ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ

Απριλίου 10, 2009

Η Καμπουρομάνα

Κατηγορίες: Συνταγές σαν Παραμύθια — thalassinimatia @ 9:42 μμ

giagia-portokali

Το κανονικό της όνομα ήταν Βαγγελή. Το’χε καημό  ο Ματιγομιχάλης που και το τρίτο του παιδί δε βγήκε αρσενικό και έδωσε στο κούτσικό του το όνομα του πατέρα του.

Η Βαγγελή φαινόταν από μικρή οτι δεν έμοιαζε με τις αδερφές της. Ήταν πιο γεροδεμένη από τη Φρόσω και τη Βασιλικούλα και ο Ματιγομιχάλης καμάρωνε ότι η κοπελιά του ήταν αντράκι. Την έπαιρνε μαζί του πότε στο αμπέλι πότε στο μιτάτο. Με τις αδερφές της δεν είχε πολλά πολλά. Εκείνες καθόντουσαν ολημερίς στην αυλή και παίζανε με δυο κούκλες πάνινες. Καημό το’χε η μάνα τους που δε φτάνανε τα γρόσια να αγοράσει στις κοπελιές της από ένα παιχνιδάκι . Έσκισε λοιπόν μια μέρα ένα αποφόρι , το γέμισε με μπαμπάκια, πήρε και λίγο κάρβουνο και έκανε τα φρύδια, τα μάτια και τη μύτη, ξεχώρισε και τα μέλη τους με κλώστη και τις έδωκε στις κοπελιές της. Μα της βγήκανε μόνο δυο. «Δεν πειράζει αναφώνησε, η Βαγγελή μου όλη τη μέρα είναι στα κτήματα που να βρει χρόνο για κούκλες.». Μα είχε γυρίσει νωρίς εκείνη τη μέρα η Βαγγελή και την άκουσε . Μπορεί να μην είχε χρόνο, αλλά την ήθελε τη κούκλα. Θα την έπαιρνε μαζί της στο αμπέλι και θα της έδειχνε πως το φροντίζουν. Μετά στο μιτάτο πως φτιάχνουν το τυράκι. Μα κυρίως την ήθελε γιατί καταλάβαινε αν και ήταν μόνο έξι χρονών, ότι μεγάλωνε πιο γρήγορα από τις αδελφές της.Καμάρωνε και λυπόταν συνάμα. Γιατί έβλεπε τα ξέγνοιαστα παιδικά χρόνια να την προσπερνούν χωρίς καν να την αγγίζουν.

Όλα γινόντουσαν πιο γρήγορα στη ζωή της λες και είχε βάλει στοίχημα με το χρόνο ποιος θα τερματίσει πρώτος.

Στα έντεκά της χάνει και τους δυό γονείς. Πήγαιναν στη χώρα να πουλήσουν τον καρπό και λίγο πριν το Σκαμνάκι ,κάτι είδε το άλογο και τρόμαξε. Αναποδογύρισε το κάρο και τους καταπλάκωσε. Τον πρώτο καιρό ήρθε μια μακρινή θεία τους να τους βοηθήσει μετά η Βαγγελή θέλοντας και μη, ανέλαβε να φροντίσει τις αδελφές της και ας ήταν μικρότερή τους τρία χρόνια. Την κοιτούσαν σαν χαμένες αλλά και με κάποια ανακούφιση γιατί ήξεραν ότι η αδελφή τους θα ήταν από εδώ και εμπρός το στήριγμά τους.

«Τι θα απογίνουμε τώρα Βαγγελή;Πως θα κουμαντάρουμε το χωράφι και τα ζώα; Πως θα τα βγάλουμε πέρα;» Σαν κοροϊδία της ακούστηκαν όλες αυτές οι ερωτήσεις. Αφού ήξεραν ότι άλλος να γνωρίζει από αυτά πέρα από εκείνη δεν υπήρχε. Οι λιγοστοί συγγενείς και φίλοι είχαν και αυτοί τις δικές τους έγνοιες.

Η Βαγγελή δεν τους απάντησε. Τις άφησε να μυξοκλαίνε στη μέση της αυλής κρατώντας σφιχτά στα χέρια τους τις πάνινες κούκλες. Και από εδώ και στο εξής λίγες ήταν οι κουβέντες μαζί τους. Αυτές ανέλαβαν τη πάστρα του σπιτιού που δεν ήτα δα και τόσο μεγάλο. Σιγά σιγά κουτσόμαθαν να μαγειρεύουν. Τουλάχιστον να βρει η μικρή ένα πιάτο φαγητό. Είχαν τύψεις που η αδερφή τους έκανε αυτά που θα έπρεπε αυτές να κάνουν ως μεγαλύτερες. Αλλά μόνο στην ιδέα οτι θα έπρεπε να καταπιαστούν με τα χώματα και τα ζώα τους έπιανε αναγούλα. Όταν τέλευαν τις δουλειές ασχολιόντουσαν με τα κεντίδια τους. Τα χάιδευαν με τα απαλά ακροδάχτυλά τους και καμάρωναν για τη τέχνη τους. Μα σαν άκουγαν το μάνταλο να τρίζει, τα έκρυβαν να μη τα δει η Βαγγελή.

Από τα χαράματα σηκωνόταν να πάει πρώτα να σιάξει τα ζωντανά και μετά να πάει στα χωράφια. Σκάλιζε με το τσαπάκι το μικρό στην αρχή που της είχε φτιάξει ο Ματιγομιχάλης και μετά με τη μεγάλη τσάπα. Ξεμάκραινε με μανία τα αγριόχορτα και τα ζιζάνια από τ’αμπέλια, και έβγαζε το άχτι της. Μετά πήγαινε ως το κάμπο να μαζέψει χόρτα. Αυτό για κάποιο λόγο της άρεσε πάρα πολύ. Το είχε μάλιστα για παιχνίδι. Έψαχνε για το χαμένο θησαυρό σε σημεία που μόνο εκείνη ήξερε. Εδω οι καυκαλίθρες, εκεί τα βλήτα, παρακάτω τα ραδίκια, πιο κάτω οι δρύλλοι και οι ζοχοί. Όλα τρυφερά και λαχταριστά. Γέμιζε τη ποδιά της και την έδενε σφιχτά. Μετά ζαλωνόταν με ξύλα και γύριζε σπίτι. Κάθε μέρα το ίδιο. Το κορμάκι της που ήταν πάνω στην ανάπτυξη άρχισε να καμπουριάζει με τόσο σκύψιμο.

cf81ceb1ceb4ceb9cebaceb9ceb1Πέρασαν χειμώνες δέκα και τίποτα δεν είχε αλλάξει για τη Βαγγελή. Οι αδερφές της βρήκαν γρήγορα γαμπρούς και κατέβηκαν στην πόλη και δεν τις ξαναείδε. Απόμεινε μονάχη στο πατρικό της, να μαζεύει ολημερίς χόρτα και να φροντίζει το μικρό μποστάνι. Πουλούσε χόρτα και καρπό στα γύρω χωριά. Οι νοικοκυρές ζητούσαν βλαστάρια από τα δικά της. Άλλο τρόπο να ζήσει η Βαγγελή δεν είχε. Ακόνιζε το μαιχαράκι της, έπαιρνε και ένα τορβά και πήγαινε στο κάμπο. Ήταν εικοσιενός χρονών και η πλάτη της κοίταγε πιο πολύ τη γη παρά τον ουρανό μα αφού δεν τη πόναγε δεν τη ένοιαζε και πολύ.Μήπως θα γύριζε κανείς να την κοιτάξει..

Είχε αλλάξει η Βαγγελή. Από τότε που έφυγαν οι αδερφές της σαν να ανάσανε λίγο. Τώρα δεν είχε παρά τον εαυτό της να φροντίζει, θα μπορούσε να περνά και με λιγότερα. Από τότε που έφυγαν οι γονείς τα μαύρα δεν έβγαλε. Σαν μικρό κορίτσι τα μαύρα ρούχα τόνιζαν τα λυπημένα της μάτια και εκείνο το «γιατί» που κρεμόταν στην άκρη των χειλιών της έμοιαζε μαχαιριά στο στήθος. Τώρα το σκούρο χρώμα, τόνιζε ακόμα πιο πολύ τη λευκή της επιδερμίδα και και έκανε τα μαύρα της μαλλιά να λαμποκοπούν στον ήλιο και το μαύρο φόρεμά της να φαίνεται ακόμα πιο θαμπό . Μα να μην έγερνε τόσο και θα έβρισκε σίγουρα γαμπρό και ας ήταν και από τους φτωχούς φτωχότερη. Καμία δεν μπορούσε να την παραβγεί στην αξιοσύνη και στο νοικοκυριό.

Μια μέρα η Βαγγελή πήγε ένα πιάτο χόρτα τσιγαριαστά και ένα κομμάτι χορτόπιτα στη παπαδιά και μετά γύρισε σπίτι. Έλειπε ο Παπά Μανώλης για ένα μνημόσυνο στο διπλανό χωριό και άκουσε πως ήταν άρρωστη η παπαδιά του. Την αγαπούσε  η Βαγγελή γιατί πολύ της είχε σταθεί όταν έφυγαν οι γονείς της και η παπαδιά όμως που δεν είχε δικά της παιδιά, πολύ το λυπόταν αυτό το κούτσικο που ανέλαβε άδικα τόσα βάρη. Εκείνες τις μέρες ο παπάς φιλοξενούσε και έναν ανιψιό του από τα Κορακιανά. Όμορφο παλικάρι ο Στρατής και προκομμένος. Δούλευε την πέτρα με μεγάλη τέχνη από μικρός και ήταν ένας από τους πιο γνωστούς κτιστάδες στη πέρα χώρα. Στο χωριό είχε κατέβει να φτιάξε το μαντρότοιχο του παπά Μανώλη που είχε αρχίσει να πέφτει στις άκρες. Οικογένεια δεν είχε κάνει , και τα προξενιά δε τα θελε με τίποτα. Ήθελε να καρδιοχτυπήσει πρώτα για τη κοπελιά και όχι να τη παντρευτεί από ζόρι.

-«Κόπιασε καλό μου να βάλεις μια μπουκιά στο στόμα σου και αύριο μέρα είναι πάλι.», του είπε παπαδιά, και του έβαλε μπροστά του ένα καλό κομμάτι κρέας, και τα χόρτα της Βαγγελής.

Ο Στρατής παραμέρισε το κρέας, και έβαλε μπροστά του το πήλινο κιούπι με τα χόρτα που άχνιζαν ακόμα. Όταν τα δοκίμασε νόμισε πως μπήκε μέσα σένα ολάνθιστο περβόλι.

- « Γειας τα χεράκια σου θεία μου! Τέτοια χόρτα δεν έχω ματαφάει!»

