ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ

Απριλίου 27, 2009

Αποκλίνουσα συμπεριφορά 1ο μέρος

Κατηγορίες: Παραμύθια — thalassinimatia @ 11:08 πμ

chios-mastixa

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Eμοιαζαν σαν δυο σταγόνες νερό, ήταν όμως τόσο διαφορετικοί. Οι γονείς τους δεν έκρυβαν τη περηφάνια τους για τα δίδυμα αγόρια τους, τα καμάρια τους, πάνω που είχαν δεχτεί ότι δεν θα κάνουν παιδιά, η μοίρα τους χαμογέλασε λίγο μετά τα σαράντα.Ο Νικόλας και ο Αλέξης τους γέμισαν χαρά και ελπίδα. Γεννήθηκαν με μισή ώρα διαφορά. Ο Νικόλας φαινόταν ότι ήταν καλόβολο παιδί από μικρός, ενώ ο Αλέξης από τη γέννα κιόλας έδειξε το επαναστατικό του ταμπεραμέντο.

O Νικόλας ήταν πιο κλειστός χαρακτήρας από παιδάκι. Δεν έκανε εύκολα φίλους, χαρακτηριστικό που κρατάει ακόμα και τώρα στα είκοσι πέντε του χρόνια. Για αγόρι είχε «περίεργες ασχολίες» σύμφωνα με το πατέρα του. Μικρός δε ζητούσε ποτέ παιχνίδια. Τουλάχιστον όχι μετά από ένα βιβλίο με τα παραμύθια του Άντερσεν που του έφερε η νονά του στα γενέθλια του. Μαγεύτηκε από τις εικόνες, χάθηκε μέσα στο παραμυθένιο κόσμο και από τότε ζητούσε μόνο βιβλία να του φέρνουν. Ένα νέο βιβλίο ήταν το πρώτο πράγμα που αγόραζε με το που έπαιρνε το χαρτζιλίκι του. Ακόμα και αν δεν είχε τελειώσει το προηγούμενο, ήθελε να έχει καβάντζα. Στα είκοσι πέντε του το δωμάτιό του ήταν ένα μικρό βιβλιοπωλείο. Γι αυτόν τα βιβλία δεν ήταν άψυχα αντικείμενα αλλά πλάσματα ζωντανά που κουβαλούσαν μια ιστορία, μια κατάθεση ψυχής του συγγραφέα κωδικοποιημένη μέσα από ένα μυθιστόρημα, ένα ποίημα. Ο Νικόλας ρουφούσε σα σφουγγάρι το μήνυμα πίσω από τις λέξεις, διάβαζε αργά για να μπει όχι μόνο στο πνεύμα της ιστορίας αλλά να νοιώσει την αγωνία του συγγραφέα καθώς την αποτύπωνε. Είχε από κοντά και ένα μολυβάκι και ότι του άρεσε το υπογράμμιζε απαλά. Ζωντάνευε και αυτός με τον τρόπο του τα βιβλία και όταν τα τέλειωνε, τα κείμενα ξαναγεννιόντουσαν μέσα από το δικό του βλέμμα, κουβαλούσαν πια ένα κομμάτι από εκείνον, είχαν τη ματιά του, λίγο από το άρωμά του. Σπάνια τα δάνειζε και μόνο σε ανθρώπους που ήξερε ότι θα τα προσέξουν και θα τα αγαπήσουν όπως αυτός. Τα ζητούσε όμως πίσω μετά από λίγο καιρό, έβλεπε το κενό που είχαν αφήσει στο ράφι και αναρωτιόταν για την τύχη τους.
Στο γυμνάσιο άρχισε και η αγάπη του για τη μουσική. Ξεκίνησε μαθήματα κιθάρας, παρόλο που στο σπίτι υπήρχε ακόμα το παλιό πιάνο της θείας Μαρίας. Του άρεσε ο ήχος του αλλά η κιθάρα του φάνηκε πιο προσιτή, μια αγκαλιά από ήχους που θα μπορούσε να παίρνει μαζί του όπου ήθελε. Στην ακροθαλασσιά με λίγους και καλούς φίλους και με βλέμμα ονειροπόλο να κοιτάει το φεγγάρι.

Αυτά έβλεπε ο πατέρας του και όλο έλεγε στη γυναίκα του ότι ο Νικόλας για αγόρι παρουσίαζε «αποκλίνουσα συμπεριφορά». Έβλεπε και τον μικρό που ήταν μέσα σε όλα, πρώτος στα πάρτι, κοινωνικός, δημοφιλής στο σχολείο, μετά στη Νομική, με ωραίες κοπέλες να τον συνοδεύουν, και αναρωτιόνταν ώρες ώρες πως βγήκε έτσι κουλτουριάρης ο μεγάλος. 

