ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ

Σεπτεμβρίου 29, 2008

To βρόχινο παραμύθι (updated)

Κατηγορίες: Σκέψεις — thalassinimatia @ 1:12 μμ

 

Βρέχει πολύ. Οι σταγόνες σφυροκοπούν το τζάμι τόσο δυνατά σαν να θέλουν να το σπάσουν. Μακάρι να τελειώσει  νωρίτερα αυτή  η βαρετή η συνάντηση. Κουράστηκε. Κάθε φορά τα ίδια και τα ίδια.Λόγια που πέφτουν στο κενό, μια απίστευτη σπατάλη ενέργειας. Κάποιος να βάλει ένα τέλος; Κάποιος; 

- Μήπως να συζητήσουμε αύριο την μεταφορά των υλικών; Εχει σουρουπώσει. Συμφώνησαν όλοι και άρχισαν να μαζεύουν τα χαρτιά τους. Ηταν τόσο απόρροφημένη στις σκέψεις της,τόσο κουρασμένη που δεν άκουσε τη σωτήρια πρόταση του Αλέξη.

Σήκωσε το  κεφάλι. Μόνη της ήταν. Είχαν φύγει όλοι ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε.  Μάζεψε μηχανικά τα χαρτιά της. Τα στρίμωξε βιαστικά στον νέο της  χαρτοφύλακα. Πανάθεμα το για μηχανικό κούμπωμα! Πέταξε  αγανακτισμένη το χαρτοφύλακα πάνω στο τραπέζι. Έσκυψε από πάνω του. Έκλεισε  τα μάτια και ευχήθηκε να ήταν αλλού, μακριά …. ήταν και αυτή η βροχή  που την νανούριζε. Είχε  γλυκάνει ο ήχος της και σαν ψεύτικο της  φάνηκε το χάδι στα μαλλιά. Σαν κάποιος να της ξετύλιγε τις μπούκλες και  να τις χώριζε σε πιο μικρές.

 -Τόσο πολύ σε κουράσαμε σήμερα; Αναπήδησε απότομα. Φλας μπακ. Οι  συνάδελφοι μαζεύουν τα χαρτιά. Τα φώτα χαμηλώνουν. Μαζεύει τα δικά της.  Το κουμπί δεν κλείνει, κλείνει όμως τα μάτια. Τα ανοίγει τώρα, ο Αλέξης μπροστά της  που της χαμογελά. Το χάδι στα μαλλιά.

-Συγνώμη δεν πρόσεξα οτι φύγατε όλοι, ψέλισε.

-Ναι το κατάλαβα αυτό…. να κεράσω  καφεδάκι στη γωνία;

-Εντάξει δώσε μου μόνο δυο λεπτά να  ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου. Να βάλει ολόκληρο το κεφάλι της κάτω  από το νερό ήθελε. Να ξυπνήσει για τα καλά γιατί νόμιζε ότι  ονειρευόταν. Κοίταζε το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπό της στον καθρέφτη. Τις μικρές  μπούκλες που πλαισίωναν το πρόσωπό της. Υπήρχε εδώ και καιρό μια  ιδιαίτερη οικειότητα μεταξύ τους, στήριζε ο ένας τις θέσεις του  άλλου στις βαρετές αυτές συναντήσεις αλλά ποτέ δεν φανταζόταν  το σημερινό.  Έφτιαξε το make up, κούμπωσε σφιχτά το  ζαχαρί παλτό της και βγήκε.

Η βροχή είχε δυναμώσει πάλι. Είχε  ξεχάσει την ομπρέλα της στο γραφείο.

- Δεν πειράζει, θα μπούμε κάτω από τη δικιά μου. Μια μπλε λιτή ανδρική ομπρέλα. Με  μεγάλο άνοιγμα. Την τράβηξε στην αγκαλιά του. Κάτω από την ομπρέλα.  Κορναρίσματα. Ο δρόμος έκλεισε. Το λεωφορείο δεν μπορεί να στρίψει. Φωνές.  Μα κάτω από την ομπρέλα σαν να μην υπήρχαν όλα αυτά.

