
Eμοιαζαν σαν δυο σταγόνες νερό, ήταν όμως τόσο διαφορετικοί. Οι γονείς τους δεν έκρυβαν τη περηφάνια τους για τα δίδυμα αγόρια τους, τα καμάρια τους, πάνω που είχαν δεχτεί ότι δεν θα κάνουν παιδιά, η μοίρα τους χαμογέλασε λίγο μετά τα σαράντα.Ο Νικόλας και ο Αλέξης τους γέμισαν χαρά και ελπίδα. Γεννήθηκαν με μισή ώρα διαφορά. Ο Νικόλας φαινόταν ότι ήταν καλόβολο παιδί από μικρός, ενώ ο Αλέξης από τη γέννα κιόλας έδειξε το επαναστατικό του ταμπεραμέντο.
O Νικόλας ήταν πιο κλειστός χαρακτήρας από παιδάκι. Δεν έκανε εύκολα φίλους, χαρακτηριστικό που κρατάει ακόμα και τώρα στα είκοσι πέντε του χρόνια. Για αγόρι είχε «περίεργες ασχολίες» σύμφωνα με το πατέρα του. Μικρός δε ζητούσε ποτέ παιχνίδια. Τουλάχιστον όχι μετά από ένα βιβλίο με τα παραμύθια του Άντερσεν που του έφερε η νονά του στα γενέθλια του. Μαγεύτηκε από τις εικόνες, χάθηκε μέσα στο παραμυθένιο κόσμο και από τότε ζητούσε μόνο βιβλία να του φέρνουν. Ένα νέο βιβλίο ήταν το πρώτο πράγμα που αγόραζε με το που έπαιρνε το χαρτζιλίκι του. Ακόμα και αν δεν είχε τελειώσει το προηγούμενο, ήθελε να έχει καβάντζα. Στα είκοσι πέντε του το δωμάτιό του ήταν ένα μικρό βιβλιοπωλείο. Γι αυτόν τα βιβλία δεν ήταν άψυχα αντικείμενα αλλά πλάσματα ζωντανά που κουβαλούσαν μια ιστορία, μια κατάθεση ψυχής του συγγραφέα κωδικοποιημένη μέσα από ένα μυθιστόρημα, ένα ποίημα. Ο Νικόλας ρουφούσε σα σφουγγάρι το μήνυμα πίσω από τις λέξεις, διάβαζε αργά για να μπει όχι μόνο στο πνεύμα της ιστορίας αλλά να νοιώσει την αγωνία του συγγραφέα καθώς την αποτύπωνε. Είχε από κοντά και ένα μολυβάκι και ότι του άρεσε το υπογράμμιζε απαλά. Ζωντάνευε και αυτός με τον τρόπο του τα βιβλία και όταν τα τέλειωνε, τα κείμενα ξαναγεννιόντουσαν μέσα από το δικό του βλέμμα, κουβαλούσαν πια ένα κομμάτι από εκείνον, είχαν τη ματιά του, λίγο από το άρωμά του. Σπάνια τα δάνειζε και μόνο σε ανθρώπους που ήξερε ότι θα τα προσέξουν και θα τα αγαπήσουν όπως αυτός. Τα ζητούσε όμως πίσω μετά από λίγο καιρό, έβλεπε το κενό που είχαν αφήσει στο ράφι και αναρωτιόταν για την τύχη τους.
Στο γυμνάσιο άρχισε και η αγάπη του για τη μουσική. Ξεκίνησε μαθήματα κιθάρας, παρόλο που στο σπίτι υπήρχε ακόμα το παλιό πιάνο της θείας Μαρίας. Του άρεσε ο ήχος του αλλά η κιθάρα του φάνηκε πιο προσιτή, μια αγκαλιά από ήχους που θα μπορούσε να παίρνει μαζί του όπου ήθελε. Στην ακροθαλασσιά με λίγους και καλούς φίλους και με βλέμμα ονειροπόλο να κοιτάει το φεγγάρι.
