
Το κανονικό της όνομα ήταν Βαγγελή. Το’χε καημό ο Ματιγομιχάλης που και το τρίτο του παιδί δε βγήκε αρσενικό και έδωσε στο κούτσικό του το όνομα του πατέρα του.
Η Βαγγελή φαινόταν από μικρή οτι δεν έμοιαζε με τις αδερφές της. Ήταν πιο γεροδεμένη από τη Φρόσω και τη Βασιλικούλα και ο Ματιγομιχάλης καμάρωνε ότι η κοπελιά του ήταν αντράκι. Την έπαιρνε μαζί του πότε στο αμπέλι πότε στο μιτάτο. Με τις αδερφές της δεν είχε πολλά πολλά. Εκείνες καθόντουσαν ολημερίς στην αυλή και παίζανε με δυο κούκλες πάνινες. Καημό το’χε η μάνα τους που δε φτάνανε τα γρόσια να αγοράσει στις κοπελιές της από ένα παιχνιδάκι . Έσκισε λοιπόν μια μέρα ένα αποφόρι , το γέμισε με μπαμπάκια, πήρε και λίγο κάρβουνο και έκανε τα φρύδια, τα μάτια και τη μύτη, ξεχώρισε και τα μέλη τους με κλώστη και τις έδωκε στις κοπελιές της. Μα της βγήκανε μόνο δυο. «Δεν πειράζει αναφώνησε, η Βαγγελή μου όλη τη μέρα είναι στα κτήματα που να βρει χρόνο για κούκλες.». Μα είχε γυρίσει νωρίς εκείνη τη μέρα η Βαγγελή και την άκουσε . Μπορεί να μην είχε χρόνο, αλλά την ήθελε τη κούκλα. Θα την έπαιρνε μαζί της στο αμπέλι και θα της έδειχνε πως το φροντίζουν. Μετά στο μιτάτο πως φτιάχνουν το τυράκι. Μα κυρίως την ήθελε γιατί καταλάβαινε αν και ήταν μόνο έξι χρονών, ότι μεγάλωνε πιο γρήγορα από τις αδελφές της.Καμάρωνε και λυπόταν συνάμα. Γιατί έβλεπε τα ξέγνοιαστα παιδικά χρόνια να την προσπερνούν χωρίς καν να την αγγίζουν.
Όλα γινόντουσαν πιο γρήγορα στη ζωή της λες και είχε βάλει στοίχημα με το χρόνο ποιος θα τερματίσει πρώτος.
Στα έντεκά της χάνει και τους δυό γονείς. Πήγαιναν στη χώρα να πουλήσουν τον καρπό και λίγο πριν το Σκαμνάκι ,κάτι είδε το άλογο και τρόμαξε. Αναποδογύρισε το κάρο και τους καταπλάκωσε. Τον πρώτο καιρό ήρθε μια μακρινή θεία τους να τους βοηθήσει μετά η Βαγγελή θέλοντας και μη, ανέλαβε να φροντίσει τις αδελφές της και ας ήταν μικρότερή τους τρία χρόνια. Την κοιτούσαν σαν χαμένες αλλά και με κάποια ανακούφιση γιατί ήξεραν ότι η αδελφή τους θα ήταν από εδώ και εμπρός το στήριγμά τους.
«Τι θα απογίνουμε τώρα Βαγγελή;Πως θα κουμαντάρουμε το χωράφι και τα ζώα; Πως θα τα βγάλουμε πέρα;» Σαν κοροϊδία της ακούστηκαν όλες αυτές οι ερωτήσεις. Αφού ήξεραν ότι άλλος να γνωρίζει από αυτά πέρα από εκείνη δεν υπήρχε. Οι λιγοστοί συγγενείς και φίλοι είχαν και αυτοί τις δικές τους έγνοιες.