 Το γεροδεμένο του σώμα και το καθαρό βλέμμα του, έκαναν τις κοπέλες να τον ερωτεύονται με τη πρώτη ματιά αλλά οι σχέσεις που είχε δεν κρατούσαν πολύ. Μπορούσε να τα δώσει όλα για μια γυναίκα αρκεί να ήταν αληθινή και ειλικρινείς, να μπορούσε να συνταξιδέψει μαζί του σε κοινούς τόπους. Κάπου νόμιζε ότι το είχε καταφέρει μια δυο φορές αλλά μετά από λίγο οι κοπέλες έφευγαν. Κάπου κόλλαγε το κλειδί και δεν άνοιγε εντελώς η πόρτα της ψυχής του. Ενθουσιάζονταν στην αρχή από τη ρομαντική κατά τα άλλα διαφορετικότητά του αλλά κουράζονταν στη συνέχεια. Προσπαθούσαν να τον αλλάξουν και να τον φέρουν στα μέτρα τους, και αυτό σήμαινε την αρχή του τέλους. Δεν είχαν την υπομονή να τον μάθουν, φευγάτος όπως ήταν, και την έκαναν για τύπους πιο επικοινωνιακούς όπως ο Αλέξης. Ζήλεια για τον αδερφό του δεν ένοιωσε ποτέ, ίσα ίσα που τον θαύμαζε και τον αγαπούσε πολύ , το ίδιο και εκείνος. Μόνο σε ότι είχε σχέση με τον αθλητισμό ταίριαζαν τα γούστα τους. Ήταν αχτύπητο δίδυμο στο μπάσκετ αλλά από εκεί και πέρα «το χάος» ξανάλεγε ο πατέρας τους.

«Δε βαριέσαι Κώστα μου, φτάνει που είναι καλό παιδί, έλεγε και ξανάλεγε η κυρία Ελένη, προσπαθώντας να κρύψει την αδυναμία που είχε στον Νικόλα. Ίσως γιατί της έμοιαζε πιο πολύ. Στα νιάτα της και αυτή έτσι ήταν, ονειροπόλα, με τα βιβλία και τα λευκώματα, να κάθεται στο μπαλκόνι στο εξοχικό της θείας της στη Χίο και αγναντεύει τα ολάνθιστα περβόλια στον Κάμπο.

chios2Πάνε δέκα χρόνια που έφυγε η αγαπημένη της θεία και από τότε δεν ξαναπάτησε στο νησί. Πήρε μαζί της μόνο το πιάνο και μερικές παλιές οικογενειακές φωτογραφίες. Η ξαδέλφη της η Μάρθα, την παρακαλούσε κάθε χρόνο να έρθει για λίγες μέρες, να φέρει και τα παιδιά να γνωρίσουν τον τόπο τους. Την πήρε πάλι προχτές για κάποια νομική εκκρεμότητα που υπήρχε με το περβόλι που της άφησε η θεία της.  Προσπαθούσε όλη μέρα να βρει τρόπο να αποφύγει αυτό το ταξίδι αλλά μάταια.
-Τι έχεις μαμά γιατί είσαι έτσι από το πρωί;
-Τίποτα Νικόλα μου, κάτι προέκυψε στο νησί και θέλει η Μάρθα να πάω.
-Έχουν περάσει τόσα χρόνια που έφυγε η θεία , μήπως είναι καιρός να τα αφήσεις όλα πίσω;
-Δεν μπορώ παιδί μου ακόμα, έχω βαρύνει κιόλας, δεν έχω όρεξη για ταξίδια αλλά με χρειάζεται η Μάρθα για κάτι υπογραφές, εκτός και αν….
Για μια το βλέμμα της φωτίστηκε, μα πως και δεν το είχε σκεφτεί νωρίτερα;
-Εκτός και αν τι μαμά;
-Εκτός και αν σου κάνω μια εξουσιοδότηση και πας εσύ για μένα. Ήσουν μόνο πέντε χρονών όταν πήγαμε διακοπές τελευταία φορά όλοι μαζί , ευκαιρία να γνωρίσεις και το νησί.
Δεν του φάνηκε καθόλου άσχημη ιδέα, είχε ακούσει τόσα από τη μητέρα του , για τον Κάμπο, τα καστροχώρια και τα περβόλια ευκαιρία να κάνει και λίγες διακοπές τώρα που τέλειωσε η εξεταστική. Το πληρεξούσιο ετοιμάστηκε αμέσως και την επομένη πέταγε για τη Μυροβόλο Χίο με τη πρωινή πτήση.

