από το κύμα που έσκαγε στα βράχια.

Εκείνη πρόσεχε να μην τη δει. Φοβόταν μη τρομάξει και φύγει. Φρόντιζε μόνο να είναι καλότυχη κάθε μέρα η ψαριά του για να ξανάρχεται πάλι και να τον συντροφεύει με τραγούδια.

Ως που μια μέρα έγειρε το σώμα του στα βράχια o Αλκαμένης για να ξαποστάσει. Δεν είχε τόσα ψάρια όσο άλλες φορές και είχε κουραστεί να πετά και να μαζεύει άδεια δίχτυα Δεν άργησε να κλείσει τα μάτια του και να αποκοιμηθεί …. ήταν και  αυτά  τα λόγια της θάλασσας, γλυκά  σαν  νανούρισμα.

Η Σειρήνα που δεν άκουγε πια τα δίχτυα να χαράζουν τον αέρα ανησύχησε  και βγήκε δειλά προς τα έξω, χωρίς να σταματήσει το τραγούδι της. Στο γύρισμα του βράχου, τον είδε να κοιμάται. Τα δίχτυα πάντα σφιχτά στο χέρι σαν να περίμενε σημάδι της θάλασσας ότι  είχαν γεμίσει. Του χάιδεψε απαλά τα μαλλιά και απέθεσε λόγια και φιλιά στο πρόσωπο, στο σώμα, στη ψυχή του. Καλύτερα που κοιμόταν σκέφτηκε, να μην ξέρει, να μη θυμάται τη γεύση από το φιλί και πονέσει μετά. Τον αγκάλιασε με λαχτάρα και  άφησε τα ξανθά μαλλιά της να   σκεπάσουν τα όνειρά του.  Σαν να την αισθάνθηκε αυτή τη θέρμη ο Αλκαμένης και ασυναίσθητα  την έσφιξε και αυτός στην αγκαλιά του. Αυτός τώρα ο κυνηγός και η όμορφη Σειρήνα το θήραμα που δεν μπορούσε να ξεφύγει από τα δικά του δίχτυα.

Ο ήλιος θα έδυε σε λίγο. Έπρεπε να φύγει πριν ξυπνήσει. Να φύγει και εκείνη από αυτά τα σμαραγδένια νερά και να πάει σ’άλλο νησί. Μακριά από τις αδελφές της και τους θνητούς. Μόνη με τη θάλασσα  να φτιάχνει μελωδίες με τα κοχύλια της.

Βγήκε σιγά σιγά από την αγκαλιά του και έπεσε στη θάλασσα με μια απότομη και γρήγορη βουτιά.

Αλμυρές σταγόνες, δάκρυα  θάλασσας,  νότισαν  το πρόσωπό του και ο Αλκαμένης άνοιξε αργά τα μάτια, σαν να ξυπνούσε από όνειρο. Κοίταξε τα δίχτυα του απογοητευμένος. Άδεια. Μόνο μερικά κοχύλια και αστερίες μπλεγμένα στα δίχτυα που έπαιρναν ένα χρώμα μαγικό από το δείλι. Που να φανταζόταν ότι ήταν στολίδια από τα μαλλιά μιας Σειρήνας. Δεν θα ξαναρχόταν πια σε αυτόν τον κόλπο. Θα δοκίμαζε να βρει άλλο αγκυροβόλι. Δεν του τραγουδούσε πια η θάλασσα εκεί   γιαυτό σταμάτησε να του δίνει τα δώρα της, σκέφτηκε. Μάζεψε τα κοχύλια, τα τύλιξε στα δίχτυα και  έφυγε.

Και έμεινε από τότε ορφανός ο κόλπος της Σειρήνας. Έτσι τον ονόμασαν αργότερα οι κάτοικοι του νησιού. Και όποιος περπατήσει σε αυτή τη παραλία και σταθεί στην άκρη του βράχου, θα τον βρει γεμάτο  κοχύλια πορφυρά και αστερίες που αν τα φέρει κοντά στο πρόσωπο μπορεί να ακούσει ακόμα το τραγούδι της .

Painting  by Frederique Leighton “The Fisherman and the Sirene”

…………………

Οι Σειρήνες ήταν θαλασσινές θεότητες που σχετίζονταν με τον  έρωτα και το θάνατο. Συνήθως είναι αριθμητικά δύο, η Αγλαόπη ( όμορφη Φωνή) και η Θελξιέπεια (Γλυκός Λόγος) ή τρεις  Παρθενόπη, Λευκωσία και Λιγεία. Αναφέρονται για πρώτη φορά στην Οδύσσεια ως κατοικούσες στη νήσο Ανεμόεσσα του Τυρρηνικού πελάγους.

Blog στο WordPress.com.