Το καφέ γεμάτο από κόσμο.Άδειασε το  γωνιακό τραπεζάκι. Μυρωδιά ζεστής σοκολάτας και εσπρέσο.Βανίλια και  φρέσκο βούτυρο. -Σγούρυναν και άλλο τα μαλλιά σου με τη  βροχή. Ελπίζω να μην σε έφερα σε δύσκολη θέση πριν. Φυσικά και δεν την είχε φέρει σε  δύσκολη θέση γιατί … δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι ήταν εκεί και η  κατάσταση στην οποία βρισκόταν αποζητούσε ένα χάδι στα μαλλιά και όχι  μόνο.... Μυρωδιά από δεύτερη σοκολάτα  αρωματισμένη με φουντούκι αυτή τη φορά. Ο εσπρέσο παρέμεινε. Μιλούσαν για  άσχετα πράγματα, για τη δουλειά, για την αυριανή συνάντηση μα τους και οι δυο τους είχαν χαθεί στην αγκαλιά κάτω από την ομπρέλα.

Είχε βραδιάσει για τα καλά. Έπρεπε να  φύγει για να προλάβει τον προαστιακό των 20:30. Η βροχή αμείωτη.

- Θα σε πάω εγώ μέχρι το σταθμό. Βρήκαν και οι δύο τη γνώριμη θέση κάτω από την  ομπρέλα. Έξω ο ίδιος πανικός. Όλοι οι δρόμοι στο κέντρο είχαν  φρακάρει. Έστριψαν από τη Νοταρά. Ένα φρεάτιο είχε ξεχειλίσει και δεν  μπορούσαν να διασχίσουν τον δρόμο. Στη γωνία το ίδιο. Ένα μηχανάκι περνά με  ταχύτητα και σκορπά τα νερά. Καταφύγιο πουθενά. Σηκώνει το βλέμμα  και τον κοιτά. Άλλαξε η φορά του αέρα και οι σταγόνες γεμίζουν τα  πρόσωπά τους. Δυο μάτια που δεν γυαλίζουν μόνο από τη βροχή.

Ένα  αυτοκίνητο μεγάλου κυβισμού πλησιάζει απειλητικά έτοιμο να εκτοπίσει όλο το  νερό που υπάρχει στο δρόμο. Ο Αλέξης την τραβά μπρος τα πίσω πριν προλάβουν να βραχούν. Η κολόνα μιας πολυκατοικίας το απάγκιο τους. Η  φορά του αέρα ξαναλλάζει. Οι σταγόνες της βροχής ανακατεύονται στο  βαθύ φιλί τους. Η ομπρέλα φεύγει από τα χέρια και  ψάχνει να βρει τη βροχή της. Ταξίδεψε μαζί με τα όνειρά της σε ένα  κόσμο αλλοτινό  και μαγεμένο. Εκεί που οι στάλες γίνονται έρωτας και  τα σύννεφα βρέχουν λουλούδια.

Μια γλυκιά ζάλη την πήρε. Απ' το φιλί   που απέμεινε κάτω από την ομπρέλα από τα χείλη του να έχει τη  γεύση μιας γλυκιάς σοκολάτας καυτής. Κι απ' τα χέρια του που βρεγμένα  από τη νεροποντή είχαν τη ανάγκη να την πιάσουν από την μέση και  να την φέρουν ψηλά. Όσο ψηλά μπορεί πάει ένας ξαφνικός έρωτας. Και  ζαλίστηκε. Γλίστρησε το κορμί της πάνω στο δικό του, με τις μακριές  μπούκλες της πια μουσκεμένες κολλημένες στους ώμους του και δυο  χέρια που έσφιγγαν την πλάτη του. Με τις μπούκλες μουσκεμένες να τον τυλίγουν μαζί με τα χέρια της σαν πλοκάμια που ψάχνουν έδαφος, σώμα να σφίξουν, να κατακτήσουν ..... Ένιωσε τη θέρμη του μέσα απ’το βρεγμένο πουκάμισό του. Βρόχινο νερό έσταζε από το πρόσωπό του στο μισάνοιχτό της στόμα, καθώς φιλούσε  το μέτωπο και τα μάτια της, μπλέκοντας τα δάχτυλά του στα μαλλιά της. Έμοιαζαν ένα. Σώμα που ενώθηκε. Σαν  παζλ που συμπληρώθηκε. Αυτή τη φορά το φιλί τους ήτανε έρωτας. 

