
Η ζωή παίζει παιχνίδια και βάζει η ίδια τους κανόνες, χωρίς να μας ρωτάει. Μας κάνει να αναρωτιόμαστε για τις επιλογές μας, ήταν, δεν ήταν οι σωστές, μήπως τις κάναμε νωρίς, μήπως αργήσαμε, μήπως πιεστήκαμε, μήπως φοβηθήκαμε, μήπως , μήπως και τελειωμό δεν έχουν τα μήπως και τα αν.
Και καλά κάνουν και δεν έχουν γιατί άμα όλα ήταν στρωτά και καλοσιδερωμένα ή ζωή δεν θα είχε γούστο. Βέβαια ίσως μερικές φορές το παρακάνει, ειδικά όταν αποδεικνύεται -συνήθως στο τέλος-ότι οι επιλογές δεν ήταν και οι καλύτερες, και το βάρος τους είναι δυσβάσταχτο.
Τότε δεν έχεις άλλο παρά να ξεκινήσεις πάλι από την αρχή – αν δεν είναι αργά και έχεις το κουράγιο – ή…… ψάχνεις, να βρείς ένα αποκούμπι, να εξισορροπήσεις τα καλώς με τα κακώς κείμενα, κάτι για να πορευτείς εν ηρεμία το υπόλοιπο της ζωής σου αλλά και πάλι…..
« το ανεκπλήρωτο παραμένει αναπόδραστο»,
Όχι μόνο για την Ελισάβετ Παπαντωνίου,την ηρωίδα του νέου βιβλίου της Πέρσας Κουμούτση, «Καφέ Κλεμέντε» αλλά για πολλούς από εμάς. Αυτή η φράση θα μπορούσε να χαρακτηρίζει και τη Περσεφόνη, την ηρωίδα του πρώτου της βιβλίου « Αλεξάνδρεια, στο δρόμο των ξένων», απ’όπου και το 2ο απόσπασμα του προηγούμενου ποστ.
Σας έχω ξαναπεί ότι μου αρέσουν τα βιβλία που έχουν κάτι να πουν και με τρόπο σαφή χωρίς πολλές φιοριτούρες και άλλα κόλπα εντυπωσιασμού. Φέτος είχα αρκετό χρόνο να διαβάσω βιβλία. Πολλά βιβλία, νομίζω περισσότερα από ποτέ.
Τώρα που σας γράφω έχω τη βιβλιοθήκη απέναντί μου και κοιτάω τους τίτλους. Μερικοί απλώς δεν μου θυμίζουν απολύτως τίποτα. Ένα γενικό πλαίσιο ίσως και αυτό είναι όλο. Δεν είναι όλα τα βιβλία ίδια όπως και δεν είναι όλες οι στιγμές ίδιες. Άλλες φορές έχουμε ανάγκη να διαβάσουμε κάτι ποιο βαθύ, άλλες κάτι απλά για να περάσει ευχάριστα η ώρα. Στην Κρήτη μέσα σε όλα αυτά που μας έτυχαν είχα την ευκαιρία να διαβάσω και να απολαύσω πραγματικά τα δύο παραπάνω βιβλία.
Δύσκολες επιλογές ανθρώπων μέσα σε ένα περίπλοκο πολιτικό κλίμα, είτε στο Παρίσι την εποχή του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, είτε στην Αλεξάνδρεια και τα γεγονότα που ανάγκασαν πολλούς Αιγυπτιώτες να φύγουν και να ξεκινήσουν μια νέα ζωή στην Ελλάδα. Ανάμεσα σε αυτούς και η οικογένειά της μητέρας μου. Το μικρό μπακάλικο του παππού μου κατασχέθηκε όπως και το σπίτι που έμεναν. Άλλος δρόμος από την επιστροφή στην Ελλάδα δεν υπήρχε και αυτός δεν ήταν εύκολος. Και τα δύο αυτά βιβλία λοιπόν είχαν πολλά να μου πουν και να μου θυμίσουν. Αλλά και πάλι, είναι τόσο αληθινές και απέριττες οι περιγραφές, που σε βάζουν αμέσως στο κλίμα και στην αγωνία των πρωταγωνιστών ακόμα και αν δεν υπάρχουν οικογενειακές μνήμες να τις υποστηρίζουν.
Η πλοκή είναι ξεκάθαρη και δεν σε μπερδεύει. Οι αναφορές στα ιστορικά και πολιτικά δρώμενα της εποχής γίνονται ένα σώμα με την ιστορία και τους ήρωες και δεν κουράζουν καθόλου. Αντιθέτως σε βοηθούν να καταλάβεις τις επιλογές τους και να συμμετάσχεις στη δική τους αγωνία. Με άλλα λόγια παίρνουν σάρκα και οστά μπροστά σου και αυτό είναι που με μάγεψε στα δύο βιβλία και ειδικά στο «Καφέ Κλεμέντε». Ταξίδι, ιστορία, προβληματισμός, έρωτας, αγωνία, πόνος, λύτρωση.
Μια γοητευτική γυναίκα που υπήρξε διάσημη ηθοποιός την εποχή του Μεσοπολέμου, αναπολεί το παρελθόν της , τα πρώτα της βήματα στην Αλεξάνδρεια, τη ταυτόχρονη γνωριμία της με δύο άντρες τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους, την επιλογή που πήρε και τη στιγμάτισε για πάντα, το νοσταλγικό Παρίσι των θεαμάτων και της αναπόλησης.
«Καφέ Κλεμέντε ….. Όπως εκείνο του πατέρα της ….Ενας μικρός και εξαιρετικά κομψός χώρος όπου κορυφωνόταν η νοσταλγία της για την αγαπημένη πατρίδα. Και κάθε φορά που καθόταν εκεί, οι αναμνήσεις έστηναν τρελό χορό….
Έστριψε στο επόμενο τετράγωνο δεξιά, και σε λίγα λεπτά βρέθηκε στο αγαπημένο της στέκι.»
………. η συνέχεια στα βιβλιοπωλεία…… και ένα μικρό δείγμα εδώ http://www.psychogios.net/book.asp?cid=22711
——————–
Πριν κλείσω αυτό το ποστ θα ήθελα να προσθέσω λίγα λόγια για τη συγγραφέα που είχα την τιμή και τη χαρά να γνωρίσω πριν λίγο καιρό από κοντά. Που να φανταζόμουν όταν ακόμα στο Λύκειο χανόμουν στη βιβλιοθήκη του θείου μου και διάβαζα τα έργα του νομπελίστα αιγύπτιου συγγραφέα Naguib Mahfuz, ότι μετά από χρόνια θα γνώριζα τη μεταφράστρια των έργων του.
Καλοτάξιδο το νέο σου βιβλίο Πέρσα μου και περιμένουμε και άλλο σύντομα!