Η Βαγγελή δεν τους απάντησε. Τις άφησε να μυξοκλαίνε στη μέση της αυλής κρατώντας σφιχτά στα χέρια τους τις πάνινες κούκλες. Και από εδώ και στο εξής λίγες ήταν οι κουβέντες μαζί τους. Αυτές ανέλαβαν τη πάστρα του σπιτιού που δεν ήτα δα και τόσο μεγάλο. Σιγά σιγά κουτσόμαθαν να μαγειρεύουν. Τουλάχιστον να βρει η μικρή ένα πιάτο φαγητό. Είχαν τύψεις που η αδερφή τους έκανε αυτά που θα έπρεπε αυτές να κάνουν ως μεγαλύτερες. Αλλά μόνο στην ιδέα οτι θα έπρεπε να καταπιαστούν με τα χώματα και τα ζώα τους έπιανε αναγούλα. Όταν τέλευαν τις δουλειές ασχολιόντουσαν με τα κεντίδια τους. Τα χάιδευαν με τα απαλά ακροδάχτυλά τους και καμάρωναν για τη τέχνη τους. Μα σαν άκουγαν το μάνταλο να τρίζει, τα έκρυβαν να μη τα δει η Βαγγελή.
Από τα χαράματα σηκωνόταν να πάει πρώτα να σιάξει τα ζωντανά και μετά να πάει στα χωράφια. Σκάλιζε με το τσαπάκι το μικρό στην αρχή που της είχε φτιάξει ο Ματιγομιχάλης και μετά με τη μεγάλη τσάπα. Ξεμάκραινε με μανία τα αγριόχορτα και τα ζιζάνια από τ’αμπέλια, και έβγαζε το άχτι της. Μετά πήγαινε ως το κάμπο να μαζέψει χόρτα. Αυτό για κάποιο λόγο της άρεσε πάρα πολύ. Το είχε μάλιστα για παιχνίδι. Έψαχνε για το χαμένο θησαυρό σε σημεία που μόνο εκείνη ήξερε. Εδω οι καυκαλίθρες, εκεί τα βλήτα, παρακάτω τα ραδίκια, πιο κάτω οι δρύλλοι και οι ζοχοί. Όλα τρυφερά και λαχταριστά. Γέμιζε τη ποδιά της και την έδενε σφιχτά. Μετά ζαλωνόταν με ξύλα και γύριζε σπίτι. Κάθε μέρα το ίδιο. Το κορμάκι της που ήταν πάνω στην ανάπτυξη άρχισε να καμπουριάζει με τόσο σκύψιμο.
Πέρασαν χειμώνες δέκα και τίποτα δεν είχε αλλάξει για τη Βαγγελή. Οι αδερφές της βρήκαν γρήγορα γαμπρούς και κατέβηκαν στην πόλη και δεν τις ξαναείδε. Απόμεινε μονάχη στο πατρικό της, να μαζεύει ολημερίς χόρτα και να φροντίζει το μικρό μποστάνι. Πουλούσε χόρτα και καρπό στα γύρω χωριά. Οι νοικοκυρές ζητούσαν βλαστάρια από τα δικά της. Άλλο τρόπο να ζήσει η Βαγγελή δεν είχε. Ακόνιζε το μαιχαράκι της, έπαιρνε και ένα τορβά και πήγαινε στο κάμπο. Ήταν εικοσιενός χρονών και η πλάτη της κοίταγε πιο πολύ τη γη παρά τον ουρανό μα αφού δεν τη πόναγε δεν τη ένοιαζε και πολύ.Μήπως θα γύριζε κανείς να την κοιτάξει..
Είχε αλλάξει η Βαγγελή. Από τότε που έφυγαν οι αδερφές της σαν να ανάσανε λίγο. Τώρα δεν είχε παρά τον εαυτό της να φροντίζει, θα μπορούσε να περνά και με λιγότερα. Από τότε που έφυγαν οι γονείς τα μαύρα δεν έβγαλε. Σαν μικρό κορίτσι τα μαύρα ρούχα τόνιζαν τα λυπημένα της μάτια και εκείνο το «γιατί» που κρεμόταν στην άκρη των χειλιών της έμοιαζε μαχαιριά στο στήθος. Τώρα το σκούρο χρώμα, τόνιζε ακόμα πιο πολύ τη λευκή της επιδερμίδα και και έκανε τα μαύρα της μαλλιά να λαμποκοπούν στον ήλιο και το μαύρο φόρεμά της να φαίνεται ακόμα πιο θαμπό . Μα να μην έγερνε τόσο και θα έβρισκε σίγουρα γαμπρό και ας ήταν και από τους φτωχούς φτωχότερη. Καμία δεν μπορούσε να την παραβγεί στην αξιοσύνη και στο νοικοκυριό.