Έμειναν έτσι αγκαλιασμένοι όπου κι αν  βρέθηκαν σ' ένα βράδυ που έσταζε από εκείνους. Στη βροχή. Στο αγιάζι.  Στην υγρασία από τα χείλη. Στα μάτια από τη χαρά.  Στο χαμόγελο από την  ευτυχία. Κάτω από την ομπρέλα της αγκαλιάς του. Μια αγκαλιά  ζεστή. Μια αγκαλιά σαν συννεφάκι.

Στα σύνορα του παραμυθιού  και της αλήθειας.

Το βρόχινο παραμύθι τους. 

……………….

Mια που το σ/κ δεν ήρθ εη βροχούλα που περιμέναμε (εγώ τουλάχιστον)σας δίνω ένα περσινό φθινοπωρινό ποστ για να δροσιστείτε λίγο! Καλήη εβδομάδα!

Σεπτεμβρίου 24, 2008

Οι βαρκούλες του Δημητράκη (updated)

Κατηγορίες: Σκέψεις — thalassinimatia @ 11:49 πμ

 

(Μια αγαπημένη περυσινή παραμυθοσυνταγή αφιερωμένη στην μπέμπα μου και σε έναν μικρό Δημητράκη)

Βυθίζεται ο ήλιος σιγά σιγά και ετοιμάζεται να παραδώσει τη θέση του στον ουρανό στη αδελφή του Σελήνη. Απάνεμη είναι σήμερα η θάλασσα, χαϊδεύει απαλά τα βράχια στο μικρό λιμάνι του χωριού. Τα φώτα ανάβουν ένα ένα , αστεράκια μικρά που φεγγοβολούν σαν να κατέβηκε ο ουρανός στη στεριά.

Μα σε ένα σπιτάκι στην άκρη του χωριού δυο λυχναράκια φεγγοβολούν πιο δυνατά. Στη κουζίνα η μάνα ετοιμάζει το φαγητό. Μικρή κουζίνα μα καλοσυγυρισμένη .Δυο τρία ράφια με λιγοστά μαγέρικα και ένας μικρός πέτρινος πάγκος.  Ένας μαστραπάς για νερό ή κρασί ανάλογα και το λαίνι με το λάδι.

Στη μέσα κάμαρα κοιμάται o Δημητράκης. Κοιμάται και ονειρεύεται να  γίνει και εκείνος ναυτικός σαν τον κύρη του. Μόνο που εκείνος θα έχει το δικό του βαπόρι και θα το ονομάσει «Μυρτώ» σαν τη  κόρη της κυρίας Ανθούλας απέναντι. Και όταν θα τελειώσει το σχολείο θα τη κλέψει τη Μυρτώ, θα μπούνε στη βάρκα ένα βράδυ και θα φύγουν μακριά να γνωρίσουν τόπους μακρινούς και παραμυθένιους …..

Σάμπως είχε πιάσει ποτέ στα χέρια του παραμύθι ο Δημητράκης. Που λεφτά για τέτοια. Δεν έφταναν τα χρήματα που τους έστελνε ο πατέρας. Φέτος πέντε χρονώ κοπέλι και θα έπρεπε να πάει στο σχολειό μα δεν περίσσευαν χρήματα για σάκα και βιβλία. Καημό το είχε η μάνα του  μα δεν γινόταν αλλιώς. Εκείνο τα βράδυ λοιπόν αγνάντευε ο Δημητράκης από το παραθύρι τις βαρκούλες που αχνοκουνιόντουσαν στα βράχια. Κάθε βράδυ στο ίδιο πόστο στεκότανε. Αφού δεν είχε τι άλλο να κάνει, αγνάντευε και ταξίδευε με του νου.

