
-Και του το είπα χτες του Τασούλη, αφού είσαι του δεκαέξι και κάτω αγόρι μου, τι τις θες τις Αρχιτεκτονικές; Διάλεξε κάτι πιο εύκολο βρε παιδάκι μου, κάτι στα μέτρα σου. Τόσα χρόνια σπουδές πότε θα φτιάξεις τη ζωή σου, ε;Και άμα χρειαστεί να φύγεις στο εξωτερικό που θα μας αφήσεις μοναχούς καμάρι μου;
-Καλά του είπες βρε Αθανασία, άμα το παιδί δε τραβά, τι να τις κάνει τις σπουδές; Δε βλέπεις και το γιο της Βιβής, έχει θησαυρίσει ο Κωστάκης! Αμέ πως! Όλοι οι εργολάβοι αυτόν ζητάνε για υδραυλικό, Σε κάτι βίλες στο Λαγονήσι τρέχει τώρα από το πρωί ως το βράδυ. Εδώ είναι τα λεφτά, όχι σε πτυχία και βλακείες.
Και τα όνειρα μάνα;
Δεν άντεξε άλλο να ακούει τη συζήτηση της μάνας του με τη γειτόνισσα. Και αυτό το «Τασούλης»! Δεκαεφτά χρονών και ακόμα Τασούλης. Τα φτερά κομμένα και ενθάρρυνση μηδέν. Δώσε ένα χέρι να ανέβω τι σκάλα μάνα. Να την ανέβω θέλω και όχι να την κατέβω. Ένα σκαλί τη φορά. Ζητάω πολλά;
Φυσικά και δε ζητούσε πολλά. Και εκείνος τι έκανε όμως; Αποφάσισε ξαφνικά από Τασούλης να γίνει Τάσος; Τόσο καιρό βουλευότανε. Αφού δεν μπορεί, γιατί να διαβάσει παραπάνω. Αφού αυτοί που έχουν πτυχίο δε βρίσκουν δουλειά γιατί να δώσει πανελλήνιες, αφού, αφού…. υπερφορτώθηκε ο σκληρός από τα «αφού». Γέμισε η μνήμη. Με άχρηστα cookies. Οι συζητήσεις με τις πάντα συμπάσχουσες γειτόνισσες, στο «πρόβλημα του παιδιού», ο μονίμως απών πατέρας, η πάντα παρούσα μητέρα, ε δε θέλει και πολύ.
Έβλεπε και τη μάνα του Στάθη. Διάβαζε λατινικά και αρχαία μαζί με το γιο της. Λεφτά για φροντιστήρια δεν υπήρχαν. Ξημερωνοβραδιαζόνταν η κυρία Αθηνά μετά τη φασίνα και τη λάντζα να προλάβει να διαβάσει για να τα εξηγήσει μετά στον Στάθη.Το’χε καημό που παντρεύτηκε μικρή και δεν πρόλαβε να σπουδάσει. Δικηγόρος ήθελε να γίνει ο Στάθης, από κοντά και η κυρία Αθηνά και δως του τα sum estis sunt … Δεν έγραφε καλά στο διαγώνισμα, δυο έξτρα σελίδες με ασκήσεις το Σαββατοκύριακο και αυτό ήταν όλο. Ας είναι καλά ο Πατάκης, απ’έξω τον είχε μάθει η κυρία Αθηνά.
Τα όνειρα της μάνας ίδια με τα όνειρα του γιου. Ευτυχώς για το Στάθη.
- Μάνα φεύγω, πάω να αγοράσω κάτι για τον υπολογιστή.
- Πάλι βρε Τασούλη μου, χτες δεν πήγες πάλι;Όλο ζητάει αυτός ο υπολογιστής,ούτε παιδί να ήταν. Πρόσεχε βρε αγόρι μου και δεν μας περισσεύουν.
- Αμάν πια βρε μάνα. Θα πιάσω δουλειά στο μαγαζί του Κώστα και δεν θα σας επιβαρύνω άλλο!
- Οχιιιι παιδί μου , και η στριγγιά φωνή της Αθανασίας γέμισε τη κουζίνα. Τι είναι αυτά που λες Τασούλη μου. Ο γιος μου σερβιτόρος που ακούστηκε!
- Ημαρτον πια ρε μάνα ! Ημαρτον!
