( Painting by Pierre Auguste Renoir)
- « Ήντα θα γίνει βρε Στρατή; Θα μας επείς καμιά μαντινάδα, Γιάντα νομίζεις πως σε φωνάξαμε απόψε!
- Δεν είμαι εγώ για μαντινάδες, χαθήκανε ούλες από το νου μου. Αφήστε να πιω μια ολιά ρακή και ν’απογυρίσω.
- Δεν έχεις να πάεις πουθενά! Φώναξε ο παπά Μανώλης που είχε έρθει στα κέφια με τη ρακή και τους μεζέδες. Πάντρευε μεθαύριο τη πρωτοκόρη και ήτονε μες τις χαρές. Ξεκίνα τις κοντυλιές Σηφαλιό και θα του έρθει και του κακορίζικου να τραγουδήσει.
Eτσι και έγινε. Χάιδεψε απαλά στην αρχή το δοξαράκι τις χορδές και όντε αρχίνιξαν να μιλούν, μίλησε και το μαράζι του Στρατή:
« Αν αρχινίσω και τα πω τα πάθη μου τραγούδια
η μαύρη γης θα μαραθεί, δε βγάζει μπλιο λουλούδια,
θα πα να φύγω να χαθώ μακριά από τσι δικούς μου
και θα’μαι εγώ στη ξενιτιά, μ’αλλού θα ‘ναι ο νους μου»
-Παντρειές έχουμε μεθαύριο βρε Στρατή, πολύ σεβνταλίδικες οι μαντινάδες σου!
-Αυτές έχω ! Αν σας αρέσουν αν όι, ξιά σας! Και δίνει μια στο σκαμνάκι που ήτονε μπροστά του και πάει και χτυπά πάνω στο κακορίζικο τον κάτη. Κλαψούρισε το ζωντανό από το πόνο και πετάχτηκε όξω σαν σίφουνας.
-Ήντα σου φταίξε το ζωντανό μωρέ Στρατή! Δεν πειράζει κάτσε στο παρεάκι μας άκουε τσι δικές μας μαντινάδες.
-Παπα Μανώλη καλύτερα να γαΐρω σπίτι. Δεν είμαι εγώ για γλέντια και κακό θα σας εκάμω. Να σου ζήσει η κοπελιά και θα τα πούμε στο γάμο.
Με ένα σάλτο ήτονε κιόλας στα μέσα της αυλής. Μαντιλόδεσε σφιχτά το κροσσωτό μαντίλι μήπως και σιγάσουν οι σκέψεις και ζυγοστάθηκε στη πόρτα να πάρει αέρα. Τυραννιότανε ποιον δρόμο να πάρει , αυτό που τον έβγαζε αμέσως έξω από το σπίτι του ή να περιπλέξει πάλι του νου και να κατηφορίσει πίσω από το σπίτι του Παπα Μανώλη….
Μέχρι να ξεκαθαρίσει τις σκέψεις του, τα ζάλα του τον οδηγούσαν όπου ορμήνευε η καρδιά του. Ανάθεμα το αφηνιασμένο το σκυλί, σκέφτηκε ο Στρατής Αν δεν ήτονε σύντροφος καλός επάνω στο μιτάτο το χειμώνα, σιγά μη τον κυνήγαγε σ’ούλο το χωριό να τον εβρεί! Αναθεμάτο για ζωντανό, όλο το χωριό γύριζε για να το ξετρυπώσει και αυτό όλο και ξεμάκρυνε, μα κάτεχε αυτό που πήγαινε….
Τονε βρήκε να κρύβεται σε μια τρύπα από ένα μικρό τοιχαλάκι που εχώριζε το υποστατικό από το κυρίως σπίτι. Και εκεί που ετοιμαζόταν να αποδέσει το ζωντανό και να γαίρει μυρμίδισε ο νούς του, το σώμα του ολόκληρο. Ανάμεσα στις αγριοσυκιές αχνοφαίνοταν μια κόρη από το παραθύρι, που ξέμπλεκε τα μαλλιά της και γλυκοτραγουδούσε:
« Πέρνα σαΐτα μου γοργή, με το ψιλό μετάξι,
Σαν βρω τον αγαπώ,να βρει χρυσά να αλλάξει»
Παραπάτησε ο Στρατής και του φύγε πάλι το ζωντανό μα αλλού ήτονε πια ο νους του. Όσο ξέμπλέκε η κόρη τα μαλλιά τόσο έμπλεκε εκείνος και χωρίς να το σκεφτεί αχνοτραγούδησε μια μαντινάδα:
« Ήθελα να’μαι φάδι σου και τ’άσπρο το στημόνι,
Κι όταν ξομπλιάζεις μοναχή, να μη σε αφήνω μόνη».
Έπεσε το χτένι της κοπελιάς από το χέρια, τίναξε πίσω τα μεταξωτά μαλλιά της και έκλεισε γοργά το παραθύρι. Δεν μπορεί όνειρο θα’ταν σκέφτηκε, θα παράκουσα. Το ίδιο σκέφτηκε και ο Στρατής γιατί παρόμοια ομορφιά και χάρη δεν είχε αντικρίσει.