-Δημητρό μου έλα να φάεις για θα κρυώσει ! Έλα και σου έχω το αγαπημένο σου σήμερα. Δεν άντεχε η μάνα που έβλεπε το κοπέλι της έτσι σαν ονειροπαρμένο να κυκλοφορεί από το πρωί, έκανε δυο τρία μεροκάματα παραπάνω και αγόρασε λίγο κιμά, δυο τρεις πατάτες, έβγαλαν και οι ντοματιές δυο ρόδινες το πρωί και εντάξει.

-Έλα να σε χαρώ, θα σου πω και ένα παραμύθι. Άκουσε για παραμύθι το μικιό, γουργούριζε και λίγο η κοιλίτσα του και σηκώθηκε. Σαν είδε στο τραπέζι το πιάτο με τους κιοφτέδες να πλέουν μες τη σάλτσα και τις πατατούλες τραγανές τραγανές από δίπλα, ανατράνισε και πήγε και κούρνιασε στην αγκαλιά της μάνας.

-Κ’ ήντα παραμύθι θα μου πεις; Μα δεν έχουμε βιβλίο με εικόνες;

-Και ποιος το χρειάζεται το βιβλίο; Εμείς τις φτιάχνουμε τις εικόνες με το μυαλό και τη καρδιά μας. Μα άμα θες…. να ….για θώριε το πιάτο σου και πες μου ήντα’χει απάνω ;

-Κιοφτέδες βλέπω και πατατούλες.

-Και όμως …. άμα κοιτάξεις καλύτερα …να κοίτα εγώ τι βλέπω:  Βλέπω ένα μικρό μελαχρινό κοπέλι, μαυρομάτικο και γεροδεμένο. Μα που κοιτάζει; Αααα  νομίζω ότι είναι πάνω σε μια βάρκα και αγναντεύει να δει μήπως φανεί η στεριά. Παίρνει η μάνα μια μεγάλη τραγανή πατατούλα, βάζει από πάνω και ένα τριγωνικό κομμάτι τυράκι φέτα, και να’σου η βάρκα με πανί λευκό και κατάρτι παρακαλώ.

 -Μια μόνο βάρκα έχει το κοπέλι μάνα; Θαρρώ πως βλέπω και άλλες από πίσω. Θα φτιάξω και εγώ μια. Του  άρεσε το Δημητράκη αυτό το παιχνίδι. Πήρε και αυτός μια πατατούλα και λίγο τυράκι και έφτιαξε και τη Μυρτούλα τη βάρκα του.

-Και η στεριά πότε θα φανεί μάνα;

-Δεν αργεί καλό μου. Να φυσάει τώρα πιο δυνατά ουυυυ ουυυυυ κάνει το αγέρι, φούσκωσαν τα πανιά και να τη η στεριά. Θα δέσει τις βάρκες του νομίζω σε τούτα να τα βραχάκια τι λες και εσύ;  Βάζει κοντά κοντά δυο τρεις κεφτέδες η μάνα για να σχηματίσει ένα μόλο.

 -Όι μάνα, εδώ το πιάνει αέρας, από κια είναι καλύτερα θαρρώ. Και παίρνει λοιπόν τα  βραχοκεφτεδάκια ο Δημητρός και τα πάει από την άλλη μπάντα. Φέρνει και τη «Μυρτώ» από κοντά και το βοηθητικό καραβάκι.

Και έτσι εκείνο το βράδυ ο Δημητράκης  έφτιαξε για πρώτη φόρα το δικό του παραμύθι και  ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!………………. 

 

Η συνταγή των καραβοκεφτέδων: 

Υλικά: Μισό κιλό κιμάς, 2 φρέσκες ντομάτες, 2 σκελίδες σκόρδο, 2 φέτες  ψωμί  μαλακωμένες σε νερό, λίγο κόκκινο κρασάκι, 2-3 κουταλιές πελτέ, λάδι, αλάτι πιπέρι και κανελογαρύφαλλα. 