(συνεχίζεται…)

Απριλίου 24, 2009

Μαγειρέματα ψυχής

Κατηγορίες: 106834, Σκέψεις — thalassinimatia @ 12:38 μμ

 συμπτώσεις παραμυθένιες,

πράγματα άσχετα που μαγικά κάπως δένουν μεταξύ τους και όταν γίνεται αυτό σε ταξιδεύουν μοναδικά.

Κάτι άλλο ξεκίνησα να γράφω αλλά ακόμα δεν έχει τελειώσει. Και εκεί που το έγραφα, είπα να κάνω ένα διάλειμμα και να αρχίσω το βιβλίο της Ευγενίας Φακίνου που μου έκαναν δώρο πρόσφατα.

Για να δει τη Θάλασσα” είναι ο τίτλος, για μαγειρέματα γράφει, εδώ είμαστε λέω.  Και μαγειρέματα μυρίζει όχι μόνο από  τις περιγραφές που δίνει αλλά έτυχε εκεί που είχα το βιβλίο, να εμποτιστεί και με λίγο λαδόξυδο , να κυλήσουν και πάνω στα φύλλα μερικές  πεντανόστιμες ελίες και να γίνει Μυροβόλο!

Οι σελίδες στέγνωσαν μα άφησαν αριστερα, ένα πιο έντονο κίτρινο χρώμα, και πάνω απ ‘όλα το άρωμα του καρπού.Ενα βιβλίο που “μυρίζει” και στην πραγματικότητα λοιπόν και με έκανε να το αγαπήσω διπλά.

Ετρωγε με περισσότερη όρεξη τώρα, σχεδόν κατακτώντας την τροφή του, ευγνώμων για το δώρο της γεύσης. Χωρίς να φανταστελι ότι το φαγητό, το κάθε φαγητό που τρώμε, μας φέρνει στο νου, μια αυλή, μια μάνα σκυμμένη πάνω από τηγάνια και κατσαρόλες, την ευτυχία ενός καλοκαιρινού μεσημεριού με γεμιστά, τη ζεστασιά ενός χειμωνιάτικου τραχανά με φίλους γύρω από το τραπέζι [...] Ανθρωποι, τόποι και εποχές και στιγμές που μπορούν να συνδυαστούν με αφορμή μια γεύση

Καλή σας όρεξη!

 

img_0914

Απριλίου 10, 2009

Η Καμπουρομάνα

Κατηγορίες: Συνταγές σαν Παραμύθια — thalassinimatia @ 9:42 μμ

giagia-portokali

Το κανονικό της όνομα ήταν Βαγγελή. Το’χε καημό  ο Ματιγομιχάλης που και το τρίτο του παιδί δε βγήκε αρσενικό και έδωσε στο κούτσικό του το όνομα του πατέρα του.

Η Βαγγελή φαινόταν από μικρή οτι δεν έμοιαζε με τις αδερφές της. Ήταν πιο γεροδεμένη από τη Φρόσω και τη Βασιλικούλα και ο Ματιγομιχάλης καμάρωνε ότι η κοπελιά του ήταν αντράκι. Την έπαιρνε μαζί του πότε στο αμπέλι πότε στο μιτάτο. Με τις αδερφές της δεν είχε πολλά πολλά. Εκείνες καθόντουσαν ολημερίς στην αυλή και παίζανε με δυο κούκλες πάνινες. Καημό το’χε η μάνα τους που δε φτάνανε τα γρόσια να αγοράσει στις κοπελιές της από ένα παιχνιδάκι . Έσκισε λοιπόν μια μέρα ένα αποφόρι , το γέμισε με μπαμπάκια, πήρε και λίγο κάρβουνο και έκανε τα φρύδια, τα μάτια και τη μύτη, ξεχώρισε και τα μέλη τους με κλώστη και τις έδωκε στις κοπελιές της. Μα της βγήκανε μόνο δυο. «Δεν πειράζει αναφώνησε, η Βαγγελή μου όλη τη μέρα είναι στα κτήματα που να βρει χρόνο για κούκλες.». Μα είχε γυρίσει νωρίς εκείνη τη μέρα η Βαγγελή και την άκουσε . Μπορεί να μην είχε χρόνο, αλλά την ήθελε τη κούκλα. Θα την έπαιρνε μαζί της στο αμπέλι και θα της έδειχνε πως το φροντίζουν. Μετά στο μιτάτο πως φτιάχνουν το τυράκι. Μα κυρίως την ήθελε γιατί καταλάβαινε αν και ήταν μόνο έξι χρονών, ότι μεγάλωνε πιο γρήγορα από τις αδελφές της.Καμάρωνε και λυπόταν συνάμα. Γιατί έβλεπε τα ξέγνοιαστα παιδικά χρόνια να την προσπερνούν χωρίς καν να την αγγίζουν.

