
- Πότε θα ξανάρθεις mi amor; τον ρώτησε με λαχτάρα η Dolores.
- Θα αργήσω λίγο καρδιά μου. Λείπω καιρό από το σπίτι και ζήτησα από τη εταιρεία για δύο χρόνια τουλάχιστον να γυρίσω πίσω. Μετά βλέπουμε.
Άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό η Dolores και τον έσφιξε πάνω στο στήθος της. Αυτό το πληθωρικό στήθος της, το ονειρεμένο μαξιλάρι του κάθε φορά που έπιανε το καράβι στο Bilbao. Αυτή η σπανιόλα μικρή του είχε κλέψει τη καρδιά και το κορμί χρόνια τώρα. Του χάριζε απλόχερα τη δροσιά της αρκεί να είχε την αποκλειστικότητα όποτε έφτανε στη πόλη της. -Δε με νοιάζει τι κάνεις σε άλλα λιμάνια, του είχε πει τη πρώτη φορά που γνωρίστηκαν πριν έξι χρόνια. -Βilbao σημαίνει Dolores entiendes mi amor; Mωρέ μια χαρά καταλάβαινε ο Σταύρος. Μια χαρά του φαινόταν και αυτή η σπανιόλικη φωλιά και δεν ήθελε να βρει άλλη. Σε αυτή τη πόλη τουλάχιστον γιατί αλλού…
Kαπετάνιος στην Astor Maritime, ο Σταύρος Δασκαλάκης όργωνε τις θάλασσες και τα έθνη χρόνια τώρα. Πολυταξιδεμένος και καλοζωισμένος. Δεν άφησε την αλμύρα να θαμπώσει τη γοητεία του. Στα πενήντα του άφηνε πίσω πολλούς εικοσάρηδες. Γεροδεμένος με βλέμμα λαδί και έντονα ερωτικό, τα ήθελε όλα στο μάξιμουμ. Πολλά λεφτά,πολύ έρωτα, καλό φαγητό,ωραία ταξίδια και καλή οικογένεια…
Τώρα για το τελευταίο δεν έψαξε και πολύ η αλήθεια είναι. Στα τριάντα του βρέθηκε το Μαρικάκι στο δρόμο του. Φίλη της αδελφής του, την ήξερε από μικρή. Μόλις είχε γυρίσει από ένα μεγάλο ταξίδι και είχε επιθυμήσει τον τόπο του. Ήθελε να γεμίσει λίγο από Ελλάδα με όλους τους τρόπους. Να βγάλει τη πολυεθνική κολόνια από πάνω του και ν’ ανασάνει λίγο βασιλικό και γιασεμί. Είδε και το Μαρικάκι μετά από χρόνια. Καλέ πως ξεπετάχτηκε αυτό το μικρό! Γέμισε η ψυχή του μόλις την είδε. Άβγαλτη του φάνηκε μα δεν τον ένοιαζε, θα την έπλαθε εκείνος όπως ήθελε. Και έτσι ο Σταύρος Δασκαλάκης ήρθε εις γάμου κοινωνία με το Μαρικάκι ένα φθινόπωρο του Απρίλη.
Πρώτη μαγείρισσα το γυναικάκι του. Και αυτά τα σουτζουκάκια της, μοσχοβολούσαν κύμινο και κανέλα. Αυτό ήταν το φαγητό που της ζητούσε κάθε που επέστρεφε. Και δε του χαλούσε χατίρι το Μαρικάκι. Ένας βράχος στο λιμάνι ήταν και περίμενε, υπόμενε. Ακόμα και όταν αργούσε να έρθει από τα ταξίδια. Ακόμα και όταν οι φιλενάδες της την προειδοποιούσαν ότι οι άντρες ναυτικοί χαρίζουν και αλλού την αγκαλιά τους. Τίποτα δεν ήθελε να ακούσει από αυτά το Μαρικάκι μέχρι που….
Τι ήθελε εκείνο το Σαββατοκύριακο να καθαρίσει το πατάρι. Λες και δεν είχε άλλες δουλειές να κάνει. Και όμως δεν είχε. Πέρασαν τα χρόνια και όλα της φαινόντουσαν ίδια και απαράλλαχτα, η ζωή , ο γάμος της, όλα. Βαρέθηκε τη σιωπή, την ησυχία. Ήθελε να βγει έξω στον κόσμο , να δει και εκείνη το κάτι το διαφορετικό. Και αυτός ο Σταύρος απόμακρος της φαινόταν. Μετά τη γέννηση και του δεύτερου παιδιού σαν να βάρυνε. Άφησε η αλήθεια είναι και αυτή τον εαυτό της.