Εκτέλεση:Στον κιμά βάζουμε  το χυμό από μισή ντομάτα , το λάδι , μια σκελίδα σκόρδο, αλάτι, πιπέρι, κανέλα και το ψωμάκι. Φτιάχνουμε μια σφιχτή ζύμη και πλάθουμε τα κεφτεδάκι. Τηγανίζουμε σε καυτό λάδι χωρίς να τα αλευρώσουμε.Μόλις τηγανιστούν, και αφού τα ακουμπήσουμε να ξεκουραστούν σε απορροφητικό χαρτί, τα ρίχνουμε στη σάλτσα που είδη έχουμε αρχίσει να ετοιμάζουμε.Σε μια κατσαρόλα, βάζουμε τον χυμό από τις υπόλοιπες ντομάτες, το κρασί, τον πελτέ, το σκόρδο και τα μυρωδικά. Μόλις πάρουν μια καλή βράση ρίχνουμε τα κεφτεδάκια και αφήνουμε να μαγειρευτούν για μισή ώρα περίπου.

Καλή σας όρεξη και βίρα τις άγκυρες!

Σεπτεμβρίου 19, 2008

Κλείσε τα μάτια

Κατηγορίες: Σκέψεις — thalassinimatia @ 8:14 πμ

(Photo by Frixel, Travel Alone)

-Θα φύγω.
-Που θα πας;
-Δεν ξέρω θα βάλω το ποδήλατο στο τρένο και όπου με βγάλει.
-Γιατί φεύγεις;
-Πονάνε τα μάτια μου, τα χείλη μου.
-Τι εννοείς;
-Από ένα βλέμμα που δεν με κοίταξε. Από ένα φιλί που δεν πήρα.
-Πως γίνεται να πονάς για κάτι που δεν ένοιωσες;
-Δεν πήρα είπα , όχι δεν ένοιωσα.

Στίχοι: Νίκος Πορτοκάλογλου
Μουσική: Νίκος Πορτοκάλογλου
Πρώτη εκτέλεση: Μελίνα Κανά

Σαν μοναχός χωρίς το ράσο,
σαν προσφυγάκι δίχως πάσο.
Έτσι κι εγώ το δρόμο έχασα κι αργούσα
γιατί χωρίς, χωρίς ελπίδα αγαπούσα…

Κλείσε τα μάτια σου
να φύγω να χαθώ.
Γι΄ αυτά τα μάτια σου
θα ξαναρθώ.

Γι΄ αυτά τα μάτια σου
πεθαίνω, ξεψυχώ
κλείσε τα μάτια σου
ν΄ αναστηθώ.

Σαν την αυγή μετά τη νύχτα,
σαν το φιλί μετά την πίκρα.
Έτσι κι εσύ ήρθες στη μαύρη μοναξιά μου
φωτιά να βάλεις στα όνειρά μου.

Κλείσε τα μάτια σου
να φύγω να χαθώ,
γι΄ αυτά τα μάτια σου
θα ξαναρθώ.

Γι΄ αυτά τα μάτια σου
πεθαίνω, ξεψυχώ
κλείσε τα μάτια σου
ν΄ αναστηθώ.

……………

To σημερινό ποστ επηρεασμένο από το αγαπημένο μου τραγούδι, τη φωτογραφία και τον καιρό που δροσίζει.Καλό Σ/Κ να έχετε.