- « Δεν τα έφερα εγώ γιόκα μου μα μια γειτονοπούλα η Βαγγελή που ξέρει να μαζεύει τους καλύτερους βλαστούς και ……»

-Θεία μου μην αρχίζεις πάλι τα προξενιά να χαρείς! Καλά να’ναι η κοπέλα, νόστιμα έχει μαγειρεμένα και τα χορταράκια αλλά ως εκεί»

-Καλά γιε μου , ούτως ή άλλως δεν κάνει για σένα η παντέρμη.

Ο Στρατής κοίταξε με περιέργεια τη θεία του. Λίγο η νοστιμιά του φαγητού, λίγο τα λόγια της  θείας, του κίνησαν το ενδιαφέρον να μάθει περισσότερα για αυτή τη κοπέλα με το περίεργο όνομα.

-Και γιατί δεν κάνει για μένα; Εκτός από τα χορταράκια που είναι από τα πιο νόστιμα που έχω φάει , τι άλλο έχει; Μήπως  δε βάζει καλό λόγο στο στόμα της;

-Όχι παιδί μου τι είναι αυτά που λες! Πιο καλό και πονόψυχό πλάσμα από τη Βαγγελή δεν υπάρχει.

-Μήπως είναι πολύ πλούσια και δεν θα καταδεχτεί έναν τεχνίτη σαν εμένα;

-Πλούσια στη ψυχή της είναι Στρατή μου αλλά εκτός από ένα μικρό αμπέλι δεν έχει ούτε ένα δεύτερο φόρεμα να βάλει. Όλη μέρα με τη γη ανακατεύεται και προσπαθεί να τα βγάλει πέρα μοναχή της

-Ε τότε τι έχει; Καλός άνθρωπος και άξια γυναίκα μου φαίνεται γιατί να μην μου αρέσει ;Μήπως είναι βλογιοκομμένο το πρόσωπό της σαν της Κατινιώς;

Είδε και απόειδε η παπαδιά με τις ερωτήσεις του Στρατή και έκατσε και του είπε όλη την ιστορία της Βαγγελής. Ο Στρατής όσο άκουγε τόσο λαχταρούσε να τη γνωρίσει και καθόλου δεν τον ένοιαζε αυτό το πρόβλημα που είχε. Την αγάπησε πριν καν τη δει από κοντά.

Με την ευχή και την ευλογία του παπά Μανώλη ο Στρατής την έκανε γυναίκα του τη Βαγγελή  η οποία  δε πίστευε ότι θα’ρχόταν ποτέ η μέρα που θα΄χε δίπλα της ένα άντρα σαν τον Στρατή. Τέσσερα παιδιά τού χάρισε και με τα χρόνια γέμισε αυλή τους εγγόνια και δισέγγονα. Η χαρά της ήταν να πηγαίνει μαζί τους στο κάμπο και να τους δείχνει με υπομονή πως να μαζεύουν τα πιο τρυφερά βλαστάρια. Από μακριά ξεχώριζε η μορφή της, σαν να αγκάλιαζε ταυτόχρονα τη γη και τα παιδιά της. Και από τότε φώναζαν τη Βαγγελή και Καμπουρομάνα μα εκείνη καθόλου δεν την ένοιαζε γιατί από αγάπη άρχισε να κοιτά πιο πολύ τη γη παρά τον ουρανό και όσα της πήρε μια φορά η ζωή , της τα έδωσε πίσω διπλά και τρίδιπλα.

 ………………………….

horta_499

Η αφορμή για αυτή τη παραμυθοσυνταγή στάθηκαν δυο «χορταρούδες», μεγάλες σε ηλικία στο απέναντι χωράφι. Εκείνη την ώρα μιλούσα με την καλή μου την Αρτάνις, oπότε  της είπα ότι η επόμενη παραμυθοσυνταγή με άρωμα ελληνικής-εντάξει κυρίως κρητικής-  θα της ανήκει ολοκληρωτικά και ελπίζω το άρωμά της να έφτασε μέχρι εκεί κάτω!

Η φωτό δεν είναι δικιά μου. Η πιατέλα είναι πολύ πιο εντυπωσιακή με όλα τα καλούδια που περιγράφω παρακάτω. Εχω σκοπό να το φτιάξω από εβδομάδα οπότε θα την ανανεώσω.

 Στη Κρήτη αγαπάμε πάρα πολύ τα χόρτα. Μα πάρα πολύ όμως. Ένας τρόπος μαγειρέματος είναι και το ελαφρύ τσιγάρισμα. Μετά τα σερβίρουμε σε μια μεγάλη πιατέλα, και βάζουμε στην άκρη 2-3 πατάτες βραστές, ντομάτες ψητές, λειωμένες πάνω σε μερικές κριθαροκουλούρες και μετά δουλεύουν τα πηρούνια!  Χορταίνει και το μάτι και το στομάχι πιστέψτε με! 

Υλικα:  2 κιλά χόρτα (βλίτα, στύφνο, ζοχούς)

6µικρά κολοκύθια
4 πατάτες (τις βράζουμε χώρια)
1 µατσάκι άνηθο ψιλοκοµµένο,
5 φρέσκα κρεµµυδάκια ψιλοκοµµένα
2 ξερά κρεµµύδια ψιλοκοµµένα
3 μεγάλες ντοµάτες.  Τη μια την κόβουμε σε µέτρια κομμάτια και την χρησιμοποιούμε στο φαγητο. Τις άλλες της ψήνουμε.

1 χούφτα πράσινες ελιές

Λάδι, νερό, αλάτι, πιπέρι, λεμόνι, πιπέρι

 Προετοιμασία 

Σοτάρουµε για 5 λεπτά στο ελαιόλαδο τα κρεµµύδια, τον άνηθο, την ντοµάτα και τις ελιές. Προσθέτουµε το νερό τα αφήνουµε να βράσουν για 10 λεπτά και στη συνέχεια προσθέτουµε τα χόρτα και τα κολοκύθια, το αλάτι και το πιπέρι. Σκεπάζουµε την κατσαρόλα και τα αφήνουµε να σιγοβράσουν περίπου 25 λεπτά, ανακατεύοντας και προσθέτοντας νερό αν χρειαστεί.

 

Μαρτίου 31, 2009

H πιο όμορφη κορφή

Κατηγορίες: Συνταγές σαν Παραμύθια — thalassinimatia @ 12:56 μμ

mont_blanc_sunset

Είχε πολύ καιρό να συναντήσει μια γυναίκα σαν τη Μαρία. Η μάλλον συναντούσε συχνά αλλά τις απέφευγε όπως ο διάολος το λιβάνι. Μετά τον χωρισμό του με τη Δάφνη, δεν ήθελε να μπλέξει σε κάτι πιο βαθύ. Tου είχε κοστίσει πολύ αυτή η σχέση.

Ωραίες οι αγάπες και τα λουλούδια για όσο κρατούν αλλά εκείνος είχε περάσει σε άλλη φάση τώρα. Ήθελε να περνά απλώς καλά, χωρίς δεσμεύσεις. Τα πράγματα στο γραφείο είχαν μπει πια σε μια σειρά. Είχε προσλάβει έναν ασκούμενο που ήταν αστέρι, είχε επιστρέψει και η Αλεξάνδρα από την άδεια εγκυμοσύνης και τώρα μπορούσε να δραπετεύει συχνότερα από τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις. Να συναντηθεί με φίλους σε κανένα ταβερνάκι, να πάει σινεμά Παρασκευή βράδυ και το σαββατοκύριακο στάνταρ έπαιζε εκδρομή εκτός των τειχών. Ολοήμερη ή διήμερη αναλόγως τη διάθεση και την παρέα.

Προτιμούσε το βουνό από τη θάλασσα. Θα μπορούσε κάλλιστα να μένει σε ένα ορεινό χωριό. Δεν τον πείραζε να χάσει κάποιες από τις ανέσεις της πόλης αν ήταν να βρει την προσωπική του ηρεμία. Ευελπιστούσε ότι αν η δουλειά πήγαινε καλά όπως τώρα , θα μπορούσε σε μερικά χρόνια να ανακαινίσει το πατρικό του πατέρα του στο χωριό. Μετά τον χωρισμό του με τη Δάφνη, αυτό το σχέδιο πήγε πίσω. Και ότι αποταμιεύσεις είχε μέχρι στιγμής έφυγαν σε δυο μεγάλα ταξίδια που ήθελε να κάνει από παλιά.

Τον Γενάρη πήγε με τον Μάρκο στη Κούβα. Το είχε καημό να επισκεφθεί αυτό το νησί όσο ήταν εν ζωή ο Φιντέλ γιατί μετά όλα θα κατέρρεαν όπως του έλεγε ο φίλος τους που είχε συνάψει κάποιες επαγγελματικές σχέσεις εκεί. Μετά τον απόλυτο εξωτισμό και τις σμαραγδένιες παραλίες , επιβαλλόταν μια βουνίσια απόδραση αλλά όχι η οποιαδήποτε. Ο Χάρης έκανε από έφηβος αλπινισμό.

Οι γονείς του με πολλές στερήσεις κατάφεραν να τον στείλουν στο Αμερικάνικο Κολέγιο. Παρέμεινε όμως ένα προσγειωμένο παιδί, παρόλο το χλιδάτο περιβάλλον . Δεν αποζήτησε ποτέ τις παροχές που οι γονείς των συμμαθητών του τους χάριζαν απλόχερα. Μόνο με το σκι κόλλησε μετά από μία εκδρομή με το σχολείο στην Ελβετία. Μαγεύτηκε από τον λευκό όγκων των βουνών. Από τη διασπορά τους ανάμεσα στη Γαλλία, την Ιταλία, την Αυστρία, την Ελβετία και τη Γερμανία. Η κάθε χώρα διεκδικούσε και από μια κορυφή. Το έβαλε λοιπόν σκοπό μέχρι τα σαράντα του να κατακτήσει μια μια όλες τις κορφές.

Και να που έφτασε η στιγμή. Το αεροπλάνο άφηνε ήδη πίσω του την κεντρική Ιταλία. Ο Χάρης είχε κολλήσει το πρόσωπό του στο τζάμι. Ο Μάρκος δίπλα του κοιμόταν.Μα εκείνος που  να κλείσει μάτι. Δεν χόρταινε να κοιτάει από ψηλά το βουνό. Σαν άλλος χαρτογράφος, είχε απομνημονεύσει τη κάθε ράχη, τη παραμικρή χαράδρα. Και τώρα να, στο βάθος αχνοφαίνονταν ο στόχος του. Ο ένας από τους δύο που είχε θέσει στον εαυτό του. Να πατήσει τη ψηλότερη κορφή των Αλπεων. To Mont Blanc. Αν το κατάφερνε θα ήξερε και πως να πλησιάσει τη Μαρία. Ηταν για αυτόν μια άλλη πρόκληση για κατάκτηση.