Όλα γινόντουσαν πιο γρήγορα στη ζωή της λες και είχε βάλει στοίχημα με το χρόνο ποιος θα τερματίσει πρώτος.

Στα έντεκά της χάνει και τους δυό γονείς. Πήγαιναν στη χώρα να πουλήσουν τον καρπό και λίγο πριν το Σκαμνάκι ,κάτι είδε το άλογο και τρόμαξε. Αναποδογύρισε το κάρο και τους καταπλάκωσε. Τον πρώτο καιρό ήρθε μια μακρινή θεία τους να τους βοηθήσει μετά η Βαγγελή θέλοντας και μη, ανέλαβε να φροντίσει τις αδελφές της και ας ήταν μικρότερή τους τρία χρόνια. Την κοιτούσαν σαν χαμένες αλλά και με κάποια ανακούφιση γιατί ήξεραν ότι η αδελφή τους θα ήταν από εδώ και εμπρός το στήριγμά τους.

«Τι θα απογίνουμε τώρα Βαγγελή;Πως θα κουμαντάρουμε το χωράφι και τα ζώα; Πως θα τα βγάλουμε πέρα;» Σαν κοροϊδία της ακούστηκαν όλες αυτές οι ερωτήσεις. Αφού ήξεραν ότι άλλος να γνωρίζει από αυτά πέρα από εκείνη δεν υπήρχε. Οι λιγοστοί συγγενείς και φίλοι είχαν και αυτοί τις δικές τους έγνοιες.

Η Βαγγελή δεν τους απάντησε. Τις άφησε να μυξοκλαίνε στη μέση της αυλής κρατώντας σφιχτά στα χέρια τους τις πάνινες κούκλες. Και από εδώ και στο εξής λίγες ήταν οι κουβέντες μαζί τους. Αυτές ανέλαβαν τη πάστρα του σπιτιού που δεν ήτα δα και τόσο μεγάλο. Σιγά σιγά κουτσόμαθαν να μαγειρεύουν. Τουλάχιστον να βρει η μικρή ένα πιάτο φαγητό. Είχαν τύψεις που η αδερφή τους έκανε αυτά που θα έπρεπε αυτές να κάνουν ως μεγαλύτερες. Αλλά μόνο στην ιδέα οτι θα έπρεπε να καταπιαστούν με τα χώματα και τα ζώα τους έπιανε αναγούλα. Όταν τέλευαν τις δουλειές ασχολιόντουσαν με τα κεντίδια τους. Τα χάιδευαν με τα απαλά ακροδάχτυλά τους και καμάρωναν για τη τέχνη τους. Μα σαν άκουγαν το μάνταλο να τρίζει, τα έκρυβαν να μη τα δει η Βαγγελή.

Από τα χαράματα σηκωνόταν να πάει πρώτα να σιάξει τα ζωντανά και μετά να πάει στα χωράφια. Σκάλιζε με το τσαπάκι το μικρό στην αρχή που της είχε φτιάξει ο Ματιγομιχάλης και μετά με τη μεγάλη τσάπα. Ξεμάκραινε με μανία τα αγριόχορτα και τα ζιζάνια από τ’αμπέλια, και έβγαζε το άχτι της. Μετά πήγαινε ως το κάμπο να μαζέψει χόρτα. Αυτό για κάποιο λόγο της άρεσε πάρα πολύ. Το είχε μάλιστα για παιχνίδι. Έψαχνε για το χαμένο θησαυρό σε σημεία που μόνο εκείνη ήξερε. Εδω οι καυκαλίθρες, εκεί τα βλήτα, παρακάτω τα ραδίκια, πιο κάτω οι δρύλλοι και οι ζοχοί. Όλα τρυφερά και λαχταριστά. Γέμιζε τη ποδιά της και την έδενε σφιχτά. Μετά ζαλωνόταν με ξύλα και γύριζε σπίτι. Κάθε μέρα το ίδιο. Το κορμάκι της που ήταν πάνω στην ανάπτυξη άρχισε να καμπουριάζει με τόσο σκύψιμο.