Σεπτεμβρίου 14, 2008

Bρεγμένο φεγγάρι

Κατηγορίες: Αφιερώματα, Σκέψεις — thalassinimatia @ 6:48 μμ

-Φοβάσαι;
-Για αύριο φοβάμαι. Τώρα που είμαι μαζί σου όχι.
-Είμαστε μόνοι μας στο τώρα και δε φοβόμαστε. Παράξενο δεν είναι;
-Αύριο όμως;
-Αύριο. Άγνωστο, ελπίδα, έκπληξη, συνέχεια, επόμενη μέρα, καινούριος ήλιος, ερωτηματικό, συνέπεια του σήμερα….
- Αύριο θα είσαι η συνέπειά μου, της είπε και χαμογέλασε.
-Και η δική μου. Είμαι στ’αλήθεια ευτυχισμένη που σε συνάντησα, ευτυχισμένη μετά από πολύ καιρό.
-Κι εγώ.
Χωρίς να το καταλάβουν, τα χέρια και τα μάτια τους έσμιξαν. Το σκοτάδι είχε αρχίσει να πέφτει πυκνό, μα ανάμεσά τους κυκλοφορούσε αθέατο φως. Δυο ψυχές τόσο κοντά, και τόσο μακριά, ζητούσαν λόγο να υπάρξουν μέσα από μια ματιά, από ένα άγγιγμα και ένα ταίριασμα τυχαίο. Οι σταγόνες της βροχής έγιναν πολλές. Τα ενωμένα χέρια χώρισαν και υψώθηκαν στον ουρανό για να πιάσουν όσο πιο πολλές μπορούσαν πριν πέσουν στα βότσαλα και χαθούν.
-Πάμε στη ταβέρνα ; τη ρώτησε.
-Όχι. Θέλω να βραχώ. Από παιδί ήθελα να περπατήσω στη βροχή, αλλά ποτέ δε τόλμησα. Πάντα πρόσεχα τα ρούχα μου, τα μαλλιά μου. Αλήθεια, γιατί οι άνθρωποι φοβούνται τη βροχή;Απόψε έχω ανάγκη να κάνω κάτι ακραίο, μια πράξη ανεξάρτητη, μόνη, ελεύθερη και παράλογη, μια πράξη χωρίς λόγο, μια πράξη ολότελα δική μου.
[...]
Σε μερικά λεπτά το νερό είχε περάσει ως μέσα στη καρδιά τους και ξέπλενε και γέμιζα τα κενά με διαφανή υγρή αλήθεια. Η θάλασσα, λίμνη ακίνητη σαν λίμνη, δεχόταν τη θεϊκή σπατάλη στωικά και ξεχείλιζε κι ανέβαινε έρποντας για να κλέψει μερικά βότσαλα και να τα κρύψει βαθιά της.
[...]
Το νερό έπεφτε δυνατά χωρίς να ξεχωρίζει σε σταγόνες. Δεν μπορούσαν να ανοίξουν τα μάτια. Δεν έβλεπαν μπροστά τους. Ο Στέφανος την έψαξε κάνοντας τα χέρια του προφυλακτήρα κάτω από τα μάτια. Της έπιασε το χέρι καθώς εκείνη έτρεχε πάνω κάτω στα κύματα. Τα μάτια της έλαμπαν σαν σκούρα διαμάντια και μια αύρα φωτεινή διέγραφε το σχήμα της μες τη νύχτα. Την τράβηξε πάνω του, την αγκάλιασε από τη μέση, κι εκείνη τύλιξε τα χέρια της στο λαιμό του σαν ναυαγός. Το φιλί ήταν βρεγμένο και ατελείωτο σαν την ελευθερία, την αλήθεια και το ταίριασμα της βροχής. Λύγισαν στην άμμο και στάθηκαν στα γόνατα. Το νερό κυλούσε ανάμεσά τους και τους ένωνε και τους παρέσυρε στο ίδιο εσωτερικό ποτάμι του άγνωστου κόσμου που άθελά τους είχαν ανακαλύψει. Η χώρα του δικού τους φιλιού ήταν ζεστή, ορμητική και επιτακτική. Τα φιλιά μετρούσαν στιγμές και χρόνια πολλά, πιο πολλά απ’όσο είχαν ζήσει πριν συναντηθούν στον αέρα και καταλήξουν γονατισμένοι στη γή.
Η βροχή σταμάτησε απότομα. Νικημένη, έκανε έκτακτη οπισθοχώρηση για να μετρήσει τις απώλειες σε κυβικά ωκεανού. Τα σύννεφα άρχισαν να τρέχουν άτακτα εδώ κι εκεί τρομαγμένα από ένα βρεγμένο φεγγάρι. Το φιλί στέγνωσε, μα δε τέλειωσε. Συνέχισε να ανθίζει κι να γεμίζει το χώρο με λουλούδια ανοιξιάτικά, ποτισμένα , προκλητικά.