Ηταν διαφορετική από τις άλλες γυναίκες που είχε γνωρίσει. Περήφανη και ευαίσθητη με βλέμμα τόσο λαμπερό όσο ουρανός που σκέπαζε τις Άλπεις. Λάθος λένε πως είναι άβυσσος η ψυχή της γυναίκας. Με βουνό θα πρέπει να τη παρομοιάζουν. Άλλο χαμηλό και άλλο ψηλό. Με περισσότερες ή λιγότερες δύσκολες κορφές. Που άλλοτε αξίζει να προσπαθήσεις να τις κατακτήσεις και άλλοτε όχι.

Το Mont Blanc ορθωνόταν τώρα κάτω από το παράθυρό του περήφανο και επιβλητικό πασπαλισμένο με ολόλευκο χιόνι σαν άχνη ζάχαρη και όπως η Μαρία σε προκαλούσε να το κατακτήσεις και να ……

το γευτείς!

 Μια παραμυθοσυνταγή με κάστανα που ζήτησε το Μαράκι μου.

Την έφτιαξα πάλι για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Φωτογραφία όμως δεν κράτησα. Σας βάζω μερικές ενδεικτικές από το Internet οι οποίες φυσικά ωχριούν μπροστά στο δικό μου αριστούργημα!

Μη τη φοβάστε τη συνταγή . Είναι πολύ πιο εύκολη οπόσο νομίζετε.Αν σας φαίνεται πολύ κουραστικό να καθαρίσετε και να βράσετε τα κάστανα, κυκλοφορούν στο εμπόριο και σε γυάλινο βάζο.

mont-blanc

marrons

 Υλικά :

1 κιλό κάστανα

1 ποτήρι νερό

2 βανίλιες

1 ποτηράκι κρασιού κονιάκ

1 κουταλιά κακάο

2 ποτήρια ζάχαρη

500 ml Κρέμα γάλακτος και όση ζάχαρη άχνη θέλετε για τη σαντιγί.

Σιρόπι σοκολάτας (προαιρετικά)

3-4 ολόκληρα κάστανα για διακόσμηση

 Εκτέλεσηα)Ρίχνετε τα κάστανα, αφού τα χαράξετε, σε μια κατσαρόλα μαζί με νερό που να τα σκεπάζει. Βράζετε σε σιγανή φωτιά μέχρις ότου τα κάστανα μαλακώσουν. Τα ξεφλουδίζετε αφαιρώντας και την εσωτερική φλούδα. (αν έχετε αγοράσει έτοιμα κάστανα πάτε κατευθείαν στο επόμενο βήμα)
β)Πολτοποιείται τα κάστανα με μια μιας ξύλινη κουτάλα Βράζετε το 1 ποτήρι νερό με τη ζάχαρη σε σιρόπι για 3′-4′. Το αφήνετε να κρυώσει και το ρίχνετε στον πουρέ από κάστανα. Ανακατεύετε καλά και προσθέτετε τη βανίλια, το ρούμι και το κακάο.

Το βάζετε στο ψυγείο για 10 λεπτά περίπου να σφίξει.

γ) Παλιά είχαμε στο σπίτι μια μηχανή του κιμά, και όταν έφτιαχνε η γιαγιά το γλυκό, περνούσε τον πουρέ από τη μηχανή και έπεφτε σε ωραία «σκουλικάκια» όπως έλεγα μικρή. Τώρα προσπαθήστε με τα χέρια σας να φτιάξετε ένα βουναλάκι.

δ) Φτιάχνετε τη σαντιγί και την ρίχνεται από πάνω.

Τοποθετείτε μερικά ολόκληρα κάστανα γύρω γύρω για διακόσμηση και προαιρετικά ρίχνετε λίγο σιρόπι σοκολάτας. 

Eναλακτικά , μπορείτε να σερβίρετε τον πουρέ από κάστανα σκέτο με μια μπάλα παγωτό βανίλια όπως στη φωτογραφία! Επίσης πολύ ωραίος συνδυασμός.

Καλή σας επιτυχία!

Ιανουαρίου 26, 2009

Dona Panoraia

fairy-3-1

Είναι φίλες εδώ και λίγα χρόνια, νοιώθουν όμως σαν να γνωρίζονται από παλιά.

Μπορεί σε μια άλλη εποχή, τα αρχοντόσπιτά τους να ήταν δίπλα το ένα στο άλλο σε κάποια παλιό βενετσιάνικο καντούνι. Θα έβγαιναν κάθε πρωί βόλτα στην αγορά συνοδευόμενες πάντα από τις παραμάνες τους, να διαλέξουν υφάσματα , αρώματα ,και καλλυντικά προσώπου. Από αγνά υλικά όμως που απλά θα αναδείκνυαν τη φυσική τους ομορφιά και δε θα τη σκέπαζαν.

Έξω από το μαγαζί του Τζανέτου συναντούσαν συνήθως και την έταιρη φιλενάδα τους τη Dona Maria μια κοπέλα εκπληκτικής μεσογειακής ομορφιάς και χάρης με μαύρα εβένινα μαλλιά και μάτια σε σύγκριση με τηDona Dulci και τη Dona Panoraia που είχαν πιο ανοιχτά χρώματα. Έμπαιναν πάντα χαμογελαστές και οι τρεις στο μαγαζί ενώ έξω περίμεναν καρτερικά οι νόνες τους.

Την προσοχή τους αμέσως τράβηξαν τα νέα προϊόντα από γάλα και βανίλια που θα ταίριαζαν περίφημα και στις τρεις αλλά κυρίως στη Dona Panoraia όπως τόνισε με ιδιαίτερο ύφος εκείνη τη μέρα ο Τζανέτος.

Τα είχε μόλις παραλάβει με το πρωινό πλοίο από ένα συνάδελφό του από τη μακρινή Προβηγκία. Κρητικός και αυτός είχε βρει τρόπο να χωθεί σε μια φράγκικη γαλέρα και να φτάσει μέχρι τη Μασσαλία και από εκεί όπως μπορούσε μέχρι τα μενεξεδένια λιβάδια όπως περιέγραφε στον Τζανέτο. Τα λιβάδια με τις λεβάντες που έδιναν χρώμα μενεξεδί σε όλη τη περιοχή.

Εκεί ο Αστέριος έμαθε τη τέχνη να φτιάχνει αποστάγματα λεβάντας για αρώματα, να τα αναμειγνύει με άλλα υλικά και να φτιάχνει πομάδες και σαπούνια. Του άρεσε όμως να πειραματίζεται και έτσι χρησιμοποιώντας τα άρτια εξοπλισμένα εργαστήριά τους, έφτιαξε μια μέρα μια καταπληκτική κρέμα με βάση το γάλα, αρωματισμένη ελαφρά με βανίλια και κανέλα. Πραγματικά θαυματουργή όπως και η κρυφή αγάπη του για τη Dona Panoraia. Kάθε που καταπιανόταν με ένα καινούριο προιόν, σκεφτόταν πρώτα αν θα ταίριαζε στη καλή του, αν θα αναδείκνυε τη μοναδική της ομορφιά. Ηθελε λοιπόν να φτιάξει ένα προϊόν μοναδικό που θα του έδινε και το όνομά της. Κάπως έτσι λοιπόν έφτιαξε και την κρέμα αυτή, γιατί του θύμισε την τελευταία φορά που είχε επισκεφτεί το αρχοντικό της πριν φύγει, τάχα για να δώσει μια αλοιφή στη μητέρα της για τη ξηροδερμία. Σαν στάθηκε λίγο δίπλα του για να πάρει το  βαζάκι με την αλλοιφή, αισθάνθηκε να τον πλυμμυρίζει ένα  γλυκό άρωμα βανίλιας και κανέλας. Αγγιξε με τ’ακροδάχτυλά του τα  πάλλευκα χέρια της και αισθάνθηκε μια ανύπωτη ζεστασιά να τον διαπερνά. Και από τότε το γλυκό της  άρωμα  τον ακολουθούσε παντού….

……

ελπίζω και εσάς ….

Με μεγάλη χαρά λοιπόν η Dona Dulci σας παρουσιάζει τη συνταγή μιας πεντανόστιμης και εύκολης μπουγάτσας, αυτή της καλής της φίλης Donas Panoraia!

Αφιερωμένο εξαιρετικά στη Dona Panoraia και στη Dona Maria!

υγ.Οσοι νέοι φίλοι και φίλες αναρωτιούνται τι εστί Dona Dulci ας διαβάσουν εδώ την αρχή των παραμυθοσυνταγών!

img_0600 

Υλικά:

1 πακέτο φύλλο κρούστας

1 ½ λίτρο γάλα (από αυτό κρατάτε ένα ποτήρι)

1 ½ κούπα ζάχαρη

½ κούπα σιμιγδάλι ψιλό

½ ανθός ορίζυς

3 βανίλιες

Καλαμποκέλαιο για το άλλειμα των φύλλων

Ζάχαρη άχνη και κανέλα για πασπάλισμα

 Εκτέλεση

 Αλείφουμε ένα πυρέξ με το πινέλο και βάζουμε στρώση στρώση τα μισά φύλλα αφού τα περάσουμε με λίγο λάδι με το πινέλο.  Tις άκρες που περισσεύουν, τις κόβουμε λίγο και τις γυρνάμε προσ τα μέσα.

Ζεσταίνουμε το γάλα και ρίχνουμε μέσα: τη ζάχαρη, τις βανίλιες και τέλος το σιμιγδάλι με τον ριζάλευρο (αυτό είναι και το μυστικό υλικό που δίνει τη μοναδική γεύση). Ανακατεύουμε μέχρι να γίνει μια σχετικά σφιχτή κρέμα. Αν δούμε ότι έχει πήξει πολύ ρίχνουμε λίγο από το ένα ποτήρι γάλα που έχουμε κρατήσει.

Ρίχνουμε τη κρέμα στο πυρέξ και βάζουμε και τις υπόλοιπες στρώσεις από τα φύλλα. Χαράσσουμε και ραντίζουμε με λίγο νερό για να γίνει το φύλλο πιο κριτσανιστό. Ψήνουμε σε φούρνο που έχουμε προθερμάνει στους 170ο περίπου μέχρι να ροδοκοκκινίσουν τα φύλλα. Αφού κρυώσει λίγο, πασπαλίζουμε με άχνη ζάχαρη και κανέλα.

Δεκεμβρίου 10, 2008

Του ονείρου σου το πρωινό- Breakfast in your dream bed (συνεχίζεται)

rate

Έχεις αυτό το χαμόγελο αγαλλίασης που μου αρέσει.