cf81ceb1ceb4ceb9cebaceb9ceb1Πέρασαν χειμώνες δέκα και τίποτα δεν είχε αλλάξει για τη Βαγγελή. Οι αδερφές της βρήκαν γρήγορα γαμπρούς και κατέβηκαν στην πόλη και δεν τις ξαναείδε. Απόμεινε μονάχη στο πατρικό της, να μαζεύει ολημερίς χόρτα και να φροντίζει το μικρό μποστάνι. Πουλούσε χόρτα και καρπό στα γύρω χωριά. Οι νοικοκυρές ζητούσαν βλαστάρια από τα δικά της. Άλλο τρόπο να ζήσει η Βαγγελή δεν είχε. Ακόνιζε το μαιχαράκι της, έπαιρνε και ένα τορβά και πήγαινε στο κάμπο. Ήταν εικοσιενός χρονών και η πλάτη της κοίταγε πιο πολύ τη γη παρά τον ουρανό μα αφού δεν τη πόναγε δεν τη ένοιαζε και πολύ.Μήπως θα γύριζε κανείς να την κοιτάξει..

Είχε αλλάξει η Βαγγελή. Από τότε που έφυγαν οι αδερφές της σαν να ανάσανε λίγο. Τώρα δεν είχε παρά τον εαυτό της να φροντίζει, θα μπορούσε να περνά και με λιγότερα. Από τότε που έφυγαν οι γονείς τα μαύρα δεν έβγαλε. Σαν μικρό κορίτσι τα μαύρα ρούχα τόνιζαν τα λυπημένα της μάτια και εκείνο το «γιατί» που κρεμόταν στην άκρη των χειλιών της έμοιαζε μαχαιριά στο στήθος. Τώρα το σκούρο χρώμα, τόνιζε ακόμα πιο πολύ τη λευκή της επιδερμίδα και και έκανε τα μαύρα της μαλλιά να λαμποκοπούν στον ήλιο και το μαύρο φόρεμά της να φαίνεται ακόμα πιο θαμπό . Μα να μην έγερνε τόσο και θα έβρισκε σίγουρα γαμπρό και ας ήταν και από τους φτωχούς φτωχότερη. Καμία δεν μπορούσε να την παραβγεί στην αξιοσύνη και στο νοικοκυριό.

Μια μέρα η Βαγγελή πήγε ένα πιάτο χόρτα τσιγαριαστά και ένα κομμάτι χορτόπιτα στη παπαδιά και μετά γύρισε σπίτι. Έλειπε ο Παπά Μανώλης για ένα μνημόσυνο στο διπλανό χωριό και άκουσε πως ήταν άρρωστη η παπαδιά του. Την αγαπούσε  η Βαγγελή γιατί πολύ της είχε σταθεί όταν έφυγαν οι γονείς της και η παπαδιά όμως που δεν είχε δικά της παιδιά, πολύ το λυπόταν αυτό το κούτσικο που ανέλαβε άδικα τόσα βάρη. Εκείνες τις μέρες ο παπάς φιλοξενούσε και έναν ανιψιό του από τα Κορακιανά. Όμορφο παλικάρι ο Στρατής και προκομμένος. Δούλευε την πέτρα με μεγάλη τέχνη από μικρός και ήταν ένας από τους πιο γνωστούς κτιστάδες στη πέρα χώρα. Στο χωριό είχε κατέβει να φτιάξε το μαντρότοιχο του παπά Μανώλη που είχε αρχίσει να πέφτει στις άκρες. Οικογένεια δεν είχε κάνει , και τα προξενιά δε τα θελε με τίποτα. Ήθελε να καρδιοχτυπήσει πρώτα για τη κοπελιά και όχι να τη παντρευτεί από ζόρι.

-«Κόπιασε καλό μου να βάλεις μια μπουκιά στο στόμα σου και αύριο μέρα είναι πάλι.», του είπε παπαδιά, και του έβαλε μπροστά του ένα καλό κομμάτι κρέας, και τα χόρτα της Βαγγελής.

Ο Στρατής παραμέρισε το κρέας, και έβαλε μπροστά του το πήλινο κιούπι με τα χόρτα που άχνιζαν ακόμα. Όταν τα δοκίμασε νόμισε πως μπήκε μέσα σένα ολάνθιστο περβόλι.

- « Γειας τα χεράκια σου θεία μου! Τέτοια χόρτα δεν έχω ματαφάει!»

