Αρχείο Ετικετών: Παραμύθια

Τα πορφυρά κοχύλια

 

Λες να ξανάρθει;

-Ελπίζω πως όχι. Δεν μπορώ να  τραγουδώ αλλιώς.Δεν το αντέχω,δεν μ’αρέσουν τα δικά σας τα τραγούδια.

-Μείνε στη σπηλιά εσύ τότε. Θα βγω εγώ…

-Οχι..!

-Γιατί ζηλεύεις;

-Μην του κάνεις  κακό  σε παρακαλώ. Υπάρχουν τόσοι άλλοι ψαράδες εδώ γύρω. Αφησέ τον.

-Δεν είχε άδικο η Αμφιτρίτη που σε έβγαλε Θελξιέπεια, πάντα με το γλυκό λόγο σου είσαι, λιγόψυχη.

-Ενώ εσύ καλή μου Αγλαόπη, με τη ωραία σου φωνή φτάνεις πιο εύκολα στον στόχο σου. Εγώ δεν αντέχω άλλο πια αυτή τη μοίρα. Δεν θέλω να κλέβουμε ψυχές μα να τις ελευθερώνουμε.

-Είναι διαφορετικοί οι  κόσμοι σας. Ανήκετε  αλλού, το νήμα της μοίρας σας είναι διαφορετικό και δεν μπορείς να κάνεις κάτι για αυτό.

Μάταια προσπαθούσε να λογικέψει την αδελφή  της. Με το πρώτο ξύπνημα της Αυγής, την έβλεπε να αναδύεται στον μικρό κόλπο με τα σμαραγδένια νερά στο βόρειο μέρος της Ανεμόεσσας. Το νησί  όπου  κατοικούσαν οι Σειρήνες, στο στενό της Μεσσήνης μεταξύ Σικελίας και Καλαβρίας. Εκείνη πήγαινε στο νότο, οπού περνούσαν κουρσάρικα καράβια  για να τα κουρσέψει με τη φωνή της. Στον βορρά άφηνε την αδερφή της  να  απαγγέλλει λόγια της θάλασσας. Ετσι πλάνεψε και τον νεαρό ψαρά.

Τις πρώτες πρωινές ώρες περίμενε να αράξει η βάρκα του στην άκρη της σπηλιάς. Είχε βρει απάγγιο εκεί από την αλμύρα και το βοριά που θέριζαν το μυαλό και το σώμα. Μα δεν ήξερε. Ήταν τόσο αφοσιωμένος στη θάλασσα που νόμιζε ότι του μίλαγε εκείνη. Καθώς περίμενε να   μεγαλώσει η ψαριά του και το βλέμμα του να γίνει κύμα, άκουγε τους σκοπούς της. Ένα πλάσμα θαλασσινό του εξιστορούσε την αγάπη της μέσα από λόγια  που άλλη  μελωδία δεν χρειάζονταν  εκτός από το κύμα που έσκαγε στα βράχια.

Εκείνη πρόσεχε να μην τη δει. Φοβόταν μη τρομάξει και φύγει. Φρόντιζε μόνο να είναι καλότυχη κάθε μέρα η ψαριά του για να ξανάρχεται πάλι και να τον συντροφεύει με τραγούδια.

Ως που μια μέρα έγειρε το σώμα του στα βράχια o Αλκαμένης για να ξαποστάσει. Δεν είχε τόσα ψάρια όσο άλλες φορές και είχε κουραστεί να πετά και να μαζεύει άδεια δίχτυα Δεν άργησε να κλείσει τα μάτια του και να αποκοιμηθεί …. ήταν και  αυτά  τα λόγια της θάλασσας, γλυκά  σαν  νανούρισμα.

Η Σειρήνα που δεν άκουγε πια τα δίχτυα να χαράζουν τον αέρα ανησύχησε  και βγήκε δειλά προς τα έξω, χωρίς να σταματήσει το τραγούδι της. Στο γύρισμα του βράχου, τον είδε να κοιμάται. Τα δίχτυα πάντα σφιχτά στο χέρι σαν να περίμενε σημάδι της θάλασσας ότι  είχαν γεμίσει. Του χάιδεψε απαλά τα μαλλιά και απέθεσε λόγια και φιλιά στο πρόσωπο, στο σώμα, στη ψυχή του. Καλύτερα που κοιμόταν σκέφτηκε, να μην ξέρει, να μη θυμάται τη γεύση από το φιλί και πονέσει μετά. Τον αγκάλιασε με λαχτάρα και  άφησε τα ξανθά μαλλιά της να   σκεπάσουν τα όνειρά του.  Σαν να την αισθάνθηκε αυτή τη θέρμη ο Αλκαμένης και ασυναίσθητα  την έσφιξε και αυτός στην αγκαλιά του. Αυτός τώρα ο κυνηγός και η όμορφη Σειρήνα το θήραμα που δεν μπορούσε να ξεφύγει από τα δικά του δίχτυα.