Έδωσε μια στην εξώπορτα και έφυγε. Μα να πει τέτοιο πράγμα ο Τασούλης μπροστά στη γειτόνισσα! Αυτό την ένοιαζε πιο πολύ την Αθανασία. Μη τυχόν καταλάβουν οι γειτόνοι ότι δεν τα βγάζουν πέρα. Λες και δεν ήξεραν, δεν έβλεπαν. Πρακτορείο Ρόιτερ ήταν όλοι τους!
Ήμαρτον πια με αυτή τη γειτονιά έλεγε και ο παππούς ο Αναστάσης. Του είχε αδυναμία του εγγονού του, είχε πάρει και το όνομά του. Μόνο εκείνος καταλάβαινε…. Περίεργο πράγμα του φαινόταν ο υπολογιστής. Μα έκανε χάζι τον εγγονό του. Είχε μια λάμψη στα μάτια του αυτό το παιδί όταν του έδειχνε μέσα από τον υπολογιστή τα κτήματα κάτω στη Κρήτη. Την ευχή μου να έχεις Τάσο μου, του έλεγε. Καθηλωμένος σε μια καρέκλα, παράλυτος από την αριστερή πλευρά μετά από ένα εγκεφαλικό, άλλος τρόπος να δει το κτήμα ο παππούς δεν υπήρχε.
Έμπαινε ο Τάσος στο Google earth, έκανε zoom και να το το περβόλι με τις πορτοκαλιές ! Του έστελνε και ο ξάδερφός του κάθε τόσο φωτογραφίες μέσω mail και έβλεπε ο παππούς τα καμάρια του πως μεγάλωναν.
-Μισό λεπτό παππού ,έρχεται και άλλη μια, μέχρι να την κάνω download δες εσύ αυτή από το άλλο περβόλι στις Βρύσες.
-Καλέ μη τον κουράζεις τον παππού με αυτά τα ξενικά που του λες, ας τον να ξεκουραστεί λίγο, πεταγόταν από τη κουζίνα η μάνα.
Δεν της καλάρεσε που περνούσε τόσο χρόνο ο Τασούλης της με τον υπολογιστή. Ούτε με τον πεθερό της. Του γέμιζε το κεφάλι με ιστορίες για τα κτήματα στα Χανιά. Ήταν σίγουρη ότι εκείνος του έβαλε την ιδέα της Αρχιτεκτονικής Να αναπαλαιώσει λέει το παλιό μετόχι και να τον κάνει ξενώνα. Πφφφ, βλακείες, καλύτερα δεν θα ταν να τα πουλούσαν και να έπαιρναν κανένα διαμερισματάκι στη Πεύκη και να φύγουν από τα Σεπόλια; Από αυτόν πήρε και άντρας της, έλεγε και ξαναέλεγε η κυρία Αθανασία. Ονειροπόλος μια ζωή ο Μιχάλης. Μα τρώγονται τα όνειρα, σε ζεσταίνουν το χειμώνα;
Τα ξερε καλά τα κουσούρια της νύφης του ο παππούς για αυτό φρόντισε και έγραψε τα δυο κτήματα απευθείας στον εγγονό του. Του’χε εμπιστοσύνη. Μπορεί να ήταν μικρό κοπέλι όπως έλεγε και να πετούσε που και που και κανένα ξενικό, αλλά ήξερε ότι δεν είχε πάρει τα μυαλά της μάνας του. Καλή γυναίκα, νοικοκυρά πρόσεχε το σπιτικό της αλλά ως εκεί. Ότι δεν μπορούσε αυτή, να μην το κάνουν ούτε οι άλλοι. Και ο γιος του βολεύτηκε με τη νοικοκυροσύνη της Αθανασίας. Δούλευε σαν εμπορικός αντιπρόσωπος σε μια εταιρεία με αντλίες και αγροτικά μηχανήματα. Όργωνε την επαρχία κάθε εβδομάδα από άκρη σε άκρη, έτρωγε αχόρταγο τα χιλιόμετρα το παλιό Ford. Γύρναγε στο σπίτι μετά από μέρες κατάκοπος. Που καιρός να ασχοληθεί με το παιδί. Ήξερε η Αθανασία τι έκανε, της είχε εμπιστοσύνη για τη διαπαιδαγώγηση του μικρού. Ήθελε να μαζέψει και λίγα λεφτά ακόμα για να πάνε στην Αγγλία, στον αδερφό του. Το είχε υποσχεθεί στον Τάσο.