-Βρε Μαρικάκι, της έλεγε η ξαδέρφη της, άσε λίγο το σπίτι και πήγαινε να νοικοκυρέψεις λίγο και τον εαυτό σου βρε παιδί. Βρε ξέρεις τι γυναίκες κυκλοφορούν εκεί που γυρίζει ο άντρας σου; Τι;Στη Λατινική Αμερική πήγε πάλι; Δύσκολα τα πράγματα φιλενάδα. Αξεπέραστες είναι οι γυναίκες εκεί πέρα. Φωτιά σκέτη. Άκουγε το Μαρικάκι για τις φοβερές καμπύλες, για τις επιδώσεις τους στο κρεβάτι, πως έριχναν τους άντρες με το λάγνο χαμόγελο αρωματισμένο με Porto και μετά τους έπνιγαν σε μια παλίρροια πάθους. Όλα τα ήξερε η ξαδέρφη της. Είχε λέει μια φίλη της που είχε άνδρα ναυτικό και τα είχε μάθει από πρώτο χέρι.
Πήγαινε να σπάσει το μυαλό της. Για αυτό βάλθηκε να συγυρίσει το πατάρι. Τι το θέλε; Μέσα σ’ένα τσεπάκι από ένα παλιό sac voyage του Σταύρου ήρθε η αποκάλυψη. Κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό. Μια μαυρομάτα μάγισσα με κόκκινα εσώρουχα και μαύρες ζαρτιέρες πρότασσε επιδεικτικά το τεράστιο στήθος της δίπλα σε ένα ανοιχτό παράθυρο. “Te quiero mi amor Dolores” έγραφε από πίσω. Που να πουντιάσει η άτιμη!
Αυτό ήταν! Γρήγορα τηλέφωνο στη ξαδέρφη και συνάντηση με τη κολλητή της για γυναικοσυμβούλιο. Θέμα, η εξόντωση πάσας ανάμνησης της όποιας Dolores, Ιsabellas, Asuncion και ότι άλλο κυκλοφορούσε σε λατινοαμερικάνικο. Σε πέντε μήνες ο Σταύρος θα γύριζε πίσω. Δεν υπήρχε και πολύ χρόνος για την ολική μεταμόρφωση. Απ΄όλα θα έκανε. Αλλαγή στο μαλλί, στη γκαρνταρόμπα, λίγο σιλικόνη να ζωντανέψει το στήθος, ευτυχώς οι γλουτοί της ήταν ακόμα σφριγηλοί αλλά χανόντουσαν στα άκομψα ρούχα που φορούσε. Πάλι καλά που ανέλαβε η ξαδέρφη το Extreme makeover. Βρέθηκε και γνωστός πλαστικός, και το Μαρικάκι τίποτα δεν είχε πια να ζηλέψει από την όποια Dolores! Μια μικρή ανόρθωση και το στήθος της στητό ήταν έτοιμο να ταξιδέψει τον καπετάνιο της. Πήρε και καινούρια εσώρουχα, ρούχα που τόνιζαν τη θηλυκότητα της, έμαθε και δυο τρεις συνταγές πιο εκλεπτυσμένες και ήταν έτοιμη να τυλίξει με τα πλοκάμια της τον ανίδεο καπετάνιο της.
Ο Σταύρος είχε πακετάρει εδώ και μέρες τα πράγματά του. Αύριο το βράδυ θα ήταν στο σπίτι του . Κοντά στο Μαρικάκι του. Του’χε λείψει. Eίχε βαρεθεί τις σταρένιες επιδερμίδες και τα βαριά αρώματα, Ήξερε ότι δεν της είχε φερθεί σωστά όμως αποφάσισε να ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του, για κανά δυο χρόνια τουλάχιστον. Ήξερε τα όριά του σαν άντρας. Συνήθειες τόσων χρόνων δεν κόβονται και εύκολα. Έσβησε τσιγάρο και σκέψεις μονομιάς στο τασάκι και έγειρε στη κουκέτα του. Για την ώρα το μυαλό του ήταν στο γυναικάκι του, στη λευκή της επιδερμίδα που μύριζε γιασεμί και φυσικά στα περίφημα σουτζουκάκια που περίμενε πως και πως.
Είχε αρχίσει από νωρίς τις προετοιμασίες το Μαρικάκι. Έκανε ένα χαλαρωτικό μπανάκι, άλειψε το κορμί της με λάδι Sultan de Saba με άρωμα Λουκούμι, φόρεσε και τα δαντελωτά εσώρουχα σε σκούρα ρουμπινί απόχρωση, το νέο σοκολατί μεσάτο φόρεμα και κοιτάχτηκε στο καθρέφτη. Μωρέ που κρυβόταν αυτή η γυναικάρα τόσο καιρό! Φτου σου κούκλα μου, λουκούμι σκέτο είσαι! Ένα λουκουμάκι που δεν θα τον άφηνε να γευτεί σήμερα τουλάχιστον τον καπετάνιο. Η όλη αυτή προετοιμασία και η μακρόχρονη απουσία είχε ανεβάσει τη libido της στα ύψη αλλά δεν θα του έκανε τη χάρη.