- « Δεν τα έφερα εγώ γιόκα μου μα μια γειτονοπούλα η Βαγγελή που ξέρει να μαζεύει τους καλύτερους βλαστούς και ……»

-Θεία μου μην αρχίζεις πάλι τα προξενιά να χαρείς! Καλά να’ναι η κοπέλα, νόστιμα έχει μαγειρεμένα και τα χορταράκια αλλά ως εκεί»

-Καλά γιε μου , ούτως ή άλλως δεν κάνει για σένα η παντέρμη.

Ο Στρατής κοίταξε με περιέργεια τη θεία του. Λίγο η νοστιμιά του φαγητού, λίγο τα λόγια της  θείας, του κίνησαν το ενδιαφέρον να μάθει περισσότερα για αυτή τη κοπέλα με το περίεργο όνομα.

-Και γιατί δεν κάνει για μένα; Εκτός από τα χορταράκια που είναι από τα πιο νόστιμα που έχω φάει , τι άλλο έχει; Μήπως  δε βάζει καλό λόγο στο στόμα της;

-Όχι παιδί μου τι είναι αυτά που λες! Πιο καλό και πονόψυχό πλάσμα από τη Βαγγελή δεν υπάρχει.

-Μήπως είναι πολύ πλούσια και δεν θα καταδεχτεί έναν τεχνίτη σαν εμένα;

-Πλούσια στη ψυχή της είναι Στρατή μου αλλά εκτός από ένα μικρό αμπέλι δεν έχει ούτε ένα δεύτερο φόρεμα να βάλει. Όλη μέρα με τη γη ανακατεύεται και προσπαθεί να τα βγάλει πέρα μοναχή της

-Ε τότε τι έχει; Καλός άνθρωπος και άξια γυναίκα μου φαίνεται γιατί να μην μου αρέσει ;Μήπως είναι βλογιοκομμένο το πρόσωπό της σαν της Κατινιώς;

Είδε και απόειδε η παπαδιά με τις ερωτήσεις του Στρατή και έκατσε και του είπε όλη την ιστορία της Βαγγελής. Ο Στρατής όσο άκουγε τόσο λαχταρούσε να τη γνωρίσει και καθόλου δεν τον ένοιαζε αυτό το πρόβλημα που είχε. Την αγάπησε πριν καν τη δει από κοντά.

Με την ευχή και την ευλογία του παπά Μανώλη ο Στρατής την έκανε γυναίκα του τη Βαγγελή  η οποία  δε πίστευε ότι θα’ρχόταν ποτέ η μέρα που θα΄χε δίπλα της ένα άντρα σαν τον Στρατή. Τέσσερα παιδιά τού χάρισε και με τα χρόνια γέμισε αυλή τους εγγόνια και δισέγγονα. Η χαρά της ήταν να πηγαίνει μαζί τους στο κάμπο και να τους δείχνει με υπομονή πως να μαζεύουν τα πιο τρυφερά βλαστάρια. Από μακριά ξεχώριζε η μορφή της, σαν να αγκάλιαζε ταυτόχρονα τη γη και τα παιδιά της. Και από τότε φώναζαν τη Βαγγελή και Καμπουρομάνα μα εκείνη καθόλου δεν την ένοιαζε γιατί από αγάπη άρχισε να κοιτά πιο πολύ τη γη παρά τον ουρανό και όσα της πήρε μια φορά η ζωή , της τα έδωσε πίσω διπλά και τρίδιπλα.

 ………………………….

horta_499

Η αφορμή για αυτή τη παραμυθοσυνταγή στάθηκαν δυο «χορταρούδες», μεγάλες σε ηλικία στο απέναντι χωράφι. Εκείνη την ώρα μιλούσα με την καλή μου την Αρτάνις, oπότε  της είπα ότι η επόμενη παραμυθοσυνταγή με άρωμα ελληνικής-εντάξει κυρίως κρητικής-  θα της ανήκει ολοκληρωτικά και ελπίζω το άρωμά της να έφτασε μέχρι εκεί κάτω!

Η φωτό δεν είναι δικιά μου. Η πιατέλα είναι πολύ πιο εντυπωσιακή με όλα τα καλούδια που περιγράφω παρακάτω. Εχω σκοπό να το φτιάξω από εβδομάδα οπότε θα την ανανεώσω.