Μια μέρα η Βαγγελή πήγε ένα πιάτο χόρτα τσιγαριαστά και ένα κομμάτι χορτόπιτα στη παπαδιά και μετά γύρισε σπίτι. Έλειπε ο Παπά Μανώλης για ένα μνημόσυνο στο διπλανό χωριό και άκουσε πως ήταν άρρωστη η παπαδιά του. Την αγαπούσε η Βαγγελή γιατί πολύ της είχε σταθεί όταν έφυγαν οι γονείς της και η παπαδιά όμως που δεν είχε δικά της παιδιά, πολύ το λυπόταν αυτό το κούτσικο που ανέλαβε άδικα τόσα βάρη. Εκείνες τις μέρες ο παπάς φιλοξενούσε και έναν ανιψιό του από τα Κορακιανά. Όμορφο παλικάρι ο Στρατής και προκομμένος. Δούλευε την πέτρα με μεγάλη τέχνη από μικρός και ήταν ένας από τους πιο γνωστούς κτιστάδες στη πέρα χώρα. Στο χωριό είχε κατέβει να φτιάξε το μαντρότοιχο του παπά Μανώλη που είχε αρχίσει να πέφτει στις άκρες. Οικογένεια δεν είχε κάνει , και τα προξενιά δε τα θελε με τίποτα. Ήθελε να καρδιοχτυπήσει πρώτα για τη κοπελιά και όχι να τη παντρευτεί από ζόρι.
-«Κόπιασε καλό μου να βάλεις μια μπουκιά στο στόμα σου και αύριο μέρα είναι πάλι.», του είπε παπαδιά, και του έβαλε μπροστά του ένα καλό κομμάτι κρέας, και τα χόρτα της Βαγγελής.
Ο Στρατής παραμέρισε το κρέας, και έβαλε μπροστά του το πήλινο κιούπι με τα χόρτα που άχνιζαν ακόμα. Όταν τα δοκίμασε νόμισε πως μπήκε μέσα σένα ολάνθιστο περβόλι.
- « Γειας τα χεράκια σου θεία μου! Τέτοια χόρτα δεν έχω ματαφάει!»
- « Δεν τα έφερα εγώ γιόκα μου μα μια γειτονοπούλα η Βαγγελή που ξέρει να μαζεύει τους καλύτερους βλαστούς και ……»
-Θεία μου μην αρχίζεις πάλι τα προξενιά να χαρείς! Καλά να’ναι η κοπέλα, νόστιμα έχει μαγειρεμένα και τα χορταράκια αλλά ως εκεί»
-Καλά γιε μου , ούτως ή άλλως δεν κάνει για σένα η παντέρμη.
Ο Στρατής κοίταξε με περιέργεια τη θεία του. Λίγο η νοστιμιά του φαγητού, λίγο τα λόγια της θείας, του κίνησαν το ενδιαφέρον να μάθει περισσότερα για αυτή τη κοπέλα με το περίεργο όνομα.
-Και γιατί δεν κάνει για μένα; Εκτός από τα χορταράκια που είναι από τα πιο νόστιμα που έχω φάει , τι άλλο έχει; Μήπως δε βάζει καλό λόγο στο στόμα της;
-Όχι παιδί μου τι είναι αυτά που λες! Πιο καλό και πονόψυχό πλάσμα από τη Βαγγελή δεν υπάρχει.
-Μήπως είναι πολύ πλούσια και δεν θα καταδεχτεί έναν τεχνίτη σαν εμένα;
-Πλούσια στη ψυχή της είναι Στρατή μου αλλά εκτός από ένα μικρό αμπέλι δεν έχει ούτε ένα δεύτερο φόρεμα να βάλει. Όλη μέρα με τη γη ανακατεύεται και προσπαθεί να τα βγάλει πέρα μοναχή της
-Ε τότε τι έχει; Καλός άνθρωπος και άξια γυναίκα μου φαίνεται γιατί να μην μου αρέσει ;Μήπως είναι βλογιοκομμένο το πρόσωπό της σαν της Κατινιώς;
Είδε και απόειδε η παπαδιά με τις ερωτήσεις του Στρατή και έκατσε και του είπε όλη την ιστορία της Βαγγελής. Ο Στρατής όσο άκουγε τόσο λαχταρούσε να τη γνωρίσει και καθόλου δεν τον ένοιαζε αυτό το πρόβλημα που είχε. Την αγάπησε πριν καν τη δει από κοντά.
