Κανένα άλλο χρώμα δεν μου άφησες φεύγοντας παρά μόνο το κόκκινο.
Για να καώ. Χωρίς εσένα. Από σένα. Μόνη μου πια.
Και το κόκκινο να αντανακλάται στη θάλασσα και να τη κάνει να φλέγεται. Αφού ξέρεις ότι μου αρέσει να ξαπλώνω όταν σουρουπώνει εκεί που σκάει το κύμα. Μισή στη στεριά, μισή στο νερό. Ενιωθα οτι ήσουν άνεμος που φέρνεις το ένα κύμα μετά το άλλο, πότε πιο απαλά πότε πιο δυνατά, να σβήνει πάνω μου, μέσα μου. Ενοιώθα να ξαναγεννιέμαι σε κάθε μας επαφή.
Τώρα όμως;
Τώρα φλέγομαι. Αποτραβιέται η άμμος από κάτω μου να μην καεί και αυτή. Να μην εξατμιστεί και χάσει τη δροσιά της όπως εγώ. Αυτό κατάφερες.
Όταν σε είχα ρωτήσει τι άνεμος είσαι, μου είχες πει ότι είσαι λίγο απ’όλα ανάλογα με τη διάθεσή σου. Ποτέ ένας . Είναι βαρετό, είχες πει και είχα συμφωνήσει μαζί σου. Μου άρεσαν οι εναλλαγές και το ξέρεις.
Πότε αλύπητος Βαρδάρης από το Βορρά, πότε ανοιξιάτικος Λεβάντες να με κάνεις να ανθίζω, πότε ένας γλυκός και απαλός Ζέφυρος .
Τώρα όμως ….. τους έκρυψες όλους τους αέρηδες στο ασκό του Αιόλου και άφησες έξω μόνο το Λίβα να με κάνει στάχτη. Μπήκες στο πύρινο καίκι σου και φύσηξες τα πανιά .
Γιατί αυτός ήσουν πάντα αγάπη μου και ας έλεγες άλλα . Ενας Λίβας που έκλεψε όλα τα δροσερά χρώματα από το ηλιοβασίλεμα και το έκαψε μέχρι που μάτωσε.
Δεν έπρεπε να αφήσει το τασάκι κοντά στο παράθυρο. Σκόρπισαν οι στάχτες. Λάθος,δεν έπρεπε να ανοίξει το παράθυρο. Σωστές και οι δυο επιλογές. Χώρια όμως. Όχι μαζί. Πως είναι δυνατό ρε φίλε να έχεις μπροστά όχι μία αλλά δύο ο σωστές επιλογές και να κάνεις λάθος; Δε βλέπεις ότι τις εξουδετερώνεις; Απλά μαθηματικά. Και στο είπα, κόφτο το ρημάδι, σου θολώνει το μυαλό δεν το βλέπεις;
Έσυρε αργά τα πόδια του μέχρι το καθρέφτη. Ατιμο πράγμα αυτός ο καθρέφτης. Δεν μπορείς να βγεις έξω αν δεν ρίξεις μια τελευταία ματιά. Να διορθώσεις λίγο το μαλλί, να ισιώσεις τη γραβάτα. Αυτό που σε πνίγει μπορείς άραγε να το «ισιώσεις»; Αντέχεις να κοιτάξεις κατάματα τη φιγούρα απέναντι; Το νου σου μεγάλε γιατί μπορεί να δεις άλλα πράγματα. Θα βγουν όλα στη φόρα και δε σε συμφέρει αν δεν είσαι έτοιμος να τα αντιμετωπίσεις.
Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του. Σκουπίστηκε γρήγορα χωρίς να κοιταχτεί. Τα φώτα χαμηλωμένα από ώρα. Το’χε συνήθεια με το που σουρούπωνε , να σβήνει ένα ένα τα φώτα. Ακόμα και απόψε. Σε αυτό το πνιγηρό δωμάτιο ενός ξενοδοχείου στην Αλεξανδρούπολη. Νόμιζε πως θα έσβηνε και τις σκέψεις του έτσι. Τεράστιο λάθος μεγάλε. Το σκοτάδι δεν κρύβει όπως νομίζουν μερικοί. Ανιχνεύει και τις πιο κρυφές σου σκέψεις, τις ζωντανεύει και η παράσταση αρχίζει κυρίες και κύριοι. Το δικό σου προσωπικό θέατρο σκιών στο τοίχο. Ενώ το φως δεν σε συμφέρει και πολύ ε; Οι σκιές χάνονται, το όνειρο έχει φύγει από την πίσω πόρτα και εσύ πρέπει να το πάρεις απόφαση ότι το βράδυ πάλι θα το ανταμώσεις έτσι που πας … Εκτός και αν αποφασίσεις να το διεκδικήσεις τη μέρα. Μπορείς;
Ο ξύλινος διάδρομος ξυπνά από έντονα βήματα. Αργά και σταθερά. Δωδεκάποντο σκαρπίνι σίγουρα σκέφθηκε. Όσο πιο ψηλό τόσο πιο δυνατός ο ήχος. Στο laptop η Τάνια τραγουδά:
Είναι και δεν είναι στο τζάμι η βροχή,
είναι και δεν είναι αυτά τα βήματά σου.
