
Ξέρω οτι πίνεις νες όπως και εγώ, και ειδικά τώρα τον χειμώνα τον προτιμώ. Και αυτόν τον φτιάχνω περιποιημένο. Λιώνω τη ζάχαρη και τον καφέ με λίγο νερό και γάλα για να κάνει παχύ καιμάκι σαν στάξει το κελαρυστό νερό.
Μα ο ελληνικός είναι άλλο πράγμα. Πιο τρυφερός πιο δικός μας δεν είναι;
Δε βλέπεις πόση τρυφεράδα χωράει στο «σου» στο «ψήσω» και στο «καφεδάκι».
Δεν είπα να σου φτιάξω καφέ.
Να σου ψήσω ένα καφεδάκι είπα. Και θα σε αφήσω να τον απολαύσεις μόνος. Νομίζω του πάει κάλυτερα. Σου πάει καλύτερα. Ειδικά τώρα.
Το έχω καταλάβει… Θα σας αφήσω λοιπόν να τα πείτε.
Θα ανοίξω το γυαλιστερό πακέτο με το φρεσκοκομμένο καφέ που πήρα από το παντοπωλείο. Θα ανοίξω και το άλλο που έχει μέσα ολόκληρους κόκκους από το ίδιο χαρμάνι. Θα τους βάλω στο παλιό ξύλινο μύλο του παππού για να τους αλέσω σιγά σιγά. Να βάλω και λίγο από τη δική μου γεύση μέσα.
Σου έχω μιλήσει νομίζω για αυτόν το μύλο. Παλιά τον έκλεβα από το ράφι της κουζίνας και τον έκανα παιχνίδι. Γυρνούσα το μύλο και άλεθα, άλεθα ,ποιος ξέρει τι άλεθα. Ονειρα, παραμύθια, χαρές και λύπες. Και μετά άνοιγα με ανυπομονησία το συρταράκι από κάτω για να γευτώ το αποτέλεσμα. Το άδειαζα στα πλαστικά κουζινικά μου και πάλι από την αρχή.
Ενα χαρμάνι είναι και η ζωή μας. Απ’ολα έχει. Και ο χρόνος είναι ο μύλος που τ’αλέθει. Σκόνη τα κάνει μα τίποτα δε χάνει το άρωμά του. Γιατί είναι όλα αγαπημένα . Και τα πικρά και τα γλυκά . Ολα δικά μας. Το δικό μας χαρμάνι.
Και με κερνάς το δικό σου και εγώ το δικό μου.
Και τα δυο μερακλίδικα είναι. Με παχύ καιμάκι, καμια φουσκάλα στην άκρη . Μια ανοιχτόχρωμη δίνη στη μέση. Σαν κοχλίας…ανάγλυφος. Οι στροφές της ζωής μας.
Μου μιλάνε για σένα.
Σου μιλάνε για μένα.
Γι αυτό προτιμώ τον ελληνικό. Είναι πιο ζωντανός. Σου μιλάει αμέσως. Είσαι εσύ, κλεισμένος σε μια φουσκάλα. Εσύ και οτι αγάπησες και αγαπάς. Οτι πόθησες και ποθείς. Ανοίγεις λιγο το στόμα, τα χείλη αγκαλιάζουν απαλά το φλυτζάνι και κατεβάζεις αργά αργά αυτό που περνάει από το μυαλό σου εκείνη τη στιγμή. Το αλέθεις μέσα σου και το επεξεργάζεσαι.
Σε εκείνο το παλιό καφενείο δίπλα στη θάλασσα με τα παλιά αλμυροφαγωμένα τραπεζάκια. Τα χιλιοβαμμένα με πράσινη μπογιά χωρίς να τα έχουν τρίψει πρώτα. Η μια στρώση πάνω στην άλλη και ότι έχει βρεθεί εκείνη την ώρα πάνω. Ενα φυλλαράκι, κανένα ψίχουλο, το αποτύπωμα από τα δάχτυλά σου. Απολιθώματα του χρόνου και αυτά.
Θα σου βάλω δίπλα δροσερό νερό και ένα λουκούμι συριανό που σου αρέσει.
Και όλη μου την αγάπη στο καιμάκι. Να γεμίζει τα χείλια σου. Θα στον αφήσω στο μαρμάρινο πάγκο.
Λοιπόν θέλεις να σου ψήσω ένα καφεδάκι;