Αυτά έβλεπε ο πατέρας του και όλο έλεγε στη γυναίκα του ότι ο Νικόλας για αγόρι παρουσίαζε «αποκλίνουσα συμπεριφορά». Έβλεπε και τον μικρό που ήταν μέσα σε όλα, πρώτος στα πάρτι, κοινωνικός, δημοφιλής στο σχολείο, μετά στη Νομική, με ωραίες κοπέλες να τον συνοδεύουν, και αναρωτιόνταν ώρες ώρες πως βγήκε έτσι κουλτουριάρης ο μεγάλος.
Το γεροδεμένο του σώμα και το καθαρό βλέμμα του, έκαναν τις κοπέλες να τον ερωτεύονται με τη πρώτη ματιά αλλά οι σχέσεις που είχε δεν κρατούσαν πολύ. Μπορούσε να τα δώσει όλα για μια γυναίκα αρκεί να ήταν αληθινή και ειλικρινείς, να μπορούσε να συνταξιδέψει μαζί του σε κοινούς τόπους. Κάπου νόμιζε ότι το είχε καταφέρει μια δυο φορές αλλά μετά από λίγο οι κοπέλες έφευγαν. Κάπου κόλλαγε το κλειδί και δεν άνοιγε εντελώς η πόρτα της ψυχής του. Ενθουσιάζονταν στην αρχή από τη ρομαντική κατά τα άλλα διαφορετικότητά του αλλά κουράζονταν στη συνέχεια. Προσπαθούσαν να τον αλλάξουν και να τον φέρουν στα μέτρα τους, και αυτό σήμαινε την αρχή του τέλους. Δεν είχαν την υπομονή να τον μάθουν, φευγάτος όπως ήταν, και την έκαναν για τύπους πιο επικοινωνιακούς όπως ο Αλέξης. Ζήλεια για τον αδερφό του δεν ένοιωσε ποτέ, ίσα ίσα που τον θαύμαζε και τον αγαπούσε πολύ , το ίδιο και εκείνος. Μόνο σε ότι είχε σχέση με τον αθλητισμό ταίριαζαν τα γούστα τους. Ήταν αχτύπητο δίδυμο στο μπάσκετ αλλά από εκεί και πέρα «το χάος» ξανάλεγε ο πατέρας τους.
«Δε βαριέσαι Κώστα μου, φτάνει που είναι καλό παιδί, έλεγε και ξανάλεγε η κυρία Ελένη, προσπαθώντας να κρύψει την αδυναμία που είχε στον Νικόλα. Ίσως γιατί της έμοιαζε πιο πολύ. Στα νιάτα της και αυτή έτσι ήταν, ονειροπόλα, με τα βιβλία και τα λευκώματα, να κάθεται στο μπαλκόνι στο εξοχικό της θείας της στη Χίο και αγναντεύει τα ολάνθιστα περβόλια στον Κάμπο.
Πάνε δέκα χρόνια που έφυγε η αγαπημένη της θεία και από τότε δεν ξαναπάτησε στο νησί. Πήρε μαζί της μόνο το πιάνο και μερικές παλιές οικογενειακές φωτογραφίες. Η ξαδέλφη της η Μάρθα, την παρακαλούσε κάθε χρόνο να έρθει για λίγες μέρες, να φέρει και τα παιδιά να γνωρίσουν τον τόπο τους. Την πήρε πάλι προχτές για κάποια νομική εκκρεμότητα που υπήρχε με το περβόλι που της άφησε η θεία της. Προσπαθούσε όλη μέρα να βρει τρόπο να αποφύγει αυτό το ταξίδι αλλά μάταια.
-Τι έχεις μαμά γιατί είσαι έτσι από το πρωί;
-Τίποτα Νικόλα μου, κάτι προέκυψε στο νησί και θέλει η Μάρθα να πάω.