Από τα παιδικά σου χρόνια. Τότε που γύριζες στα στενοσόκακα με τα υπόλοιπα χαμίνια. Τα γόνατα μονίμως γδαρμένα αλλά δε σε ένοιαζε καθόλου. Γυρνούσες στο σπίτι με κόκκινα μάγουλα και έτρεχες κατευθείαν στη κουζίνα να προλάβεις τα νέα της παρέας στη μάνα. Να την αφήσεις να μαντέψει τις σκανταλιές σου πριν τις εκμυστηρευτείς εσύ ο ίδιος με εκείνο το πονηρό γελάκι που την έκανε να προσπαθεί με κόπο να γίνει αυστηρή.

Η χαρά σου ήταν όταν μαγείρευε χοιρινό με πατάτες στο φούρνο. Σε εκείνη τη πήλινη γάστρα του παππού. Και είχε από δίπλα ζυμωτό ψωμί που άχνιζε αγάπη. Αχ αυτό το ζυμωτό καρβέλι! Εσύ ήθελες να το πρωτοκόψεις. Για να μουσκέψεις το πρόσωπό σου από τα αρώματά του. Να διαβάσεις την ιστορία αγάπης που βρίσκεται μέσα στο γλυκό αυτό νεφέλωμα.

Και μετά  χορτάτος στη ψυχή και στο στομάχι, έπεφτες για ύπνο στο παλιό ράντζο. Δεν πετούσες καν τα κόμικς κάτω , που είχες αφήσει μισοδιαβασμένα από το προηγούμενο βράδυ. Αγκαλιά με τους αγαπημένους σου ήρωες ταξίδευες στο κόσμο του ονείρου και της φαντασίας. Και είχες το ίδιο χαμόγελο όπως τώρα.

Δεν σε ξυπνώ. Κατεβαίνω αθόρυβα στη κουζίνα να σου ετοιμάσω πρωινό. Παραδοσιακό και απέριττο όπως ξέρω ότι σου αρέσει. Θέλω να ακουμπήσω το δίσκο στο περβάζι δίπλα σου. Θα σου βάλω και ένα κλώνι από βασιλικό σε ένα ποτήρι. Θέλω να ξυπνήσεις μόνος σου από τα αρώματα. Από το φρεσκοφτιαγμένο καφέ σε εκείνη τη μεγάλη πήλινη κούπα που σου αρέσει να γεμίζει τη παλάμη σου. Από το χωριάτικο ψωμί που έχω ζεστάνει λίγο για να γεμίσουν οι πόροι του πιο εύκολα από φρέσκο βούτυρο. Το τζάκι ακόμα σιγοκαίει. Ανακατεύεται  και αυτό με τη μυρωδιά του ψωμιού. Και δίπλα ανοιχτό, ένα μικρό βαζάκι μαρμελάδα μήλο από εκείνη τη παλιά συνταγή που έχω. Με μπόλικα μπαχάρια που ντύνουνε ευχάριστα τη τραγανή  του σάρκα .

Και αν τίποτα απ΄’ολα αυτά δε σε βγάλει από το όνειρο που βλέπεις, θα σε αφήσω να κοιμηθείς και άλλο. Άρωμα θα γίνω για σένα και θα ανακατευτώ με όλες τις μυρωδιές που αγαπάς. Θα χωθώ διακριτικά στο όνειρό σου για να ξυπνήσουμε παρέα …

……………………..

cebcceb1cf81cebcceb5cebbceacceb4ceb1-cebcceb7cebbcebf

Ορίστε και η συνταγή της μαρμελάδας για όποιον έχει χρόνο και όρεξη να φτιάξει. Είναι εύκολη συνταγή και πολύ ιδιαίτερη σαν γεύση. Την έφτιαχνε η γιαγιά μου στην Αίγυπτο και την τροποποίησα ολίγον τι. Είχα χρόνια να τη φτιάξω και ψάχνοντας προχτές στο παλιό σημειωματάριο της γιαγιάς την ξαναβρήκα και σας την παραδίδω με αγάπη.

Υλικά για 3 βαζάκια:

8 κόκκινα μήλα (όχι πολύ ώριμα)
5 φλυτζάνια ζάχαρη
½ φλυτζάνι καστανή ζάχαρη
2 φλυτζάνια νερό
1 φλυτζάνι χυμό λεμόνι ( για να μη μαυρίσουν τα μήλα)
½ φλυτζάνι χυμό πορτοκάλι
Ξύσμα από μισό πορτοκάλι
2-3 φέτες πορτοκάλι
2 κουταλιές της σούπας κονιάκ
κανέλα σκόνη και ξυλαράκια κανέλας
γαρίφαλο.
ένα μικρό τούλι για να φτιάξουμε ένα πουγγάκι

Εκτέλεση:

Καθαρίζουμε τα μήλα και βγάζουμε από το κέντρο τα κουκούτσια. Τα κόβουμε σε μικρά κυβάκια και τα ραντίζουμε με το χυμό λεμονιού για να μην μαυρίσουν. Το κεντρικό αυτό κομμάτι με τα κουκουτσάκια δεν το πετάτε!Προσοχή! Το βάζετε μέσα σε ένα πουγκάκι από τούλι και θα το ρίξετε μέσα στη κατσαρόλα με τα μήλα. Το μέρος αυτό του μήλου έχει πηκτίνη και τη θέλουμε για να δέσει η μαρμελάδα.

Βάζουμε την κατσαρόλα στη φωτιά με το νερό και ρίχνουμε τα μήλα και το πουγκάκι. Ρίχνουμε και τα μπαχαρικά μας.

Μόλις μαλακώσουν τα μήλα, τα αφαιρούμε από τη κατσαρόλα, τα αφήνουμε να κρυώσουν και τα πολτοποιούμε. Προτιμώ σιγά σιγά με το πιρούνι παρά με το μπλέντερ. Να κρατάει λίγο από τη σάρκα.
Προσοχή: Το νερό δεν το έχουμε πετάξει.! Αφαιρούμε το πουγκάκι.
Ρίχνουμε πάλι μέσα τα μήλα και προσθέτουμε τη ζάχαρη, το πορτοκάλι (χυμό, ξύσμα φέτες) και το κονιάκ. Βράζουμε,ανακατεύουμε και ξαφρίζουμε … μέχρι να δέσει η μαρμελάδα. Αφαιρούμε το ξύλο κανέλας και αφήνουμε να κρυώσει.

Μετά σειρά έχουν τα βαζάκια ( τα οποία έχουμε αποστειρώσει σε βραστό νερό)  και η διακόσμηση της συσκευασίας. Εγώ απ’έξω κολλάω συνήθως ένα ξύλο κανέλας με λίγα ξερά λουλούδια. Από πάνω πανάκι καρό και το δώρο του δώρου είναι έτοιμο!

Δεκεμβρίου 1, 2008

Δίδυμη απόλαυση

Κατηγορίες: Παραμύθια, Συνταγές σαν Παραμύθια, Χωρίς Τίτλο — thalassinimatia @ 10:10 μμ

cinnamon_by_unikate

-Tι έγινε βρε Κωστή , πολύ προβληματισμένο σε βλέπω! Παίζει τίποτα.;
- Άσε …. ένα πράγμα θα σου πω. Χτύπησα δίδυμες!
-Μα τι λες τώρα; Πως έγινε αυτό;
- Τι να σου πω τώρα …. ούτε και εγώ το κατάλαβα και σίγουρα δε το επεδίωξα. Αλλά φαίνεται ο καλός ο θεός με λυπήθηκε, ένα χρόνο τώρα χωρίς να παίζει τίποτα το ενδιαφέρον και ξαφνικά….
-Για πες πως τις γνώρισες; Πως είναι;
- Δεν είναι από εδώ. Το καλοκαίρι στην Ικαρία σε ένα μπαράκι, γνώρισα τη μια από αυτές από κοινό γνωστό που τις φιλοξενούσε στο σπίτι του. Μόλις την είδα έμεινα. Ξεχώριζε μέσα στο κόσμο. Ενα πραγματικά εξωτικό λουλούδι … από το Μεξικό. Η γλυκιά μου Isabella.
-Από το Μεξικό; Μα τι λες τώρα.!
-Ήθελε λέει να έρθει καιρό στην Ελλάδα, γνωρίστηκε με κάποιους μέσω facebook και ήρθε να μας κατακτήσει! Η κοπέλα είναι από άλλο κόσμο … τι να σου πρωτοπεριγράψω. Τα κυματιστά καστανοκόκκινα μαλλιά της, το γατίσιο εβένινο βλέμμα της και μια μελαμψή και απαλή επιδερμίδα έτοιμη να τη φας!Δεν την εύκολο όμως να τη πλησιάσω. Σε τραβούσε σαν μαγνήτης , σε καλούσε κοντά της με μια ανεπαίσθητη κίνηση του χεριού της , με ένα βλέμμα διερευνητικό αλλά όταν πλησίαζες πολύ σου έβαζε φρένο. Δεν σε άφηνε να τη χορτάσεις. Θυμάμαι μια μέρα είχαμε πάει με τη βάρκα του Μιχάλη στις Σευχέλλες. Της είχε φανεί περίεργο που μια ελληνική παραλία τη έλεγαν έτσι. Προσπάθησα να της εξηγήσω ότι η Ελλάδα είναι γεμάτη με πανέμορφες παραλίες εξίσου τροπικές. Καθίσαμε μαζί μέχρι αργά. Είχαμε ανάψει φωτιά και είχε αρχίσει να κάνει λίγο ψύχρα. Με άφησε να την αγκαλιάσω και να της δείξω τ’αστέρια και τις ελληνικές τους ονομασίες. Μεταξύ Πούλιας και Αυγερινού …. νομίζω είχα ήδη λιώσει στην αγκαλιά της. Τι να σου πω … δεν μου έχει ξανασυμβεί γυναίκα να με οδηγεί …. το απόλαυσα μα με φόβισε κιόλας.

- Α ρε τυχεράκια. Καλά και δε σου είπε ότι είχε έρθει με την αδερφή της;
- Όχι, δεν είπε τίποτα γιατί η Μiranda δεν είχε έρθει ακόμα στο νησί. Κατέβηκε μια εβδομάδα μετά. Θυμάμαι είχε ένα φοβερό αέρα εκείνο το βράδυ. Δεν μπορούσες να σταθείς καθόλου. Ανεβαίνοντας για Αγ.Κήρυκο την βρήκα να περιμένει στη στάση του Λεωφορείου. Η ομοιότητα ήταν τέτοια που δεν κατάλαβα κάτι διαφορετικό. Μόνο μια αυθόρμητη γλυκύτητα που με ξάφνιασε. Σταμάτησα και τη ρώτησα αν θέλει να την ανεβάσω στο χωριό. Μου έγνεψε θετικά και μου χάρισε το πιο γλυκό της χαμόγελο. Τη ρώτησα αν θα βρεθούμε το βράδυ και μου απάντησε ότι για πρώτο ραντεβού είμαι πολύ απότομος αλλά θα το σκεφτόταν. Πρώτο ραντεβού, μα τι λέει και τόσες μέρες και νύχτες μαζί με ποιον ήταν ; Την άφησα στο σπίτι και πήγα στο φαρμακείο για να αγοράσω μια ασπιρίνη. Το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει.