Είναι και δεν είναι η φωνή μου αυτή
που τρέμει και ραγίζει δυο αναπνοές μακριά σου.
Τις είχε μελετήσει καλά τις γυναίκες. Σιγανό ποταμάκι τον φώναζε ο Κυριάκος. Είχε τον τρόπο του να ξεγυμνώνει την ψυχή τους πριν καν το καταλάβουν. Και αυτό που λένε ότι είναι «άβυσσος η ψυχή της γυναίκας» ένας μύθος του φαινόταν. Τα πράγματα ήταν απλά. Το θέμα είναι να πλευρίσεις το σωστό θηλυκό. Χωρίς βιασύνες. Ανίχνευσε πρώτα αν έχει τα συστατικά που σου ταιριάζουν , αν είναι ικανή να σε εξιτάρει και μετά βίρα τις άγκυρες. Αν βρεθείς στο ίδιο σύννεφο, η απόσταση, η άβυσσος, εξατμίζεται, χαμηλώνει η στάθμη του νερού και όλα γίνονται ένα. Αυτό του είχε μάθει η μέχρι τότε εμπειρία του…
Ο ήχος από τα τακούνια άρχισε να μεγαλώνει. Είναι γνωστό εξάλλου ότι τα επαρχιακά ξενοδοχεία Γ κατηγορίας έχουν σκάρτη ηχομόνωση. Το σφυροκόπημα σταμάτησε σχεδόν έξω από τη πόρτα του. Τα ξύλα σαν να ένιωσαν την αμφιβολία και λύγισαν στο βάρος βγάζοντας ένα ξερό ήχο. Η κάτοχός τους ζυγοστάθηκε λίγο. Μια στιγμή που πάγωσε το χρόνο.
Ήταν αρκετή για μια σύντομη παράσταση σκιών. Οι φιγούρες στον τοίχο άρχισαν να ζωντανεύουν και πάλι.
Είχαν γνωριστεί ένα μήνα πριν. Συνάδελφοι στην ίδια τράπεζα από διαφορετικά παραρτήματα. Αθήνα,Αλεξανδρούπολη.
Εσωτερικά e-mail για διεκπεραίωση εργασιών,
μερικά κοινά ενδοτραπεζικά meetings,
ένα διάλειμμα για φαγητό,
μερικά sms με νόημα,
ένα drambui με πάγο.
Ένας κοινός κώδικας επικοινωνίας, μια ματιά ξεκάθαρη
Εκείνος πιο σίγουρος, εκείνη ένα βήμα πίσω. Ήθελε το χρόνο της και ο Θάνος ήξερε να περιμένει. Δεν του πήρε πολύ. Θυμάται ακόμα το πρώτο τους φιλί. Αυτό έχει χαραχτεί ανεξίτηλα στη μυαλό του. Το φιλί και όχι η πρώτη φορά που ένωσαν τα κορμιά τους. Αυτό, ήταν μια εκρηκτική συνέχεια της ιεροτελεστίας που εκείνη ξεκίνησε, στο παλιό θυρωρείο της πολυκατοικίας. – Μου πήρε καιρό να συνειδητοποιήσω πόσο σε θέλω, του είπε. Άσε με να κάνω εγώ την αρχή. Ξαφνιάστηκε. Δεν την είχε για τόσο τολμηρή. Την κράτησε σφιχτά στην αγκαλιά του αφήνοντάς της όμως χώρο να δράσει. Έπιασε στοργικά το κεφάλι του με τα δυο της χέρια και κύλησε τα χείλη της κυκλικά σε όλο το πρόσωπό του. Πρώτα ένα δειλό φιλί στο μέτωπο που το νιώσε να καίγεται. Συνέχισε φιλώντας ευλαβικά τα κλειστά βλέφαρά του. Έβγαλε απαλά τα γυαλιά του και με τα χείλη της γέμισε το σημάδι που άφησαν στους κροτάφους του. Φυλάκισε με μια κίνηση το πιγούνι του ενώ τα χέρια της ανίχνευαν τους μυς της πλάτης του. Πρόλαβε να ψιθυρίσει ένα πνιγμένο -Κράτα με, πριν του κλέψει την ανάσα.
