(το παρόν γράφτηκε φέτος το καλοκαίρι και αποτέλεσε το τέλος μιας Τριλογίας στην οποία συμμετείχαν αγαπημένοι φίλοι bloggers όπως η Ηλιαχτίδα, ο Βασίλης, η Τρελοφαντασμένη και η Ζωή. Ο καθένας από αυτούς έδωσε και το δικό του μοναδικό τέλος. Αυτή την εποχή που έχει σχεδόν τελειώσει ο τρύγος το επαναφέρω.Εχει άρωμα πορτοκαλιού και συνδέεται και με τον “Αρραβών της Dulcineas”. Αντανακλά τόσα πολλά από εμένα και μια και δεν είχα κάτι νέο να ανεβάσω,σας το παραδίδω. Μάλλον είχα αλλά θα περιμένει. Ξαναμασημένη τροφή μου λέτε. Ισως. Απλά για λίγες μέρες θα σας ξανακάνει συντροφιά.)
Το φορτηγό με κόπο ανέβηκε το στενό καλντερίμι του χωριού. Ψηλά στο λόφο ήταν ο ξενώνας. Ένα παλιό πέτρινο οίκημα περιτριγυρισμένο από τριανταφυλλιές, γλάστρες με γιασεμιά και δεξιά ένα μικρό αμπέλι. Στον ήχο του φορτηγού που πλησίαζε, μια νέα γυναίκα σταμάτησε ν’ασχολείται με το πότισμα και μας χαμογέλασε.
Έμεινε να την κοιτάζει σαν στήλη άλατος. Αυτή λοιπόν ήταν « η τρελή»; Σαν μικρό κοριτσάκι ήταν με τα καστανά μαλλιά της πιασμένα χαλαρά στο πλάι. Μάτια μελιά. με καθαρό βλέμμα.
-Μυράνθη Καλλέργη, καλωσήρθατε
-Άγγελος Φωκάς, καλώς σας βρίσκουμε. Που να ξεφορτώσουμε;
-Στο πλάι έχει μια ξύλινη πόρτα , από εκεί παρακαλώ.
Αυτό το «παρακαλώ» ακούστηκε με μια απρόσμενη τρυφεράδα, σχεδόν ικετευτικά.
Ακολούθησαν συγνώμες για την λάθος παραγγελία και τυπικές κουβέντες για την αποπληρωμή.Αισθάνθηκε ξαφνικά πολύ καταβεβλημένος. Το ταξίδι, η απροσδόκητη αυτή γνωριμία. Ήθελε να φύγει όμως δεν το αποφάσιζε κιόλας. Του είπε ότι το Σάββατο ήταν τα εγκαίνια και τον «παρακάλεσε» να μείνει. Πάλι αυτή η λέξη. Ακούστηκε σαν μια γλυκιά προσταγή την οποία του αδύνατον να παρακούσει. Δεν ήθελε. Θα έμενε.
-Να μιλάμε στον ενικό Άγγελε;
-Νομίζω ότι έτσι πρέπει Μυράνθη.
Και αυτός ο ενικός αριθμός ήταν η αρχή.
Την Παρασκευή το βράδυ βγήκαν για φαγητό σε ένα ορεινό χωριό, με απίστευτη θέα προς το πέλαγος, και πιο μακριά ακόμα. Χωρίς ερωτήσεις. Γέμισε η καρδιά και η ψυχή εικόνες. Το φαγητό δεν το άγγιξε και του έκανε παράπονα. Δεν χόρταινε να τη βλέπει και να την ακούει να μιλά για τη ζωή που άφησε και για τη ζωή που ξεκίνησε. Τον έπιασε μια δυο φορές να την κοιτά επίμονα και τα μάγουλά της ρόδισαν. Σηκώθηκαν να φύγουν και τη συνόδεψε μέχρι το ξενώνα.
-Άγγελε;
-Ναι;
-Να σου δώσω μισό λεπτό κάτι για το αφεντικό σου. Αύριο με τις ετοιμασίες μπορεί να το ξεχάσω. Δεν είναι τίποτα. Μερικά κεράσματα από το χωριό, μέλι και κρασί. Έχω και για σένα. Όχι με ντόπιο κρασί όμως . Απ’οτι κατάλαβα σου φάνηκε λίγο βαρύ ε;
« Μελιαστό» του Σπυρόπουλου.Το έχεις δοκιμάσει;
Νόμιζε ότι οι φλέβες στα μηλίγγια του θα σπάσουν. Του θύμισε στιγμιαία ότι αύριο είναι η τελευταία μέρα. Μέλι, Μελιαστό, Μυράνθη. Όλα μέσα του ήταν ένα.
-Σ’ευχαριστώ, να τα πάρω αύριο καλύτερα; Εκτός από το « Μελιαστό» μου κίνησες την περιέργεια. Θα ήμουν αγενής αν σου ζητούσα να ανοίξουμε ένα μπουκάλι τώρα;
Ρόδισε πάλι. Απάντησε με ένα νεύμα και πήγε να φέρει δύο ποτήρια.
Ήχος βαθύς από το πώμα που άνοιξε. Μια έκρηξη αρωμάτων και όχι μόνο.
Πρώτη γουλιά. Δεύτερη.
Δεν άντεξε. Την τρίτη τη γεύτηκε από το στόμα της. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα. Στο κελάρι του σπιτιού, όρθιοι μπροστά στον παλιό αργαλειό, όλα έγιναν ένα.
-Ααχ…! Ένα ικετευτικό βογκητό βγήκε από το στόμα της. Κόλλησε πάνω του λες και ήθελε να του αφήσει ένα αποτύπωμα. του κορμιού της πάνω στο δικό του σώμα. Και του άφησε. Μπόλιασε τη καρδιά του με μέλι. Μια στιγμή έσκυψε πάνω του ν’ ακούσει την καρδιά του και πετάχτηκε. Φοβήθηκε από αυτό που άκουσε πριν προλάβει καν να το νοιώσει. Φοβήθηκε και αυτός. Εφυγε.
……………………………………………………..
Το καράβι έφτασε στη Σούδα. Πάλι. Σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος και να μη είχε περάσει μια εβδομάδα.
Έφτασε στο χωριό. Διέσχισε γρήγορα τον κήπο με τα ρόδα και μπήκε στον ξενώνα.
- Η κα Καλλέργη μήπως είναι εδώ; Ρώτησε την κοπέλα στην υποδοχή.
- Όχι. Συνοδεύει ένα γκρουπ στο Φραγκοκάστελο. Θα έρθει το βράδυ. Το όνομά σας;
- Φωκάς, Άγγελος Φωκάς.
- Ναι… νομίζω ότι έχει αφήσει κάτι για σας στο κελάρι.
- Στο κελάρι; Απάντησε με φωνή που μόλις ακουγόταν. Ευχαριστώ.
Με βήματα βαριά έφτασε μέχρι τη βαριά ξύλινη πόρτα. Την άνοιξε. Ξανά τα ίδια αρώματα. Ξανά η ίδια γλυκειά ζάλη. Πάνω στο κάθισμα του αργαλειού δυο μπουκάλια «Μελιαστό». Ένα γεμάτο και εκείνο που άφησαν μισό. Ανάμεσά τους ένας φάκελος.
Το σημείωμα βγήκε αργά, σχεδόν ηδονικά.
« Ηρθες Αγγελέ μου; Θα μείνεις να τελειώσουμε το μπουκάλι και ανοίξουμε το καινούργιο;»
Μυράνθη μου, υφάντρα της ψυχής μου, δεν έχω που αλλού να πάω πια.