«Διάβαζε αγόρι μου και θα πάμε να δούμε τον θείο Μάνο, του έλεγε, να κάνεις εξάσκηση και στα αγγλικά σου.»
Θα’ταν έκτη δημοτικού όταν του το είπε για πρώτη φορά ο πατέρας του. Πήρε μια χαρά ο μικρός. Επιτέλους να μπει σε αεροπλάνο, να ταξιδέψει!
Δυο φορές έφτασαν ένα βήμα πριν βγάλουν τα εισιτήρια. « Έχει εξετάσεις την άλλη εβδομάδα το παιδί, θα το ξεσηκώσουμε», «Δεν βλέπεις τι χαλασμός κυρίου γίνεται τώρα στην Αγγλία, που να τρέχουμε τώρα μες στις βροχές!» Όλο δικαιολογίες. Επειδή δεν της άρεσαν τα ταξίδια, επειδή φοβόταν τα αεροπλάνα, επειδή , επειδή … μια ζωή δικαιολογίες και αναβολές. Για πόσο όμως; Έπρεπε να πάρει το παιδί και να πάει μόνος του αλλά που να την αφήσει και αυτή τη κακομοίρα. Αισθανόταν και μια υποχρέωση που φρόντιζε τον πατέρα του.
Μάζευε χρήματα όμως να στείλει μόνο του τον μικρό, μα δεν τολμούσε να της το φανερώσει. Του αγόρασε προσωρινά ένα υπολογιστή να μάθει ο τις νέες τεχνολογίες και όταν θα τέλειωνε το σχολείο, θα του’χε έτοιμο το εισιτήριο.
Βρήκε επιτέλους το «μεταφορικό μέσο» που έψαχνε ο Τάσος. Μέσα στο δωμάτιό του έψαχνε σε ποιο προορισμό να πρωτοκατέβει. Παντού ήθελε να πάει. Έτσι έβγαλε όλο το γυμνάσιο. Χαμένος ανάμεσα σε μηχανές αναζήτησης, περίπλοκα προγράμματα, ανάμεσα σε ένα download και ένα upload. Κατέβαζε οτιδήποτε του επέτρεπε να πάει πιο μακριά.
Ήταν δυο χρόνια που είχε φύγει ο παππούς …. Γύρισε στα περβόλια του. Και ο Τάσος, όλο και καταπιανόταν περισσότερο με τον υπολογιστή. Το’χε καημό ο παππούς που δεν πρόλαβε να κατέβει μαζί του κάτω να του δείξει και τα μέρη. « Να μπαίνεις αντράκι μου σε αυτό το μηχάνημα, να κάνεις τα ξενικά σου και να μαθαίνεις για τον τόπο σου. Και μετά πήγαινε όπου θες», του είχε πει μια δυο μέρες πριν φύγει, «αυτός θα σου δείξει αυτό που αναζητάς».
Καλά το είχε καταλάβει ο παππούς. Έψαχνε πόρτα ο εγγονός να ξεφύγει από το μέτριο, από το μισό, από το δήθεν και το πρέπει. Έπρεπε όμως να προσπαθήσει περισσότερο. Δεν ήταν εύκολη σχολή η Αρχιτεκτονική. Αν ήθελε όμως να «χτίσει» τα όνειρά του έπρεπε να στρωθεί στο διάβασμα
Την πήρε τελικά τη δουλειά στο μαγαζί του Κώστα. Κρυφά από τη μάνα φυσικά γιατί αν το μάθαινε ότι δούλευε ως delivery boy ποιος την άκουγε μετά. Ήθελε έξτρα χαρτζιλίκι για να μην τους επιβαρύνει. Στον πατέρα του το είπε μόνο και αυτό επειδή τον είδε να αφήνει το μηχανάκι απέξω δυο τρεις φορές. «Να προσέχεις αγόρι μου του είπε, και ότι θες εδώ είμαι. «Να πάμε εκείνο το ταξίδι που λέγαμε πατέρα», ήθελε να του φωνάξει , μα τον είδε βουρκωμένο και σταμάτησε. Δεν ήθελε κανείς άλλος να ξέρει. Του φτανε που έπαιρνε 250 ευρώ το μήνα και θα μπορούσε σε λίγο καιρό να πάρει ένα καινούριο Laptop. Να πέρναγε μονάχα και στην Αρχιτεκτονική!Οχι Αθήνα, Πάτρα ήθελε. Θα βρισκε και εκεί καμιά δουλίτσα για να περάσει απέναντι στην Ιταλία. Φλωρεντία, Μπολόνια, να κάθεται σε ένα μαρμάρινο σκαλοπάτι και να ζωγραφίζει, να παίρνει ιδέες από το χτες και να τις βάζει στο σήμερα.