Στη κουζίνα το τραπέζι στρωμένο, δυο κεριά με άρωμα βανίλια και στο φούρνο μια νέα σπεσιαλιτέ που της έμαθε η ξαδέρφη της:φιλέτο πάπιας με άγριο ρύζι πασπαλισμένο με σπόρους παπαρούνας.
Στις δέκα και τέταρτο ακριβώς ο παλιός γνώριμος ήχος στο κατώφλι.
-Μαρικάκι, αγάπη μου ήρθα. Που είσαι;
-Εδώ, στη κουζίνα, απάντησε νωχελικά το Μαρικάκι.
Ο καπετάνιος άφησε τις βαλίτσες στο πάτωμα, έβγαλε το σακάκι του και έτρεξε στη κουζίνα.
-Καλώς ήρθες Σταύρο.
-Μαρικάκι…..
-Μαρία. Το προτιμώ. Το Μαρικάκι μας τέλειωσε. Τον πλησίασε δίνοντάς του ένα ζουμερό φιλί. -Δεν θα αγκαλιάσεις τη γυναίκα σου μετά από τόσο καιρό;
O καπετάνιος υπάκουσε αδύναμος να αρθρώσει λέξη. Μήπως μπήκε σε λάθος σπίτι; Ποια ήταν αυτή η γυναίκα στη κουζίνα του; Άπλωσε αργά τα χέρια του και την αγκάλιασε. Η Μαρία σφίχτηκε πάνω του και τον άφησε να συνειδητοποιήσει τις αλλαγές στο σώμα της. Ο Σταύρος χώθηκε στο λαιμό της ψάχνοντας το γιασεμάκι του αλλά μάταια. Μια βαριά μεθυστική μυρωδιά αναδυόταν από το δέρμα της γυναίκας αυτής. Όσο πιο πολύ σφιγγόταν πάνω του τόσο πιο πολύ ένιωθε τις ερεθισμένες θηλές της να τρυπάνε το πουκάμισό του. Φευγαλέα του ήρθε στο μυαλό η Dolores.
Χριστέ μου δεν είναι δυνατόν, σκέφθηκε.
Πήγε να πει κάτι αλλά η Μαρία χαλάρωσε την αγκαλιά της και του έδειξε το στολισμένο τραπέζι.
-Κάθισε να σου σερβίρω. Θα πεινάς πολύ, σου έχω ετοιμάσει κάτι ιδιαίτερο απόψε: φιλέτο πάπιας με άγριο ρύζι πασπαλισμένο με σπόρους ο παπαρούνας. Άνοιξε το κρασί αν θέλεις.
Του σέρβιρε και κάθισε απέναντι του στρέφοντας την καρέκλα ελαφρά στο πλάι , αφήνοντας το βλέμμα του να κυλήσει από τις γάμπες τις στις ψηλοτάκουνες γόβες της.
Έβαλε μια μπουκιά στο στόμα του, αλλά δεν κατέβαινε. Δεν είναι δυνατόν. Που είναι το Μαρικάκι μου, το ήρεμό μου γυναικάκι, που είναι το φρέσκο γιασεμί και τι στο διάολο αηδίες είναι αυτές πάπια λέει και παπαρούνες!
Θέλω τα σουτζουκάκια μου, θέλω τα σουτζουκάκια μου! αναφώνησε με παροξυσμό χωρίς να το καταλάβει.
Η Μαρία τον κοίταξε θολωμένη, έτοιμη να κάνει φόνο.
-Τα σουτζουκάκια τέλος mi amor!
………………………………………………………
Ευχαριστώ πολύ τη Φεγγαραγκαλιά για τη πρόσκληση να παίξω σε αυτό το παιχνίδι. Με τις λέξεις σε bold έπρεπε να «μαγειρευτεί» μια ιστορία και να τη!
Mε τη σειρά μου προσκαλώ τους:
Φεγγαραγκαλιά , Μαρία Νικολάου, Αρτάνις ,Marilia, Μοναχικό Αστέρι,Γλαρένια,Λάκη Φουρουκλά,Panther, Αγγελο Σπύρου και Βασίλη να “μαγειρέψουν” ο καθένας με το δικό του τρόπο (πεζό , ποίημα) μια ιστορία. Αλλάζω όμως τα συστατικά πειράζει;
Αρσενάλι
βάμμα
θαλασσόχορτο
νοτισμένος
σμιλεύω
κατώφλι
Καλή σας εβδομάδα!