Μέχρι της δώδεκα δεν είχε δώσει σημεία ζωής. Άρχισα να ετοιμάζομαι για τη βραδινή έξοδο. Ήμασταν καλεσμένοι σήμερα στο σπίτι του Μιχάλη. Ομορφο σπίτι. Ψηλά στον Αγ.Κύρηκο με ανεμπόδιστη θέα. Τη βρήκα να κάθεται στο πεζούλι δίπλα από τ’αγιόκλημα. Σε περίμενα μου είπε. Με πήρε από το χέρι και με οδήγησε σε ένα πέτρινο παγκάκι δίπλα στο πηγάδι. Αρχίσαμε να μιλάμε όπως ποτέ αυτές τις μέρες. Ήταν πολύ προσιτή, πρόσχαρη, με άφηνε να τη πλησιάσω χωρίς εμπόδια. Άλλος άνθρωπος. Το πρωινό μας βρήκε αγκαλιά στο δωμάτιό μου. Ξύπνησα νωρίτερα και χάζευα το σώμα της. Βελούδινο. Ξαφνικά πρόσεξα στον αριστερό μηρό της ένα σημάδι . Ένα τατουάζ που απεικόνιζε μια μικρή μέλισσα. Περίεργο σκέφθηκα. Πότε πρόλαβε και το έκανε;

Μετά το πρωινό μας, ξεκινήσαμε για την παραλία Νας. Μια ιδιαίτερη παραλία στην οποία καταλήγει ο ποταμός Χάλαρης. Επιτρεπόταν και ο γυμνισμός …ευκαιρία να τη ρωτήσω σκέφθηκα.
-Μωρό μου πότε πρόλαβες και έκανες το τατουάζ;
-Τι εννοείς; Το έχω εδώ και δύο χρόνια.
-Μα πως αφού τη Δευτέρα δεν το είχες καρδιά μου. Τόσο πολύ να είχα μεθύσει με τα νάζια σου που να μην το πρόσεξα;
-…… τη Δευτέρα δεν είχα φτάσει Ικαρία.!!! Ήμουν ακόμη στην Αθήνα!
-Ιsabella θα με τρελάνεις!
-…. Δεν είμαι η Ιsabella! Η Μiranda είμαι, η Ιsabella είναι η δίδυμη αδερφή μου!

Περιττό να σου πω ότι έγινε πανικός και πόσο άβολα αισθάνθηκα. Βρέθηκα ερωτευμένος με δυο μοναδικές γυναίκες. Η μια σε καλούσε κοντά της αλλά δεν σε άφηνε να τη χορτάσεις. Την περιέβαλε ένα μυστήριο που σε έκανε να θες να τη κατακτάς ξανά και ξανά. Η άλλη είχε την ικανότητα να σε φέρει κοντά της στο λεπτό και να σου παραδοθεί χωρίς όρια. Και ήταν τόσο γαλήνιο αυτό…

Γαμώτο! Αφού έχουν ένα σώμα., είναι φτιαγμένες από κοινά συστατικά δεν μπορούν να γίνουν ένα;
……………………….
Βεβαίως και μπορούν σε ένα σουφλέ σοκολάτας. Ολίγην bitter σοκολάτα η οποία δεν είναι για χόρταση, δε σε λιγώνει., μαζί με λίγη σοκολάτα γάλακτος για να έρθει μια γλυκιά ισορροπία.
Μια παραμυθοσυνταγή εμπνευσμένη από τη σαββατιάτική βόλτα και μια καλή ικαριώτισα φιλενάδα! Tefaline un grand morceau pour toi chérie!

img_0404

Υλικά:
4 αυγά
120 γρ. αλεύρι
200 γρ. ζάχαρη
150 γρ. Κουβερτούρα και 50 γρ. Σοκολάτα γάλακτος (πιο απλά, πακέτο και μισό σοκολάτα υγείας Παυλίδη και μισό Lacta)
200 γρ. βούτυρο
Λίγο κονιάκ και προαιρετικά ξύσμα πορτοκαλιού. Ζάχαρη άχνη για πασπάλισμα.

Εκτέλεση:
1. Λιώνουμε μαζί την σοκολάτα και το βούτυρο σε μπεν μαρί.
2. Χτυπάμε τα αυγά με τη ζάχαρη.
3. Προσθέτουμε τη λιωμένη σοκολάτα με το βούτυρο, και ρίχνουμε το αλεύρι κοσκινιστά. Προσθέτουμε λίγο κονιάκ και  ξύσμα πορτοκαλιού.
4. Βάζουμε το μίγμα σε καλά βουτυρωμένη φόρμα και ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 170-180 βαθμούς για 15 λεπτά περίπου.
Σερβίρουμε με άχνη ζάχαρη. Κρέμα γάλακτος αν έχουμε , φράουλες αλλά… επειδή εγώ δεν είχα τίποτα απ’ολα αυτά, έβαλα μια κουταλιά μαρμελάδα φράουλα από πάνω, ένα ξυλάκι κανέλας για άρωμα και ροδέλες σοκολάτας. Το πασπάλισα με άχνη ζάχαρη και κακάο. Εt voilà!

Καλή σας όρεξη!

Μαΐου 10, 2008

Oι πλεξίδες της αγαπώς

 

( Painting by Pierre Auguste Renoir)

- « Ήντα θα γίνει βρε Στρατή; Θα μας επείς καμιά μαντινάδα, Γιάντα νομίζεις πως σε φωνάξαμε απόψε!

- Δεν είμαι εγώ για μαντινάδες, χαθήκανε ούλες από το νου μου. Αφήστε να πιω μια ολιά ρακή και ν’απογυρίσω.

- Δεν έχεις να πάεις πουθενά! Φώναξε ο παπά Μανώλης που είχε έρθει στα κέφια με τη ρακή και τους μεζέδες. Πάντρευε μεθαύριο τη πρωτοκόρη και ήτονε μες τις χαρές. Ξεκίνα τις κοντυλιές Σηφαλιό και θα του έρθει και του κακορίζικου να τραγουδήσει.

Eτσι και έγινε. Χάιδεψε απαλά στην αρχή το δοξαράκι τις χορδές και όντε αρχίνιξαν να μιλούν, μίλησε και το μαράζι του Στρατή:

« Αν αρχινίσω και τα πω τα πάθη μου τραγούδια

η μαύρη γης θα μαραθεί, δε βγάζει μπλιο λουλούδια,

 θα πα να φύγω να χαθώ μακριά από τσι δικούς μου

και θα’μαι εγώ στη ξενιτιά, μ’αλλού θα ‘ναι ο νους μου»

 -Παντρειές έχουμε μεθαύριο βρε Στρατή, πολύ σεβνταλίδικες οι μαντινάδες σου!

-Αυτές έχω ! Αν σας αρέσουν αν όι, ξιά σας! Και δίνει μια   στο σκαμνάκι που ήτονε μπροστά του και πάει και χτυπά πάνω στο κακορίζικο τον κάτη. Κλαψούρισε το ζωντανό από το πόνο και πετάχτηκε όξω σαν σίφουνας.

-Ήντα σου φταίξε το ζωντανό μωρέ Στρατή! Δεν πειράζει κάτσε στο παρεάκι μας άκουε  τσι δικές μας μαντινάδες.

-Παπα Μανώλη καλύτερα να γαΐρω σπίτι. Δεν είμαι εγώ  για γλέντια και κακό θα σας εκάμω. Να σου ζήσει η κοπελιά και θα τα πούμε στο γάμο.

Με  ένα σάλτο ήτονε κιόλας στα μέσα της αυλής. Μαντιλόδεσε σφιχτά το κροσσωτό μαντίλι μήπως και σιγάσουν οι σκέψεις και ζυγοστάθηκε στη πόρτα να πάρει αέρα. Τυραννιότανε  ποιον δρόμο να πάρει , αυτό που τον έβγαζε αμέσως έξω από το σπίτι του ή να περιπλέξει πάλι του νου και να κατηφορίσει πίσω από το σπίτι του Παπα Μανώλη….

Μέχρι να ξεκαθαρίσει τις σκέψεις του, τα ζάλα του τον οδηγούσαν όπου ορμήνευε η καρδιά του. Ανάθεμα το αφηνιασμένο το σκυλί, σκέφτηκε ο Στρατής Αν δεν ήτονε σύντροφος καλός επάνω στο μιτάτο το χειμώνα, σιγά μη τον κυνήγαγε σ’ούλο το χωριό να τον εβρεί! Αναθεμάτο για ζωντανό, όλο το χωριό γύριζε για να το ξετρυπώσει και αυτό όλο και ξεμάκρυνε, μα κάτεχε αυτό που πήγαινε….

Τονε βρήκε να κρύβεται σε μια τρύπα από ένα μικρό τοιχαλάκι που εχώριζε το υποστατικό από το κυρίως σπίτι. Και εκεί που ετοιμαζόταν  να αποδέσει το ζωντανό και να γαίρει μυρμίδισε ο νούς του, το σώμα του ολόκληρο. Ανάμεσα στις αγριοσυκιές αχνοφαίνοταν μια κόρη από το παραθύρι, που ξέμπλεκε τα μαλλιά της και  γλυκοτραγουδούσε:

« Πέρνα σαΐτα μου γοργή, με το ψιλό μετάξι,

Σαν βρω τον αγαπώ,να βρει χρυσά να αλλάξει»

Παραπάτησε ο Στρατής και του φύγε πάλι το ζωντανό μα αλλού ήτονε πια ο νους του. Όσο ξέμπλέκε η κόρη τα μαλλιά τόσο έμπλεκε εκείνος  και χωρίς  να το σκεφτεί αχνοτραγούδησε μια μαντινάδα:

« Ήθελα να’μαι φάδι σου και τ’άσπρο το στημόνι,

Κι όταν ξομπλιάζεις μοναχή, να μη σε αφήνω μόνη».

Έπεσε το χτένι της κοπελιάς από το χέρια, τίναξε πίσω τα  μεταξωτά μαλλιά της και έκλεισε γοργά το παραθύρι. Δεν μπορεί όνειρο θα’ταν σκέφτηκε, θα παράκουσα. Το ίδιο σκέφτηκε και ο Στρατής γιατί παρόμοια ομορφιά και χάρη δεν είχε αντικρίσει.