——————–
Από τις καλοκαιρινές μου αναγνώσεις, διάλεξα ένα απόσπασμα από το βιβλίο της Μαρίνας Πετροπούλου « Ενα πρωινό». Διάλεξα μια δική της έκφραση ως τίτλο αυτού του ποστ. Δεν ξέρω μου άρεσε, μου ταίριαζε πιο πολύ….. Δεν αντιγράφω τη περίληψη της ιστορίας από το οπισθόφυλλο…

Το πριν και το μετά στα βιβλιοπωλεία!

Καλή σας εβδομάδα!

Σεπτεμβρίου 8, 2008

Δύο μέρες και μισή στη Τήνο αρκούν?

Κατηγορίες: Ταξίδια — thalassinimatia @ 10:10 πμ

(Kιόνια)

Για να πάρει κανείς μια μικρή γεύση από το νησί είναι οκ. Για να γνωρίσει όλες του τις ομορφιές σίγουρα όχι.

Σίγουρα ο πόλος έλξης είναι η Μεγαλόχαρη , πόσοι όμως γνωρίζουν ότι έχει απίστευτα όμορφα χωριά και παραλίες  που δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τα υπόλοιπα κυκλαδονήσια;

 (Κιόνια)

Εμείς μείναμε στα Κιόνια, μόλις 3χλμ από τη χώρα. Παραθαλάσσιος οικισμός με μεγάλη απάνεμη παραλία. Ενοικιαζόμενa δωμάτια και 2-3 ταβέρνες. Η πιο γνωστή από όλες η «Μπουρού» , αλλά θα σας έλεγα να δοκιμάσετε και τον «Βράχο» ακριβώς δίπλα.  Φουρτάλια, λούτζα, κοπανιστή , φύλλα κάπαρης , απ΄όλα δοκιμάσαμε και αγοράσαμε για νε έχουμε να φιλεύουμε την παρέα το χειμώνα!

 (Κιόνια)

Ένα απόγευμα επισκεφθήκαμε τον Πύργο, στο βόρειο μέρος του νησιού. Η διαδρομή σου κόβει πραγματικά την ανάσα καθώς ανεβαίνεις όλο και ψηλότερα, αριστερά η θάλασσα καταγάλανο σεντόνι που αγκαλιάζει τη Σύρο.  Χώμα και πέτρα. Ερειπωμένοι  Περιστεριώνες στις στροφές.

Ο Πύργος το 2ο μεγαλύτερο χωριό μετά τη Χώρα είναι πραγματικά πολύ  όμορφο. Τα κατάλευκα σπίτια του Πύργου είναι στολισμένα με μαρμάρινα υπέρθυρα και σκαλοπάτια. Ενώ στη πλατεία του χωριού τις εντυπώσεις κερδίζει η μαρμάρινη βρύση που κατασκευάστηκε το 1778. Όσο περισσότερο σεργιανίζει κανείς στα φρεσκοασβεστωμένα δρομάκια του, τόσο γοητεύετε από τη μοναδικότητά του.

 
Ο Πύργος είναι το χωριό των καλλιτεχνών. Εδώ γεννήθηκαν οι γλύπτες Γιαννούλης Χαλεπάς και Δημήτρης Φιλιππότης και ο ζωγράφος Νικηφόρος Λύτρας.

Στη κεντρική πλατεία  δοκιμάσαμε παραδοσιακό γαλακτομπούρεκο στο καφενεδάκι της «Αλεξάνδρας». Μπουκιά και συγχώριο! Μια ταβέρνα υπάρχει στη πλατεία αλλά εμείς προτιμήσαμε  το «Fuego» στο κεντρικό δρόμο γιατί είχε πιο ησυχία και  θέα.

Ολιγοήμερες λοιπόν διακοπές αλλά πολύ γεμάτες. Και  η Τήνος είναι ένα νησί που σίγουρα αξίζει κανείς να  προγραμματίσει τις διακοπές του.

Καλό μας φθινόπωρο και καλές εξορμήσεις να έχουμε όλοι τη χρονιά! 

Blog στο WordPress.com.