Κύλησε γρήγορα ο χρόνος. Σε δυο μήνες θα ξεκινούσαν οι Πανελλήνιες. Από το σχολείο στο φροντιστήριο και από το φροντιστήριο στη δουλειά. Διάβασμα το βράδυ. Μέχρι αργά. Το’χε πάρει απόφαση η κυρία Αθανασία και δεν του ανέφερε τίποτα για το διάβασμα. Ας ήταν καλά ο πρωινός καφές με την Ελένη. Βαρύ γλυκός, δροσερό νερό από το ψυγείο και κουλουράκια κανέλας. Σερβιρισμένα μαζί με την αγωνία για την τύχη του Τασούλη.
«Μα πότε προλαβαίνει να διαβάζει αυτό το παιδί βρε Ελένη μου, έλεγε στη γειτόνισσα. Βράδυ έρχεται το πουλάκι μου, τρώει στα γρήγορα και μετά πάει και κλείνεται στο δωμάτιό του. Κουβέντα δεν του παίρνεις. Μόνο με τον πατέρα του μιλάει που και που όταν αυτός είναι σπίτι.
« Το παιδί Μιχάλη, δεν ξέρομε τίποτα, πως τα πάει στα μαθήματα, αν θα περάσει στις εξετάσεις, τι θα κάνει στη ζωή του! Τίποτα ! Πφφφ» και δως του αναστεναγμοί η κυρία Αθανασία.
« Καλά είναι το παιδί, το ρώτησα εγώ προχθές. Σωστά μεγαλωμένο το έχουμε μην το πιέζεις με τις ερωτήσεις σου. Μακάρι να είναι τυχερό να περάσει στη σχολή που θέλει στη Πάτρα ή στη Θεσσαλονίκη, θα το βρει το δρόμο του».
« Στη Πάτρα ή στη Θεσσαλονίιιιικη; Φώναξε έντρομη η κυρία Αθανασία. Γιατί δεν έχει σχολή στην Αθήνα; Πάει ο Τασούλης , θα το χάσουμε εντελώς το παιδί Μιχάλη να το θυμηθείς».
Σωστά μάντεψε. Τον Τασούλη θα τον χάσει σίγουρα από τον Τάσο όμως. Μήπως αυτός καταφέρει να ξεφύγει.
Ήρθε και η περιβόητη εβδομάδα των εξετάσεων και δως του οι προσευχές και τα τάματα να περάσει το παιδί στην Αθήνα, να είναι γερό πάνω από όλα και τυχερό στη ζωή του! Έδιναν και έπαιρναν οι ευχές της μάνας. Καημό το είχε αυτό το παιδί. Ο Μιχάλης μια ζωή σε ταξίδια, εκείνη δε δούλεψε ποτέ της, άλλη έννοια δεν είχε από το Τασούλη.
Τελευταίο μάθημα το σχέδιο. Δεν το φοβόταν ο Τάσος. Μια πρόκληση ήταν για αυτόν να αποτυπώσει πιστά στο χαρτί ότι του έδιναν. Το απόγευμα θα πήγαινε με τον Γιάννη να αγοράσουν το καινούριο Laptop και μετά θα μπορούσε να ξεκινήσει το ταξίδι….
Γύρισε σπίτι νωρίς το απόγευμα ικανοποιημένος από τις επιδόσεις του. Σαν να είχε φύγει από πάνω του ένα βάρος. Ακούμπησε κάτω τη μεγάλη σακούλα από το Πλαίσιο και είδε τη μάνα του που ερχόταν κατευθείαν πάνω του.