-Έχουν περάσει τόσα χρόνια που έφυγε η θεία , μήπως είναι καιρός να τα αφήσεις όλα πίσω;
-Δεν μπορώ παιδί μου ακόμα, έχω βαρύνει κιόλας, δεν έχω όρεξη για ταξίδια αλλά με χρειάζεται η Μάρθα για κάτι υπογραφές, εκτός και αν….
Για μια το βλέμμα της φωτίστηκε, μα πως και δεν το είχε σκεφτεί νωρίτερα;
-Εκτός και αν τι μαμά;
-Εκτός και αν σου κάνω μια εξουσιοδότηση και πας εσύ για μένα. Ήσουν μόνο πέντε χρονών όταν πήγαμε διακοπές τελευταία φορά όλοι μαζί , ευκαιρία να γνωρίσεις και το νησί.
Δεν του φάνηκε καθόλου άσχημη ιδέα, είχε ακούσει τόσα από τη μητέρα του , για τον Κάμπο, τα καστροχώρια και τα περβόλια ευκαιρία να κάνει και λίγες διακοπές τώρα που τέλειωσε η εξεταστική. Το πληρεξούσιο ετοιμάστηκε αμέσως και την επομένη πέταγε για τη Μυροβόλο Χίο με τη πρωινή πτήση.
(συνεχίζεται…)


Πέρασαν χειμώνες δέκα και τίποτα δεν είχε αλλάξει για τη Βαγγελή. Οι αδερφές της βρήκαν γρήγορα γαμπρούς και κατέβηκαν στην πόλη και δεν τις ξαναείδε. Απόμεινε μονάχη στο πατρικό της, να μαζεύει ολημερίς χόρτα και να φροντίζει το μικρό μποστάνι. Πουλούσε χόρτα και καρπό στα γύρω χωριά. Οι νοικοκυρές ζητούσαν βλαστάρια από τα δικά της. Άλλο τρόπο να ζήσει η Βαγγελή δεν είχε. Ακόνιζε το μαιχαράκι της, έπαιρνε και ένα τορβά και πήγαινε στο κάμπο. Ήταν εικοσιενός χρονών και η πλάτη της κοίταγε πιο πολύ τη γη παρά τον ουρανό μα αφού δεν τη πόναγε δεν τη ένοιαζε και πολύ.Μήπως θα γύριζε κανείς να την κοιτάξει..



Είναι λοιπόν δυνατόν να μην τα χρησιμοποιούμε πολύ και στη μαγειρική;
πορτοκάλι και στο……. Σιγά μην αποκαλύψω μια άλλη παραμυθοσυνταγή! Βάλτε βιταμίνη C στη καθημερινότητά σας λοιπόν κάνει καλό!
φάω, είναι η μουλουχία. Ακούγεται περίεργο το ξέρω , όμως πρόκειται για μια πεντανόστιμη ας πούμε χορτόσουπα με ζωμό από ουέζα (αλλιώς χήνα) αλλά επειδή λίγο δύσκολο να τη βρούμε εδώ και το κοτοπουλάκι μια χαρά μας πέφτει.
Η μουλουχία είναι ένα χόρτο, που παλιά το έβρισκα στη λαϊκή και το οποίο ο παππούς ο Παύλος αφού το καθάριζε το περνούσε από το μύλο του κρέατος. Μετά το έδινε στη γιαγιά Ευρυδίκη να ετοιμάσει τη σουπίτσα. Έπαιρνε το ζωμό από το κοτόπουλο και έριχνε μέσα τη μουλουχία να βράσει. Εν τω μεταξύ ετοίμαζε τη τααλέεια, δηλαδή μπόλικο σκόρδο πολτοποιημένο, πιπέρι και κόλιανδρο, καβουρντισμένα με λίγο φρέσκο βούτυρο στο τηγάνι. Έριχνε μετά τη τααλέεια στη σούπα, ανκάτεμα, μια βράση ακόμα και κατευθείαν στο πιάτο. Λίγο λεμονάκι και αραβικά πιτάκια από δίπλα. Δυνατή γεύση για λίγους!