 Στη Κρήτη αγαπάμε πάρα πολύ τα χόρτα. Μα πάρα πολύ όμως. Ένας τρόπος μαγειρέματος είναι και το ελαφρύ τσιγάρισμα. Μετά τα σερβίρουμε σε μια μεγάλη πιατέλα, και βάζουμε στην άκρη 2-3 πατάτες βραστές, ντομάτες ψητές, λειωμένες πάνω σε μερικές κριθαροκουλούρες και μετά δουλεύουν τα πηρούνια!  Χορταίνει και το μάτι και το στομάχι πιστέψτε με! 

Υλικα:  2 κιλά χόρτα (βλίτα, στύφνο, ζοχούς)

6µικρά κολοκύθια
4 πατάτες (τις βράζουμε χώρια)
1 µατσάκι άνηθο ψιλοκοµµένο,
5 φρέσκα κρεµµυδάκια ψιλοκοµµένα
2 ξερά κρεµµύδια ψιλοκοµµένα
3 μεγάλες ντοµάτες.  Τη μια την κόβουμε σε µέτρια κομμάτια και την χρησιμοποιούμε στο φαγητο. Τις άλλες της ψήνουμε.

1 χούφτα πράσινες ελιές

Λάδι, νερό, αλάτι, πιπέρι, λεμόνι, πιπέρι

 Προετοιμασία 

Σοτάρουµε για 5 λεπτά στο ελαιόλαδο τα κρεµµύδια, τον άνηθο, την ντοµάτα και τις ελιές. Προσθέτουµε το νερό τα αφήνουµε να βράσουν για 10 λεπτά και στη συνέχεια προσθέτουµε τα χόρτα και τα κολοκύθια, το αλάτι και το πιπέρι. Σκεπάζουµε την κατσαρόλα και τα αφήνουµε να σιγοβράσουν περίπου 25 λεπτά, ανακατεύοντας και προσθέτοντας νερό αν χρειαστεί.

 

Απριλίου 7, 2009

Γκρεμισμένα όνειρα….

Κατηγορίες: 106834 — thalassinimatia @ 4:43 μμ
Tags:

για τα παιδιά που έφυγαν νωρίς….
Μήπως και οι μπουλντόζες ήρθαν νωρίς;; Από τη δεύτερη κιόλας μέρα;;

Και εκείνη η μάνα πάνω από τα χαλάσματα να φωνάζει “εδώ είμαι Βασίλη”…

Καλό του ταξίδι..
 
seismos3

μου ήρθε αυτό το άκουσμα

Η λατρεία των εσπεριδοειδών και των μπαχαρικών

Κατηγορίες: Αφιερώματα, Κρήσσα γη, Σκέψεις — thalassinimatia @ 11:29 πμ

cf80ceb1cf80cf80cebfcf8dcf82-cebdceb9cebacf8ccebbceb1cf82

 στην οικογένειά μου ξεκίνησε πριν από πάρα πολλά χρόνια, η πρώτη στη Κρήτη και η δεύτερη στη Λήμνο και στην Αίγυπτο. Απ’οπου δηλαδή και οι δυο ρίζες μου. 

Στη Κρήτη όπως έχω ξαναπεί και μπορείτε να δείτε και φωτό στην σελίδα «Ο Πορτοκαλανθός μου», το χωριό μου είναι από τα πιο γνωστά και μεγάλα πορτοκαλοχώρια του Νομού Χανίων. Δε φαντάζεστε πόσο λυπάμαι που δεν θα κατέβω φέτος το Πάσχα για να ζαλιστώ λίγο από «τη μεθυστική μυρωδιά των ανθών». Απ’οπου κι αν κοιτάξεις βλέπεις πορτοκαλιές, από την Αγυά μέχρι τα Μεσκλά. Και όσο προχωράς τόσο το άρωμα γίνεται πιο έντονο. Καλλιεργούνται κυρίως τα ομφαλοφόρα , μεγάλα σε μέγεθος και με γλυκιά σάρκα. Αλλιώς, πορτοκάλια Μέρλιν. Δεν είναι τυχαίο που έχουν το όνομα του μάγου….

portokalies

Παλαιότερα όμως εκτός από τα πορτοκάλια, στη περιοχή υπήρχαν πολλές κιτριές. Τώρα ελάχιστες. Ο προπάππος μου λοιπόν ο Νικόλας (βλ.φωτό), εκτός από τα πορτοκάλια, ασχολούνταν και με το κίτρο. Στις αρχές του 20ου αιώνα η παραγωγή κίτρου και η εξαγωγή του σε Αγγλία, Αμερική και Αίγυπτο ήταν στο φόρτε της.