Εδώ και ένα μήνα λοιπόν κάθε βράδυ στεκότανε κάτω από τις αγριοσυκιές και αντάλλαζε μαντινάδες με τη κοπελιά του. Μυαλό δεν είχε το πρωί όντε ήτονε στο αμπέλι μόνο παρακαλούσε να περάσει γρήγορα η ώρα να πάει να βρει την αγαπώ του. Ένα βράδυ  κατέβηκε στον κήπο η κοπελιά να γνωρίσει  τον νιο που την τυραννούσε  με τις γλυκές απιλογές του. Χάθηκε στην αγκάλη της ο Στρατής  στα σγουρά μαλλιά της και στη γλυκιά ανασαιμιά της. Κατερινιώ την λέγανε και ήρθε με τους δικούς της για το γάμο της ξαδέρφης της Λενιώς της κόρης του Παπα Μανώλη. Μετά το γάμο θα εγάιρε στο Ρέθεμνος.

Πόνος βαθύς ριζώθηκε στη καρδιά του Στρατή γιατί όσο  πλησίαζε ο γάμος , πλησίαζε και ο αποχωρισμός από την αγαπώ του. Για αυτό δεν είχε όρεξη για χαρούμενες μαντινάδες όντε τον κάλεσε ο Παπα Μανώλης.

Έφτασε πάλι  κάτω από την αγριοσυκιά μα το παραθύρι ήτονε καλά σφαλισμένο και σκοτεινό. Μάταια περίμενε ο  Στρατής να φανεί το Κατερινιώ. Μα καθώς κίνησε  να φύγει, είδε ένα μικρό μποξαδάκι στη ρίζα του δέντρου. Το πήρε στα χέρια του σαν να τανε μωρό παιδί και το άνοιξε προσεχτικά. Πάνω σε λίγα πορτοκαλόφυλλα ήτονε μερικά πλεξιδωτά κουλούρια και ένα μικρό χαρτάκι που έγραφε:

« Αν θέλεις να  σ’αγκαλιάζουνε δυο χρυσές πλεξίδες

Ζήτα να γίνω ταίρι σου αλλιώς ξεχνά ποτέ πως μ’είδες»

Έτσι ήταν το σωστό να γίνει. Αναθάρρησε ο Στρατής και εγάιρε πίσω στο σπίτι του Παπα Μανώλη. Ζήτησε την ευχή και τη βοήθεια του και αν όλα  πήγαιναν καλά το χωριό θα’χε διπλή γιορτή  μεθαύριο.

Έτσι και έγινε. Γιόμισε η πλατεία κόσμο που έδινε τα συχαρίκια  στα νιόπαντρα ζευγάρια. Και όντε αρχίξανε οι χοροί  ο Στρατής έχαρισε στην αγαπώ του, τις πιο ωραίες μαντινάδες:

«Όμορφη που ‘σαι μάτια μου κι ο ήλιος σε ζηλεύει
Κι όντε προβάλεις και σε ιδεί πάει και βασιλεύει
Με το γλυκό σου το φιλί στον ουρανό ανεβαίνω
Με τσ’ αγγέλους ομιλώ και πάλι κατεβαίνω
Μπερδε και μπερδε και μπερδέ
Και μπερδεμένο μ’ έχεις
Και εις στα σγουρά σου τα μαλλιά
Περιπλεμένο μ’ έχεις»

 ………..

 Σημειώσεις:

Όλες οι μαντινάδες εκτός από το ραβασάκι της Κατερινιώς ανήκουν σε  διάφορους καλλιτέχνες.

Γαΐρω: γυρίζω

Ο κάτης : η αρσενική  γάτα

Η αγαπώ:   η κοπέλα που αγαπά ο νέο. Αντίστοιχα , « ο αγαπώ»

Τα ζάλα : τα βήματα

 ……….

 Πορτοκαλοπλεξούδες

 Υλικά: 1 ποτήρι βούτυρο, 1 ποτήρι ζάχαρη, 2 κρόκους, 1 ποτήρι γάλα, ξύσμα από ένα πορτοκάλι, 1 κουταλιά baking powder,  κανέλα, γαρίφαλο, λίγο κονιάκ και 5 ποτήρια αλεύρι.

 Εκτέλεση: Δουλεύουμε το βούτυρο με τη ζάχαρη καλά και προσθέτουμε τους κρόκους, το ξύσμα, τα κανελογαρίφαλα. Ρίχνουμε σιγά το αλεύρι  στο οποίο έχουμε βάλει το baking powder και ρίχνουμε εναλλάξ γάλα και κονιάκ. Φτιάχνουμε μια μαλακή ζύμη και πλάθουμε τα κουλουράκια. Αλείφουμε με αυγό και ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο  για 20 λεπτά περίπου στους 180οC.

 ………….

Μάλλον πριν   το Πάσχα έπρεπε να ανέβει αυτό το ποστ, αλλά εγάιρε ο κύρης μου από το χωριό προχτές και μου έφερε και ένα κλώνι πορτοκάλια και  θυμήθηκα τα δικά μου! Επανήλθε και η έμπνευση γιατί είχα κολλήσει το τελευταίο διάστημα!

Μαρτίου 25, 2008

Silver Lady

Κυριαρχούσε στο μυαλό και στο σώμα του τον τελευταίο καιρό. Την είχε ξεχωρίσει από νωρίς από τo κοπάδι των υπόλοιπων θηλυκών που έκαναν κάθε βράδυ περαντζάδα μπροστά του λαχταρώντας ένα του βλέμμα, μια λέξη.

Αυτή τίποτα. Πιανόταν αγκαζέ με τις φιλενάδες της και άλλαζε δρόμο. Μα  πριν καλά καλά ξεμακρύνει είχε προλάβει να μπολιάσει με το άρωμά της  το γιαλό του.

Ασημένια, την φώναζε γιατί τα μάτια της είχαν το χρώμα της αντανάκλασης του φεγγαριού στο νερό. Και αυτή χανόταν γρήγορα στ’ασημένια νερά πριν καν προλάβουν να ανταλλάξουν μια λέξη, ένα βλέμμα αλλιώτικο. Αυτό το βλέμμα της σιωπής που λέει πολλά. Και εκείνη ήξερε τι ήθελε. Παιχνίδι του μυαλού ήταν όλο αυτό και ήθελε να αιχμαλωτίσει το δικό του χωρίς να κουνήσει το μικρό της δαχτυλάκι.Που να’ξερε όμως οτι θα έπεφτε στην ίδια της τη παγίδα.

Είχε πεισμώσει για τα καλά όμως τώρα εκείνος. Νάζια σ’αυτόν; Τσαλιμάκια ήθελε το θηλυκό , θα τα’χε λοιπόν! Να δούμε πόσο θα άντεχε! Δεν θα του χαλούσε μια ζωή τον ύπνο του η δεσποινίς!Να χρωματίσει ασημιά τα όνειρά του ήθελε και θα το κατάφερνε έστω και με το ζόρι!

Έβαλε λοιπόν σε εφαρμογή την επομένη το ύπουλο σχέδιό του. Πλεύρισε μια από τις φιλενάδες και την προσκάλεσε για μπάνιο. Έτσι η Ασημένια έμεινε μόνη της να παίζει στην ακροθαλασσιά με τα κύματα χωρίς να δείξει το παραμικρό ίχνος φανερής δυσαρέσκειας, γιατί από μέσα της……. Και για τις επόμενες μέρες συνεχιζόταν  λοιπόν το ίδιο σκηνικό.

Άτιμη γυναίκα!Κάνεις την ανέμελη τάχα μου μα εγώ ξέρω ότι με την άκρη του ματιού σου ψάχνεις να μας εντοπίσεις. Μα έχουμε πάει στα βαθειά εμείς , πίσω από τα βράχια και δεν φαινόμαστε. Έτσι για να δεις πως είναι να τριβελίζεται το μυαλό από λαχτάρα και αγωνία!

Το βράδυ η Ασημένια δεν είχε όρεξη να πάει με τους υπόλοιπους. Μια η φίλη της που της έλειπε και ήταν μόνη ή …. την ενοχλούσε που ήταν μαζί του; Αυτό παραήταν! Όχι και να  τη νοιάζει τώρα και ο Μορφονιός!Και όμως. Έπιανε το νου της μερικές φορές να τον σκέφτεται. Αμάν βραδιάτικα αυτό της έλειπε τώρα! Κατέβηκε προς τη θάλασσα πέταξε τα ρούχα της και άρχισε να κολυμπάει. Δεν είχε φόβο αυτή. Η καλύτερη του κοπαδιού ήταν και βρέθηκε να κολυμπά στο δρόμο που χάραζε η πανσέληνος στο κύμα. Κουράστηκε σε μια στιγμή και κάθισε να ξαποστάσει στο αναγύρισμα ενός βράχου, σ’ένα μικρό ξερονήσι.

Εδώ θα πρέπει να φέρνει ο Μάκης τη φιλενάδα της σκέφτηκε. Ξάπλωσε στα βότσαλα και περίμενε να επανέρθει η ανάσα της. Είχε  και την επιστροφή και έπρεπε να κρατήσει δυνάμεις. Το φεγγάρι ολόγιομο απάνω της έδινε  και έπαιρνε χρώμα από  τα μάτια της.

Γέμισε τα πνευμόνια της θαλασσινό αέρα και έπεσε πάλι στη θάλασσα. Μα στο μακροβούτι της  έπεσε επάνω σε  ένα μαλακό εμπόδιο.

Βγήκε στη επιφάνεια τρομαγμένη μη μπορώντας να αρθρώσει λέξη. Αποπροσανατολίστηκε μα πριν προλάβει να κάνει οτιδήποτε βρέθηκε στην αγκαλιά του.

-Εσύ εδώ;Μα πως;

-Ασημένια μου εδώ είμαι κάθε βράδυ και σε περιμένω να φανείς.

-Εμένα περιμένεις;Και η φιλενάδα μου τότε;

-Τίποτα δεν συμβαίνει. Τα’χαμε συμφωνήσει για να σε πικάρουμε λίγο.

-Ώστε έτσι ε; Άτιμε θα… μα πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη πρότασή της είχε προλάβει  να της σφραγίσει το στόμα μ’ένα φιλί. Επιτέλους την είχε στην αγκαλιά του, στο νερό μέσα στο στοιχείο τους χωρίς να τους χωρίζει τίποτα πια. Βγήκαν πάλι έξω στα βότσαλα και άρχισε να τη γεμίζει με χάδια και φιλιά, ένα σώμα που άφηνε το δικό του μοναδικό αποτύπωμα στην άμμο. Την έκανε δική του και παντρεύτηκαν  σ’εκείνη τη αμμουδιά …..