«Αγόρι μου ήρθες, τέλειωσαν τα βάσανά σου , πάνε και οι εξετάσεις! Έλα να σου βάλω κάτι να φας. Ότι έγινε έγινε τώρα. Και αν δεν έγραψες καλά, δεν πειράζει ματάκια μου, θα βρεις μια δουλίτσα θα βοηθήσουμε και εμείς, θα βάλουμε και κάτι άκρες που έχει ο πατέρας σου από το χωριό, να είδες και ο Κώστας απέναντι τι καλά που είναι τώρα, περιζήτητος είναι σε όλη την Αθήνα, για αυτό σου λέω μη στεναχωριέσαι έχει ο θεός και εμείς θα …»
Πριν τελειώσει η πρόταση ο Τάσος είχε βγάλει από τη σακούλα το νέο του «παιχνίδι» και πήγαινε προς το δωμάτιό του. Αρνιόταν να αποθηκεύσει στη μνήμη του άχρηστες πληροφορίες, για τον Κώστα, για τις οικογενειακές γνωριμίες, ήμαρτον πια ρε μάνα ακόμα δεν τέλειωσαν οι εξετάσεις! Μα που να ακούσει η κυρία Αθανασία , τον πήρε από πίσω συνεχίζοντας να αναλύει τις προοπτικές που υπήρχαν και μόνο όταν ακούμπησε ο Τάσος πάνω στο γραφείο το νέο του laptop σταμάτησε.
« Τι είναι αυτό Τασούλη μου;»
« Υπολογιστής δεν το βλέπεις; της απάντησε ξερά, ενώ έψαχνε στο κουτί για τα καλώδια».
«Και που το βρήκες αγόρι μου, ποιος στον χάρισε;»
«Κανείς. Μόνος μου τον αγόρασα. Δούλευα στο μαγαζί του Κώστα από τον Οκτώβρη. Ο πατέρας το ήξερε.»
Σαν να έπεσαν ξαφνικά πολλές οι πληροφορίες για την κυρία Αθανασία. Υπερφορτώθηκε ο δίσκος της.
« Καλά αγόρι μου» είπε και έκλεισε την πόρτα.
Ο Τάσος συνέχισε ακάθεκτος τη σύνδεση και σε λίγα λεπτά ένας καινούριος κόσμος ξεπηδούσε από τη wide screen οθόνη του. Δίψασε ξαφνικά και επειδή η νύχτα προμήνυε τρελό σερφάρισμα, κατευθύνθηκε προς τη κουζίνα για να πάρει λίγο νερό.
« Ακούς Ελένη μου, τόσο καιρό και να μη μου έχουν πει τίποτα. Και καλά το παιδί, μα ο Μιχάλης; Να μη μου πει ότι έπιασε ο μικρός δουλειά, να μην ξέρω που είναι το παιδί μου, που πάει και τι κάνει; Αυτό ήταν Ελένη μου, πάει θα το χάσω το παιδί Ελένη μου….. γιατί αν περιμένω από τον πατέρα του σώθηκα! Και αυτός τα ίδια μυαλά έχει. Είμαι σίγουρη ότι αυτός θα του’πε να δηλώσει τις σχολές εκτός Αθήνας για να με κάνουν πέρα. Και τώρα με αυτό το καινούριο μηχάνημα που πήρε ένας θεός ξέρει τι μπορεί να κάνει ο μικρός. Τόσα πράγματα ακούγονται στη τηλεόραση! Αχ Ελένη μου αχ….»
Ως εδώ ήταν! Δεν πήγαινε άλλο πια. Σαν να του πέρασε η δίψα ξαφνικά. Έκλεισε τον υπολογιστή, πήρε τηλέφωνο την Βάσω και κανόνισαν να συναντηθούν στη πλατεία. Έδωσε μια στην εξώπορτα που τραντάχτηκε όλο το σπίτι. Δεν μπήκε καν στο κόπο να της πει ότι φεύγει.
Προσπαθούσε να αδειάσει το μυαλό του αλλά μάταια. Αισθανόταν ότι ήθελε να ουρλιάξει αλλά δεν έβγαινε η φωνή. Αντηχούσε μέσα του ο θυμός και μεγάλωνε. Κύμα γινόταν και τον έπνιγε. Εκείνος που τόσο είχε προσπαθήσει το τελευταίο διάστημα για να τα καταφέρει. Μόνος του. Ας ήταν καλά η Βάσω που τον ταξίδευε με τα φιλιά και τα χάδια της… η Βάσω, να τη που τον περιμένει τώρα στην άκρη της πλατείας.