Ένα ξερό χτύπημα στην πόρτα έβαλε τέλος στην παράσταση της μνήμης. Μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι ο ένοικος του διπλανού δωματίου ήταν ο τυχερός, του είχε σωθεί το οξυγόνο. Πάλι.
Αλκοόλ που ζωντανεύει το πάγο, τον λιώνει. Έβαλε και δεύτερο Drambui.
Δηλαδή έτσι θα το βγάλεις το βράδυ ρε φίλε; Να ψάχνεις τη γεύση της μέσα από το αγαπημένο της ποτό; Πάρτο απόφαση πια. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο το όνειρο θάμπωσε. Έτσι ισχυρίζεσαι τουλάχιστον. Και εσύ τι κάνεις; Αντί να πας να τη βρεις και να ξηγηθείς στα ίσα κάθεσαι και μιλάς με μένα και μελαγχολείς. Δεν μας είχες συνηθίσει έτσι Θανασάκη. Η επικοινωνία λες ελαττώθηκε ή μάλλον έγινε λιγότερη θερμή, και δεν ξέρεις πως να το εξηγήσεις και τα λοιπά.
Αυτή δεν ήταν που μετά από κάθε σας απόλυτα συγχρονισμένη κορύφωση σου έλεγε -Μην φύγεις, μείνε λίγο ακόμα πάνω μου – Θα σε λιώσω μάτια μου, της ψιθύριζες τρυφερά -Δεν πειράζει, ας αφήσουμε και πάλι μονό αποτύπωμα στο κρεβάτι. Και τότε τα μέλη σου παράλυτα από την απόλυτη ευτυχία άφηναν τη βαρύτητα να δράσει…. Ναι ,ναι σωστά, για την ίδια γυναίκα μιλάμε. Που μόλις τέλειωσε το δίμηνο σεμινάριο, γύρισε στη πόλη της. Τι θα πει «τα λέμε» και υπογραφή προκάτ ”Νατάσσα Παρεντζόγλου Account Μanager” ; Που είναι τα «αγάπη μου» και «ψυχή μου»; Με σενα υποτίθεται ότι μίλαγε, με το Θάνο της και όχι με τον Γενικό Account Director. Είδες, άβυσσος η ψυχή της γυναίκας τελικά…. Σε έκανε να αναρωτιέσαι αν «είναι ή δεν είναι».
Ωραία αφού σε ενοχλεί τόσο, γιατί δεν τη ρωτάς τι φοβήθηκε, τι έγινε; Γιατί δεν πας να τη βρεις; Ήρθες στη πόλη της τάχα μου για το συνέδριο και δεν της είπες ότι είσαι εδώ, δίπλα της. Έστω για ένα βράδυ. Σε λίγο θα αρχίσει να χαράζει και εσύ κάθεσαι και βουλιάζεις στη σκιά. Ξύπνα σου λέω, ο καιρός τρέχει, ποτάμι γίνεται και κυλάει από παντού και άντε να τον μαζέψεις μετά. Βγες στο φως να τη συναντήσεις πριν να είναι αργά.
Η ολονύχτια συνομιλία με τον άλλο του εαυτό, τον λογικό και ξεκάθαρο τον εξάντλησε. Οι επιλογές ήταν μπροστά του. Έπρεπε να βγει έξω να βρει το δρόμο για το φως. Να ξεκολλήσει από την άμμο και να βγει στην άσφαλτο. Πρώτη φορά ερωτευόταν έτσι και μπλόκαρε. Σαν βιντεοκλίπ από αυτά που συνοδεύουν τα ερωτικά τραγούδια του φαινόταν η όλη ιστορία. Κάθε στίχος να ταιριάζει με τη δική του αγωνία και λαχτάρα. Τους δικούς του δισταγμούς. Στο laptop ακούγεται η τελευταία στροφή του τραγουδιού: Είναι και δεν είναι τα μάτια σου αυτά
που με δικό μου μαύρο είναι βαμμένα
κι όπως με κοιτάζουν βαθιά και σκοτεινά,
το φως τους φανερώνουν μόνο σε μένα.
Μα ό,τι κι αν είναι,αγάπη μοιάζει και διστάζει.
Έβαλε καθαρό πουκάμισο, και άναψε το φως. Θα πήγαινε να βρει το “είναι” του.
——————————————
Το τραγούδι « Είναι και δεν είναι» με στίχο και εκτέλεση της Τάνιας Τσανακλίδου και μουσική Μ.Δέλτα απ’όπου εμπνεύστηκα το παρόν,δεν το βρήκα στο youtube. Σας βάζω όμως ένα άλλο αγαπημένο.