Η Ασημένια Σαρδελίτσα με τον Μάκη Ασημάκη Σαρδελίτσα!

Έλα βρε που δεν καταλάβατε ότι πρόκειται για συνταγή όλο αυτό;Αφού ξέρετε ότι εγώ αλλιώς τις σερβίρω!!Και  τις παντρεύω!Ορίστε ένας νηστίσιμος ουζομεζές

ΣΑΡΔΕΛΕΣ ΠΑΝΤΡΕΜΕΝΕΣ

Υλικά

1 κιλό σαρδέλες

2 σκελίδες σκόρδο

1 πράσινη πιπεριά

Μαϊντανός

Κάππαρη

Αλάτι, πιπέρι πράσινο

Εκτέλεση

Πλένουμε καλά τις Ασημένιες μας, και αφαιρούμε τη ραχοκοκαλιά και το κεφάλι. Σ’ένα μπολάκι έχουμε ψιλοκόψει όλα τα παραπάνω υλικά.

Παίρνουμε μια μια Ασημένια την ανοίγουμε καλά και τοποθετούμε λίγο από το μίγμα των υλικών. Από πάνω της ξαπλώνουμε μια άλλη σαρδέλα.

Και έσονται εις σάρκα μιαν !

Λαδώνουμε και αφήνουμε το ζεύγος να χαρεί τον έρωτά του για 15 λεπτά περίπου και μετά βουρ για τα κάρβουνα!

Θέλει 7-10 λεπτά περίπου η κάθε πλευρά. Σερβίρουμε με ψιλοκομμένο μαϊντανό και λεμονάκι μυρωδάτο!

Να σας ζήσουν!

Φεβρουαρίου 9, 2008

Τα χρυσά πουγγιά

 

(Θέα του Φραγκοκάστελλου από τους Κομιτάδες) 

Κάνει κρύο πολύ εδώ πάνω στο μιτάτο μα η θέα από τα ριζώματα μαγευτική. Ο Γκίγκιλος γητευτής του αέρα, ρίχνει ματιά σπαθάτη κάτω στο οροπέδιο του Ομαλού, ελέγχει τα σημεία των καιρών. Τοπίο ζωντανό  και απροσκύνητο και αν είχε μιλιά  θα εξιστορούσε  για τα ποτισμένα με αίμα κυπαρίσσια, για τους ασφεντάμους και το αρισμαρί που κουβαλούν το άρωμα της επανάστασης και της ελευθερίας. Ρίζες ποτισμένες με αίμα και πόνο μα και με αγάπη και όνειρα.

Γι’ αυτό του άρεσε του Κωνσνταντή να ανεβαίνει στο μιτάτο. Για να παίρνει μια γεύση από γέννηση και από δημιουργία. Για την αγάπη που τα γεννά όλα αυτά. Τη βροχή που θα ποτίσει το τόπο. Τα ζωντανά που ψάχνουν για  τη νοτισμένη βοσκή. Τ’αρώματα της φασκομηλιάς και της ρίγανης που ποτίζουν  το γάλα και μετά εδώ στο μιτάτο να ανιχνεύει όλα τα αρώματα που  αναδεύονται  και ωριμάζουν σε ψάθινα καλάθια.

Μακάρι να υπήρχαν μαγικά πουγκιά  και να κλείδωνε μέσα όλα αυτά τα αρώματα και να τα κουβαλούσε μαζί του. Μα που να τη βρει τη μαγεία όμως αυτή σήμερα, και αν την έβρισκε θα φοβόταν μην του κλέψουν. Δεν φυλακίζεται εύκολα όμως αυτή, στη φύση ολόγυρα ξαναγυρνά για να πλανέψει και πάλι.

Θυμήθηκε λοιπόν ο Κωνσταντης μια ιστορία που του έλεγε ο παππούς, όταν πήγαινε μικρός μαζί του στο μιτάτο. Γύρω από μια καλά στημένη φωτιά και λίγο μαρουβά για το κρύο, ζωντάνευαν οι θρύλοι και οι παραδόσεις, ξεπηδούσαν οι νεράιδες και τα ξωτικά από τις φλόγες και αγκάλιαζαν το νου. Σε μια από αυτές τις βεγγέρες λοιπόν του μίλησε και ο παππούς για τα Χρυσά Πουγγιά και το μαγεμένο  νέο: 

-Και ήτονε γιομάτα χρυσάφι  παππού;

-Γιάντα το λέεις αυτό μικιό μου; Μα δεν έναι μονάχα ο χρυσός που αξίζει.

-Κι αμ ήντα’χε μέσα παππού και δεν εμίσευγε το κοπέλι ;

-Αγάπη είχανε μέσα. Δεν ήτονε μόνε η μυζήθρα και η κανέλα για το άρωμα. Μήδε το μέλι από αρισμαρί. Μα ήτονε κλεισμένη μέσα η αγάπη της κοπελιάς απού τα΄χε καμωμένα. Με αγάπη και φροντίδα άνοιγε το φύλλο τζη και το γιόμιζε με μυζήθρα. Λίγο λίγο το έσταζε το κροκάδι από πάνω για να χρυσίσουν και μετά αχνόριχνε και μια ολιά σουσαμάκι. Μοσκοβόλαγε ο τόπος, και  που να μισέψει το κοπέλι μετά. Γιόμιζε το βουργιάλι του με το θησαυρό τση κοπελιάς του και εξεκίνα για τις μαδάρες. Κοντά την είχανε τη κοπελιά εκειά στις λέσκες απού ήτονε το δικό του μιτάτο. Καλιά το΄χε να του κλέψουνε τ’αγρίμια του παρά τα πουγγιά τση  κοπελιάς του. Γιατί θα ήτονε σαν να του εκλέβανε την αγάπη του. Οντε τελειώνανε λοιπόν οι προμήθειες γλακούσε τσι Μαδάρες σαν το κρι κρι   κι εγάιρε  κοντά της για να πάρει  το θησαυρό τζη πάλι.

Άμε να δεις τώρα αν εγίνει  η μυζήθρα για να πέψουμε τση γιαγιάς σου να μας  εφτιάξει και εμάς.

Με αυτή την αγάπη μεγάλωσε ο Κωσταντής, για τα στοιχειά της φύσης που σαν ενωθούν, κοντά τους δεν στέκει ούτε ο χρυσός.

Γλωσσάρι:

Γκιγκιλος: βουνοκορφή των Λευκών Ορέων

Μιτάτο: παραδοσιακό τυροκομείο στα βουνά

Μαρουβάς: κόκκινο κρασί πολλών ετών

Μισεύγω:  φεύγω, εγκαταλείπω

Βουργιάλι: σακίδιο κρητικού βοσκού

Λέσκες:απόκρημνα βουνά όπου καταφεύγουν τ’αγρίμια

Γλακώ: τρέχω γρήγορα

Γαΐρω: ξαναγυρνώ, επιστρέφω

Οι αγαπητοί συμπατριώτες και συμπατριώτισσές μου ας μου συγχωρέσουν τυχόν λάθη στο κομμάτι με τη κρητική διάλεκτο μια και μου είναι πιο εύκολο να τα μιλώ παρά να τα γράφω. 

 

 ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΠΟΥΓΓΙΑ ή ΚΑΛΛΙΤΣΟΥΝΙΑ ΑΝΕΒΑΤΑ

Υλικά: 2κιλά αλεύρι, ι ποτήρι ελαιόλαδο, 4 αυγά, 1 ποτήρι ζάχαρη, 100 γραμ.μαγια, 3 ποτήρια γάλα.

Για τη γέμιση: 2 κιλά μυζήθρα, 2 κρόκοι αυγών, ½ ποτήρι ζάχαρη, κανέλα, ξύσμα απο λεμόνι, 4 κουταλιές μέλι.

Διαλύουμε τη μαγιά σε 1 ποτήρι χλιαρό νερό γάλα, προσθέτουμε λίγο αλεύρι και ζάχαρη να γίνει ένας πηχτός χυλός και αφήνουμε το προζύμι να ανέβει.Κατόπιν σε μια μεγάλη λεκάνη δουλεύουμε το λάδι , τη ζάχαρη, το υπόλοιπο γάλα, τα αυγά χτυπημένα και στο τέλος το προζύμι. Τα ζυμώνουμε όλα μαζί και προσθέτουμε σιγά το υπόλοιπο αλεύρι. Το αφήνουμε στην άκρη να φουσκώσει. Ανακατεύουμε τα υλικά της γέμισης απαλά για να γίνουν μια κρέμα. Ανοίγουμε τη ζύμη και κόβουμε σε τετράγωνα κομμάτια. Τοποθετούμε μια κουταλιά γέμιση και διπλώνουμε το φύλλο προς τα μέσα.Τα αφήνουμε πάλι λίγο να ανέβουν καλά, τα αλείφουμε με αυγό,πασπαλίζουμε με σησάμι και τα ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο μέχρι να ροδίσουν. 

 

(photos by Wolfgang Kistler)

Φεβρουαρίου 3, 2008

Ηγγικεν η ώρα

Κατηγορίες: Συνταγές σαν Παραμύθια — thalassinimatia @ 8:55 μμ
Tags:

 

Ξεγλιστράς εύκολα. Δεν είναι εύκολο να σου πάρει κανείς κουβέντα αν δεν το θες πραγματικά. Πάντα το συμφέρον σου κοιτάς. Άτιμη! Μα ξέρω εγώ γιατί. Φοβάσαι. Να μην μάθουν τι κρύβεις μέσα σου, μην το ανακαλύψουν και στο κλέψουν.  Τι να σου κλέψουν την ψυχή; Δεν γίνεται έτσι εύκολα αυτό. Να  τη γνωρίσουν θέλουν,να μοιραστούν κομμάτια σου. Δώσε και εσύ τίποτα! Τι τα κρατάς όλα μέσα σου πια; Άνοιξε καμιά πόρτα να μπει λίγο φως!

Τι με κοιτάς έτσι, αφού ξέρεις ότι έχω δίκιο αλλά εσύ εκεί …. να ρίχνεις μια ματιά κάρβουνο αναμμένο, να θολώνεις τα νερά και να φεύγεις. Άντε να δω  με αυτή τη τακτική τι θα καταλάβεις. Τι έχεις να κερδίσεις  με όλο αυτό το μελανό σκοτάδι γύρω σου! Άσε αυτό το βλέμμα, δεν πιάνει σου λέω σε μένα. Να με πάρεις αγκαλιά; Όχι, βέβαια, για να με γλυκάνεις, να μου χαϊδέψεις τα μαλλιά και μετά να την κάνεις; Σουπιάαα εσύ! Ατύχησες και έπεσες στα δίχτυα μου. Ηγγικεν η ώρα σου να μπεις και στο τσικάλι μαζί με πορτοκάλι! 