« Τάσο πρόσεχε!»
……….
Ξαναβρήκε τον Τασούλη της η κυρία Αθανασία. Κόντεψε να τον χάσει όταν πετάχτηκε από το στενό αυτός ο άτιμος αλλά ευτυχώς τη γλίτωσε με μερικά κατάγματα στο πόδι και με μια μικρή διάσειση η οποία συνοδεύτηκε με μερική απώλεια μνήμης τον πρώτο καιρό.
« Θες να σου φέρω κάτι αγόρι μου; Να σου βάλω ένα μαξιλάρι να είσαι πιο ψηλά;» Άλλο που δεν ήθελε η κυρία Αθανασία. Όχι πως δεν είχε τρομοκρατηθεί όταν τη πήρε η Βάσω κλαίγοντας να της πει για το τροχαίο! Αλλά τώρα, τον είχε κοντά της τον φρόντιζε σαν μικρό παιδί. Είχε πάρει άδεια ο Μιχάλης από τη δουλειά και ήταν και αυτός στο σπίτι. Μετά από τόσο καιρό είχε και τους δυο άντρες της στο σπίτι. Σαν να γέμισε η ζωή της ξαφνικά.
Γέμισε η δική της και άδειασε του Τάσου. Δυο μήνες τώρα στο κρεβάτι του είχαν σπάσει τα νεύρα. Να μην μπορεί να πάει ούτε μέχρι την τουαλέτα μόνος του! Και αυτό το ρημάδι το καλώδιο του ΟΤΕ να μην φτάνει μέχρι το κρεβάτι! Τώρα καταλάβαινε τι ένοιωθε ο παππούς. Να του συμπεριφέρονταν όλοι από το πρωί ως το βράδυ σαν μωρό. Και αυτές οι επισκέψεις από τις γειτόνισσες νισάφι πια ρε μάνα. Μαζί με το βαρύ γλυκό , τα κουλουράκια κανέλας και ένα τσεκάρισμα από το Ρόιτερ της γειτονιάς. « Περαστικά Τασούλη μου. Δόξα το θεό που δε σε βρήκε κανένα μεγαλύτερό κακό».
Μα πως δεν τον βρήκε; Αποκομμένος από τους φίλους και τα «ταξίδια του».
Η σύνδεσή σας δεν είναι πλέον εφικτή. Δοκιμάστε να επανεκκινήσετε το πρόγραμμα.
Ώσπου μια μέρα ήρθε η Βάσω να τον δει και να του πει τα αποτελέσματα. Η επανεκκίνηση ήταν άμεση. Αρχιτεκτονική Πάτρας και οι δυο τους.
« Μωρό μου θα είμαστε μαζί!» του είπε αγκαλιάζοντάς τον. Με το κορίτσι του, στη Πάτρα, Αρχιτεκτονική…. Ένοιωσε τις φλέβες του να φουσκώνουν και τον γύψο να ραγίζει. Δεν τον ένοιαζε τίποτα πια. Δεν ήθελε τίποτα άλλο να ακούσει και δεν υπήρχε τίποτα να τον σταματήσει. Ας έκανε το κουμάντο της η κυρία Αθανασία να το χωνέψει. Αν όλα πήγαιναν καλά, θα της έχτιζε και ένα εξοχικό στο κτήμα του παππού στη Κρήτη. Να της φύγει και ο καημός που δεν είχαν αποκτήσει τόσο καιρό ένα δικό τους κεραμίδι. Να έχει και αυτός κάτι στο τόπο του. Αυτόν που γνώριζε μόνο από το Google earth. Σε μερικές εβδομάδες θα τέλειωναν και οι φυσιοθεραπείες και θα ήταν ελεύθερος. Τα εισιτήρια για τα Χανιά έτοιμα. Οι πρώτες διακοπές.
« Παρακαλώ περιμένετε μέχρι να εγκατασταθούν οι αναβαθμίσεις»
« Μπορείτε τώρα να κλείσετε τον υπολογιστή σας με ασφάλεια».