Εδώ και ένα μήνα λοιπόν κάθε βράδυ στεκότανε κάτω από τις αγριοσυκιές και αντάλλαζε μαντινάδες με τη κοπελιά του. Μυαλό δεν είχε το πρωί όντε ήτονε στο αμπέλι μόνο παρακαλούσε να περάσει γρήγορα η ώρα να πάει να βρει την αγαπώ του. Ένα βράδυ κατέβηκε στον κήπο η κοπελιά να γνωρίσει τον νιο που την τυραννούσε με τις γλυκές απιλογές του. Χάθηκε στην αγκάλη της ο Στρατής στα σγουρά μαλλιά της και στη γλυκιά ανασαιμιά της. Κατερινιώ την λέγανε και ήρθε με τους δικούς της για το γάμο της ξαδέρφης της Λενιώς της κόρης του Παπα Μανώλη. Μετά το γάμο θα εγάιρε στο Ρέθεμνος.
Πόνος βαθύς ριζώθηκε στη καρδιά του Στρατή γιατί όσο πλησίαζε ο γάμος , πλησίαζε και ο αποχωρισμός από την αγαπώ του. Για αυτό δεν είχε όρεξη για χαρούμενες μαντινάδες όντε τον κάλεσε ο Παπα Μανώλης.
Έφτασε πάλι κάτω από την αγριοσυκιά μα το παραθύρι ήτονε καλά σφαλισμένο και σκοτεινό. Μάταια περίμενε ο Στρατής να φανεί το Κατερινιώ. Μα καθώς κίνησε να φύγει, είδε ένα μικρό μποξαδάκι στη ρίζα του δέντρου. Το πήρε στα χέρια του σαν να τανε μωρό παιδί και το άνοιξε προσεχτικά. Πάνω σε λίγα πορτοκαλόφυλλα ήτονε μερικά πλεξιδωτά κουλούρια και ένα μικρό χαρτάκι που έγραφε:
« Αν θέλεις να σ’αγκαλιάζουνε δυο χρυσές πλεξίδες
Ζήτα να γίνω ταίρι σου αλλιώς ξεχνά ποτέ πως μ’είδες»
Έτσι ήταν το σωστό να γίνει. Αναθάρρησε ο Στρατής και εγάιρε πίσω στο σπίτι του Παπα Μανώλη. Ζήτησε την ευχή και τη βοήθεια του και αν όλα πήγαιναν καλά το χωριό θα’χε διπλή γιορτή μεθαύριο.
Έτσι και έγινε. Γιόμισε η πλατεία κόσμο που έδινε τα συχαρίκια στα νιόπαντρα ζευγάρια. Και όντε αρχίξανε οι χοροί ο Στρατής έχαρισε στην αγαπώ του, τις πιο ωραίες μαντινάδες:
«Όμορφη που ‘σαι μάτια μου κι ο ήλιος σε ζηλεύει
Κι όντε προβάλεις και σε ιδεί πάει και βασιλεύει
Με το γλυκό σου το φιλί στον ουρανό ανεβαίνω
Με τσ’ αγγέλους ομιλώ και πάλι κατεβαίνω
Μπερδε και μπερδε και μπερδέ
Και μπερδεμένο μ’ έχεις
Και εις στα σγουρά σου τα μαλλιά
Περιπλεμένο μ’ έχεις»
………..
Σημειώσεις:
Όλες οι μαντινάδες εκτός από το ραβασάκι της Κατερινιώς ανήκουν σε διάφορους καλλιτέχνες.
Γαΐρω: γυρίζω
Ο κάτης : η αρσενική γάτα
Η αγαπώ: η κοπέλα που αγαπά ο νέο. Αντίστοιχα , « ο αγαπώ»
Τα ζάλα : τα βήματα
……….
Πορτοκαλοπλεξούδες
Υλικά: 1 ποτήρι βούτυρο, 1 ποτήρι ζάχαρη, 2 κρόκους, 1 ποτήρι γάλα, ξύσμα από ένα πορτοκάλι, 1 κουταλιά baking powder, κανέλα, γαρίφαλο, λίγο κονιάκ και 5 ποτήρια αλεύρι.
Εκτέλεση: Δουλεύουμε το βούτυρο με τη ζάχαρη καλά και προσθέτουμε τους κρόκους, το ξύσμα, τα κανελογαρίφαλα. Ρίχνουμε σιγά το αλεύρι στο οποίο έχουμε βάλει το baking powder και ρίχνουμε εναλλάξ γάλα και κονιάκ. Φτιάχνουμε μια μαλακή ζύμη και πλάθουμε τα κουλουράκια. Αλείφουμε με αυγό και ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο για 20 λεπτά περίπου στους 180οC.
………….

Μάλλον πριν το Πάσχα έπρεπε να ανέβει αυτό το ποστ, αλλά εγάιρε ο κύρης μου από το χωριό προχτές και μου έφερε και ένα κλώνι πορτοκάλια και θυμήθηκα τα δικά μου! Επανήλθε και η έμπνευση γιατί είχα κολλήσει το τελευταίο διάστημα!