Αφού μάζευαν λοιπόν τα κίτρα, τα έκοβαν στη μέση και τα έβαζαν σε μεγάλα ανοιχτά βαρέλια γεμάτα θαλασσινό νερό. Οι κιτρόκουπες έμεναν μέσα στην άλμη για ένα με δύο μήνες, εκτεθειμένες στον αέρα, κι ύστερα εξάγονταν στην Αίγυπτο στην Αγγλία ή τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο παππούς απ’ότι έμαθα τα πήγαινε στην Αίγυπτο.

Όπως καταλαβαίνεται τα πορτοκαλάκια και γενικά όλα τα εσπεριδοειδή τα αγαπάμε ιδιαιτέρως στην οικογένειά μου. Θυμάμαι έναν άλλον θείο μου που μου εξηγούσε μικρή τις ποικιλίες και πως να ξεχωρίζω το καλό πορτοκάλι, να μου λέει να τα αγγίζω για λίγο «με κλειστά μάτια και να κοιτάω να είναι μαγληνά», δηλαδή απαλά στη αφή, με λεία επιφάνεια.

cf80cebfcf81cf84cebfcebaceb1cebbcebfcf80ceb9cf84ceb1Είναι λοιπόν δυνατόν να μην τα χρησιμοποιούμε πολύ και στη μαγειρική;

Αν και έχουν περάσει σχεδόν δύο χρόνια, μου κάνει εντύπωση που το πόστ που είναι πρώτο σε αναγνωσιμότητα είναι αυτό της Πορτοκαλόπιτας της Donas Dulci. Ούτε και εγώ ξέρω πως ξεκίνησα να μιλάω για τις διάφορες ποικιλίες και μετά εξελίχθηκε στην πρώτη παραμυθοσυνταγή. Και από τότε….

Πορτοκαλάκι μπόλικο και γλυκό λοιπόν, και στις «Πλεξίδες της αγαπώς», και στο απλό παραδοσιακό κέικ creme-brulee-portokali-kanela1πορτοκάλι  και στο……. Σιγά μην αποκαλύψω μια άλλη παραμυθοσυνταγή! Βάλτε βιταμίνη C στη καθημερινότητά σας λοιπόν κάνει καλό!portokaloplexoudes1

 

 

 

Αν πάμε τώρα στην πλευρά της Αιγύπτου, μαγείρεμα χωρίς μπαχαρικά  απλά δεν υπάρχει ! Πιπέρια σε όλα τα χρώματα και αρώματα, χουσμπάρα (ή αλλιώς κόλιανδρο), κύμινο, γαρύφαλλο και μπόλικη κανέλα.  

Το αγαπημένο μου αιγυπτιακό φαγητό (εκτός από τα φαλάφελ και τις ταμίες) το οποίο έχω χρόνια να 1587164463_9ab7c255c5φάω, είναι η μουλουχία. Ακούγεται περίεργο το ξέρω , όμως πρόκειται για μια πεντανόστιμη ας πούμε χορτόσουπα με ζωμό από ουέζα (αλλιώς χήνα) αλλά επειδή λίγο δύσκολο να τη βρούμε εδώ και το κοτοπουλάκι μια χαρά μας πέφτει. muluhiaΗ μουλουχία είναι ένα χόρτο, που παλιά το έβρισκα στη λαϊκή και το οποίο ο παππούς ο Παύλος αφού το καθάριζε το περνούσε από το μύλο του κρέατος. Μετά το έδινε στη γιαγιά Ευρυδίκη να ετοιμάσει τη σουπίτσα. Έπαιρνε το ζωμό από το κοτόπουλο και έριχνε μέσα τη μουλουχία να βράσει. Εν τω μεταξύ ετοίμαζε τη τααλέεια, δηλαδή μπόλικο σκόρδο πολτοποιημένο, πιπέρι και κόλιανδρο, καβουρντισμένα με λίγο φρέσκο βούτυρο στο τηγάνι. Έριχνε μετά τη τααλέεια στη σούπα, ανκάτεμα, μια βράση ακόμα και  κατευθείαν στο πιάτο. Λίγο λεμονάκι και αραβικά πιτάκια από δίπλα. Δυνατή γεύση για λίγους!

Oπότε ,το να  χρησιμοποιώ και να  συνδυάζω τα εσπεριδοιειδή με τα μπαχάρια , είναι αναπόφευκτο για μένα, αλλιώς σαν κάτι να μου λείπει.  

orange20cinnamon

twinings_-_havoured_black_tea_-_orange__cinnamon

 

Blog στο WordPress.com.