Με την ευχή και την ευλογία του παπά Μανώλη ο Στρατής την έκανε γυναίκα του τη Βαγγελή η οποία δε πίστευε ότι θα’ρχόταν ποτέ η μέρα που θα΄χε δίπλα της ένα άντρα σαν τον Στρατή. Τέσσερα παιδιά τού χάρισε και με τα χρόνια γέμισε αυλή τους εγγόνια και δισέγγονα. Η χαρά της ήταν να πηγαίνει μαζί τους στο κάμπο και να τους δείχνει με υπομονή πως να μαζεύουν τα πιο τρυφερά βλαστάρια. Από μακριά ξεχώριζε η μορφή της, σαν να αγκάλιαζε ταυτόχρονα τη γη και τα παιδιά της. Και από τότε φώναζαν τη Βαγγελή και Καμπουρομάνα μα εκείνη καθόλου δεν την ένοιαζε γιατί από αγάπη άρχισε να κοιτά πιο πολύ τη γη παρά τον ουρανό και όσα της πήρε μια φορά η ζωή , της τα έδωσε πίσω διπλά και τρίδιπλα.
………………………….

Η αφορμή για αυτή τη παραμυθοσυνταγή στάθηκαν δυο «χορταρούδες», μεγάλες σε ηλικία στο απέναντι χωράφι. Εκείνη την ώρα μιλούσα με την καλή μου την Αρτάνις, oπότε της είπα ότι η επόμενη παραμυθοσυνταγή με άρωμα ελληνικής-εντάξει κυρίως κρητικής- θα της ανήκει ολοκληρωτικά και ελπίζω το άρωμά της να έφτασε μέχρι εκεί κάτω!
Η φωτό δεν είναι δικιά μου. Η πιατέλα είναι πολύ πιο εντυπωσιακή με όλα τα καλούδια που περιγράφω παρακάτω. Εχω σκοπό να το φτιάξω από εβδομάδα οπότε θα την ανανεώσω.
Στη Κρήτη αγαπάμε πάρα πολύ τα χόρτα. Μα πάρα πολύ όμως. Ένας τρόπος μαγειρέματος είναι και το ελαφρύ τσιγάρισμα. Μετά τα σερβίρουμε σε μια μεγάλη πιατέλα, και βάζουμε στην άκρη 2-3 πατάτες βραστές, ντομάτες ψητές, λειωμένες πάνω σε μερικές κριθαροκουλούρες και μετά δουλεύουν τα πηρούνια! Χορταίνει και το μάτι και το στομάχι πιστέψτε με!
Υλικα: 2 κιλά χόρτα (βλίτα, στύφνο, ζοχούς)
6µικρά κολοκύθια
4 πατάτες (τις βράζουμε χώρια)
1 µατσάκι άνηθο ψιλοκοµµένο,
5 φρέσκα κρεµµυδάκια ψιλοκοµµένα
2 ξερά κρεµµύδια ψιλοκοµµένα
3 μεγάλες ντοµάτες. Τη μια την κόβουμε σε µέτρια κομμάτια και την χρησιμοποιούμε στο φαγητο. Τις άλλες της ψήνουμε.
1 χούφτα πράσινες ελιές
Λάδι, νερό, αλάτι, πιπέρι, λεμόνι, πιπέρι
Προετοιμασία
Σοτάρουµε για 5 λεπτά στο ελαιόλαδο τα κρεµµύδια, τον άνηθο, την ντοµάτα και τις ελιές. Προσθέτουµε το νερό τα αφήνουµε να βράσουν για 10 λεπτά και στη συνέχεια προσθέτουµε τα χόρτα και τα κολοκύθια, το αλάτι και το πιπέρι. Σκεπάζουµε την κατσαρόλα και τα αφήνουµε να σιγοβράσουν περίπου 25 λεπτά, ανακατεύοντας και προσθέτοντας νερό αν χρειαστεί.

