Είναι λοιπόν δυνατόν να μην τα χρησιμοποιούμε πολύ και στη μαγειρική;
πορτοκάλι και στο……. Σιγά μην αποκαλύψω μια άλλη παραμυθοσυνταγή! Βάλτε βιταμίνη C στη καθημερινότητά σας λοιπόν κάνει καλό!
φάω, είναι η μουλουχία. Ακούγεται περίεργο το ξέρω , όμως πρόκειται για μια πεντανόστιμη ας πούμε χορτόσουπα με ζωμό από ουέζα (αλλιώς χήνα) αλλά επειδή λίγο δύσκολο να τη βρούμε εδώ και το κοτοπουλάκι μια χαρά μας πέφτει.
Η μουλουχία είναι ένα χόρτο, που παλιά το έβρισκα στη λαϊκή και το οποίο ο παππούς ο Παύλος αφού το καθάριζε το περνούσε από το μύλο του κρέατος. Μετά το έδινε στη γιαγιά Ευρυδίκη να ετοιμάσει τη σουπίτσα. Έπαιρνε το ζωμό από το κοτόπουλο και έριχνε μέσα τη μουλουχία να βράσει. Εν τω μεταξύ ετοίμαζε τη τααλέεια, δηλαδή μπόλικο σκόρδο πολτοποιημένο, πιπέρι και κόλιανδρο, καβουρντισμένα με λίγο φρέσκο βούτυρο στο τηγάνι. Έριχνε μετά τη τααλέεια στη σούπα, ανκάτεμα, μια βράση ακόμα και κατευθείαν στο πιάτο. Λίγο λεμονάκι και αραβικά πιτάκια από δίπλα. Δυνατή γεύση για λίγους!


”Eκείνο το απόγευμα, κάθονταν στο μόλο, πάνω στα δίχτυα των ψαράδων. Της είχε προτείνει ο Λουκάς να καθίσουν να απολαύσουν το ηλιοβασίλεμα. Η Λένα μύριζε τον αέρα, ανάσαινε την αλμύρα της θάλασσας και ρουφούσε τα λόγια του με ακόρεστη δίψα.

Σε μικρά παραλληλόγραμμα χαρτάκια τύπωναν μαντινάδες, ύστερα τύλιγαν το χαρτί μέχρι να γίνει πολύ λεπτό και έβαζαν γύρω από αυτό μια πάστα ζαχαρωτού φτιαγμένη από ένα ειδικό κόμμι το δραγάντε. Το ανακάτευαν με άχνη ζάχαρη και το χρωμάτιζαν με φυτικά χρώματα. Το έκοβαν σε μικρά κομμάτια όσο έφτανε για να γίνει ένα χοντρό δαχτυλίδι γύρω από τη μαντινάδα.