Υλικά: 1 κιλό σουπιές φρέσκες,λάδι,1 1/2 φλιτζάνι  ροζέ κρασί (κατά προτίμηση Μελιαστο του Σπυρόπουλου, όχι μόνο επειδή του έχω αδυναμία αλλά και επειδή έχει μια πορτοκαλένια εσάνς),1 μάτσο μάραθα, λωρίδες από φλούδα πορτοκαλιού, 1-2 φέτες πορτοκάλι, μερικές πράσινες ελιές, αλάτι, πιπέρι, κόκκους από πράσινο πιπέρι.

Εκτέλεση:Σε μια κατσαρόλα βάζουμε  τις σουπιές καθαρισμένες μαζί με δύο φλιτζάνια νερό,το κρασί και τις πορτοκαλόφλουδες, Τις αφήνουμε να βράσουν σε χαμηλή θερμοκρασία για 25 λεπτά και να πιουν το ζουμί τους. Προσθέτουμε το ελαιόλαδο, τα μάραθα,το πορτοκάλι,λίγο νεράκι ακόμα αν χρειάζεται, τις ελιές και ψήνουμε για 20 ακόμα λεπτά με κλειστό το καπάκι της κατσαρόλας. Μόλις μαλακώσουν οι σουπιές αλατοπιπερώνουμε, ανακατεύουμε σκεπάζουμε με το καπάκι και σιγοψήνουμε για ακόμα 20 λεπτά.

Η συνταγή αυτή είναι αφιερωμένη σε όλους εσάς που έρχεστε στο νησί μου και διαβάζετε τις ταπεινές συνταγές μου, τις σκέψεις μου, τα θαλασσοσκορπίσματά μου.

Ενα μεγάλο μπράβο στη Μαρία Νικολάου, στη Γωγώ Πακτίτη και στους υπόλοιπους  συμμετέχοντες του βιβλίου “Εικονική λογοτεχνία και ποίηση”, του οποίου η παρουσίαση έγινε την Παρασκευή 1 Φλεβάρη στη αίθουσα Παρνασσός. Ενα μοναδικό ταξίδι στην ποίηση με υπέροχες μελωδίες για συνοδεία.Καλή συνέχεια παιδιά!

 

Τέλος ένα μεγάλο ευχαριστώ στη κα Ελένη Γκίκα για την τιμή που μου έκανε να παρουσιάσει το blog μου στο ένθετο της Εφημερίδας Εθνος.Eίμαι σίγουρη οτι πολύ από εσάς αξίζουν πολύυ περισότερο. Αλλά και στη Ρίτσα Μασούρα για την αγάπη και υποστήριξή της. Σας ευχαριστώ πολύ . (το πλήρες κείμενο θα το βρείτε εδώ)

Με αγάπη  Μαρίνα, η Θαλασσινή σας

Ηγγικεν η ώρα

μαζί με τη σουπιά  και για αυτή την αποκάλυψη!   

Ιανουαρίου 20, 2008

Η βάρκα του Δημητράκη

 

Βυθίζεται ο ήλιος σιγά σιγά και ετοιμάζεται να παραδώσει τη θέση του στον ουρανό στη αδελφή του Σελήνη. Απάνεμη είναι σήμερα η θάλασσα, χαϊδεύει απαλά τα βράχια στο μικρό λιμάνι του χωριού. Τα φώτα ανάβουν ένα ένα , αστεράκια μικρά που φεγγοβολούν σαν να κατέβηκε ο ουρανός στη στεριά.

Μα σε ένα σπιτάκι στην άκρη του χωριού δυο λυχναράκια φεγγοβολούν πιο δυνατά. Στη κουζίνα η μάνα ετοιμάζει το φαγητό. Μικρή κουζίνα μα καλοσυγυρισμένη .Δυο τρία ράφια με λιγοστά μαγέρικα και ένας μικρός πέτρινος πάγκος.  Ένας μαστραπάς για νερό ή κρασί ανάλογα και το λαίνι με το λάδι.

Στη μέσα κάμαρα κοιμάται o Δημητράκης. Κοιμάται και ονειρεύεται να  γίνει και εκείνος ναυτικός σαν τον κύρη του. Μόνο που εκείνος θα έχει το δικό του βαπόρι και θα το ονομάσει «Μυρτώ» σαν τη  κόρη της κυρίας Ανθούλας απέναντι. Και όταν θα τελειώσει το σχολείο θα τη κλέψει τη Μυρτώ, θα μπούνε στη βάρκα ένα βράδυ και θα φύγουν μακριά να γνωρίσουν τόπους μακρινούς και παραμυθένιους …..

Σάμπως είχε πιάσει ποτέ στα χέρια του παραμύθι ο Δημητράκης. Που λεφτά για τέτοια. Δεν έφταναν τα χρήματα που τους έστελνε ο πατέρας. Φέτος πέντε χρονώ κοπέλι και θα έπρεπε να πάει στο σχολειό μα δεν περίσσευαν χρήματα για σάκα και βιβλία. Καημό το είχε η μάνα του  μα δεν γινόταν αλλιώς. Εκείνο τα βράδυ λοιπόν αγνάντευε ο Δημητράκης από το παραθύρι τις βαρκούλες που αχνοκουνιόντουσαν στα βράχια. Κάθε βράδυ στο ίδιο πόστο στεκότανε. Αφού δεν είχε τι άλλο να κάνει, αγνάντευε και ταξίδευε με του νου.

-Δημητρό μου έλα να φάεις για θα κρυώσει ! Έλα και σου έχω το αγαπημένο σου σήμερα. Δεν άντεχε η μάνα που έβλεπε το κοπέλι της έτσι σαν ονειροπαρμένο να κυκλοφορεί από το πρωί, έκανε δυο τρία μεροκάματα παραπάνω και αγόρασε λίγο κιμά, δυο τρεις πατάτες, έβγαλαν και οι ντοματιές δυο ρόδινες το πρωί και εντάξει.

-Έλα να σε χαρώ, θα σου πω και ένα παραμύθι. Άκουσε για παραμύθι το μικιό, γουργούριζε και λίγο η κοιλίτσα του και σηκώθηκε. Σαν είδε στο τραπέζι το πιάτο με τους κιοφτέδες να πλέουν μες τη σάλτσα και τις πατατούλες τραγανές τραγανές από δίπλα, ανατράνισε και πήγε και κούρνιασε στην αγκαλιά της μάνας.

-Κ’ ήντα παραμύθι θα μου πεις; Μα δεν έχουμε βιβλίο με εικόνες;

-Και ποιος το χρειάζεται το βιβλίο; Εμείς τις φτιάχνουμε τις εικόνες με το μυαλό και τη καρδιά μας. Μα άμα θες…. να ….για θώριε το πιάτο σου και πες μου ήντα’χει απάνω ;

-Κιοφτέδες βλέπω και πατατούλες.

-Και όμως …. άμα κοιτάξεις καλύτερα …να κοίτα εγώ τι βλέπω:  Βλέπω ένα μικρό μελαχρινό κοπέλι, μαυρομάτικο και γεροδεμένο. Μα που κοιτάζει; Αααα  νομίζω ότι είναι πάνω σε μια βάρκα και αγναντεύει να δει μήπως φανεί η στεριά. Παίρνει η μάνα μια μεγάλη τραγανή πατατούλα, βάζει από πάνω και ένα τριγωνικό κομμάτι τυράκι φέτα, και να’σου η βάρκα με πανί λευκό και κατάρτι παρακαλώ.

 -Μια μόνο βάρκα έχει το κοπέλι μάνα; Θαρρώ πως βλέπω και άλλες από πίσω. Θα φτιάξω και εγώ μια. Του  άρεσε το Δημητράκη αυτό το παιχνίδι. Πήρε και αυτός μια πατατούλα και λίγο τυράκι και έφτιαξε και τη Μυρτούλα τη βάρκα του.

-Και η στεριά πότε θα φανεί μάνα;

-Δεν αργεί καλό μου. Να φυσάει τώρα πιο δυνατά ουυυυ ουυυυυ κάνει το αγέρι, φούσκωσαν τα πανιά και να τη η στεριά. Θα δέσει τις βάρκες του νομίζω σε τούτα να τα βραχάκια τι λες και εσύ;  Βάζει κοντά κοντά δυο τρεις κεφτέδες η μάνα για να σχηματίσει ένα μόλο.

 -Όι μάνα, εδώ το πιάνει αέρας, από κια είναι καλύτερα θαρρώ. Και παίρνει λοιπόν τα  βραχοκεφτεδάκια ο Δημητρός και τα πάει από την άλλη μπάντα. Φέρνει και τη «Μυρτώ» από κοντά και το βοηθητικό καραβάκι.

Και έτσι εκείνο το βράδυ ο Δημητράκης  έφτιαξε για πρώτη φόρα το δικό του παραμύθι και  ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!………………. 

Αυτό το παραμυθάκι είναι αφιερωμένο στο πατέρα μου , στον άντρα μου και στον Αστεράκη! 

Η συνταγή των καραβοκεφτέδων: 

Υλικά: Μισό κιλό κιμάς, 2 φρέσκες ντομάτες, 2 σκελίδες σκόρδο, 2 φέτες  ψωμί  μαλακωμένες σε νερό, λίγο κόκκινο κρασάκι, 2-3 κουταλιές πελτέ, λάδι, αλάτι πιπέρι και κανελογαρύφαλλα. 

Εκτέλεση:Στον κιμά βάζουμε  το χυμό από μισή ντομάτα , το λάδι , μια σκελίδα σκόρδο, αλάτι, πιπέρι, κανέλα και το ψωμάκι. Φτιάχνουμε μια σφιχτή ζύμη και πλάθουμε τα κεφτεδάκι. Τηγανίζουμε σε καυτό λάδι χωρίς να τα αλευρώσουμε.Μόλις τηγανιστούν, και αφού τα ακουμπήσουμε να ξεκουραστούν σε απορροφητικό χαρτί, τα ρίχνουμε στη σάλτσα που είδη έχουμε αρχίσει να ετοιμάζουμε.Σε μια κατσαρόλα, βάζουμε τον χυμό από τις υπόλοιπες ντομάτες, το κρασί, τον πελτέ, το σκόρδο και τα μυρωδικά. Μόλις πάρουν μια καλή βράση ρίχνουμε τα κεφτεδάκια και αφήνουμε να μαγειρευτούν για μισή ώρα περίπου.

Καλή σας όρεξη και βίρα τις άγκυρες!

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.