Ο ήλιος θα έδυε σε λίγο. Έπρεπε να φύγει πριν ξυπνήσει. Να φύγει και εκείνη από αυτά τα σμαραγδένια νερά και να πάει σ’άλλο νησί. Μακριά από τις αδελφές της και τους θνητούς. Μόνη με τη θάλασσα  να φτιάχνει μελωδίες με τα κοχύλια της.

Βγήκε σιγά σιγά από την αγκαλιά του και έπεσε στη θάλασσα με μια απότομη και γρήγορη βουτιά.

Αλμυρές σταγόνες, δάκρυα  θάλασσας,  νότισαν  το πρόσωπό του και ο Αλκαμένης άνοιξε αργά τα μάτια, σαν να ξυπνούσε από όνειρο. Κοίταξε τα δίχτυα του απογοητευμένος. Άδεια. Μόνο μερικά κοχύλια και αστερίες μπλεγμένα στα δίχτυα που έπαιρναν ένα χρώμα μαγικό από το δείλι. Που να φανταζόταν ότι ήταν στολίδια από τα μαλλιά μιας Σειρήνας. Δεν θα ξαναρχόταν πια σε αυτόν τον κόλπο. Θα δοκίμαζε να βρει άλλο αγκυροβόλι. Δεν του τραγουδούσε πια η θάλασσα εκεί   γιαυτό σταμάτησε να του δίνει τα δώρα της, σκέφτηκε. Μάζεψε τα κοχύλια, τα τύλιξε στα δίχτυα και  έφυγε.

Και έμεινε από τότε ορφανός ο κόλπος της Σειρήνας. Έτσι τον ονόμασαν αργότερα οι κάτοικοι του νησιού. Και όποιος περπατήσει σε αυτή τη παραλία και σταθεί στην άκρη του βράχου, θα τον βρει γεμάτο  κοχύλια πορφυρά και αστερίες που αν τα φέρει κοντά στο πρόσωπο μπορεί να ακούσει ακόμα το τραγούδι της .

Painting  by Frederique Leighton “The Fisherman and the Sirene”

…………………

Οι Σειρήνες ήταν θαλασσινές θεότητες που σχετίζονταν με τον  έρωτα και το θάνατο. Συνήθως είναι αριθμητικά δύο, η Αγλαόπη ( όμορφη Φωνή) και η Θελξιέπεια (Γλυκός Λόγος) ή τρεις  Παρθενόπη, Λευκωσία και Λιγεία. Αναφέρονται για πρώτη φορά στην Οδύσσεια ως κατοικούσες στη νήσο Ανεμόεσσα του Τυρρηνικού πελάγους.


“Κλειδωνιά”

 

“…κράταγε στα χέρια του

μαζί με τ’άλλα αστέρια του

του παραδείσου το κλειδί.”

Ο Ξένος, Νίκος Γκάτσος 

Φρόντισε να τελειώσει νωρίς σήμερα από τη δουλειά.   Γύρισε  αργά το κλειδί στην πόρτα. Ήσυχη νύχτα, της άρεσε ο ήχος του κλειδιού που γύριζε αργά αργά. Το ξεκλείδωμα. Μέταλλο αγκαλιά με μέταλλο. Υποκύπτει και ανοίγει.

Ένας  μήνας είχε περάσει από το δικό της « ξεκλείδωμα». Της είχαν στείλει μια πρόσκληση για την παρουσίαση ενός βιβλίου στον «Ιανό». Απόφαση της τελευταίας στιγμής, μια φίλη που την παρέσυρε. 

 Είχε πολύ κόσμο αλλά η παρουσίαση ήταν λιτή και απέριττη χωρίς πολλά πολλά.  Αγόρασε το βιβλίο και άρχισε να το ξεφυλλίζει.

-Έχεις στυλό; Ρώτησε η φίλη της.

-Όχι, τι το θες;

- Μα για να πάμε να μας υπογράψει το βιβλίο!

-Καλά πήγαινε εσύ, δεν μου αρέσουν εμένα αυτά.

-Μα έλα  τώρα…. για παρέα, περίμενε στην  άκρη εσύ. 

Στην άκρη περίμενε. Η φίλη της ήταν η τελευταία στη σειρά ….. μα ξαφνικά κάποιος την τράβηξε, χαιρετισμοί αγκαλιές και βρέθηκε πρώτη. Την πλησίασαν.

Ένας πρώην συνάδελφος. Συστάσεις. Η χειραψία. Δέρμα που αγγίζει δέρμα. Υποκύπτει και ανοίγει…. μια άλλη πόρτα. Déjà vu.  Το  άγγιγμα γνώριμο. Μα  και η ματιά.

Συνέχισαν για ποτό. Τυπικές κουβέντες που από πίσω όμως έκρυβαν άλλου είδους απορίες. Δίλημμα. Αν  τελειώσει γρήγορα το ποτό, θα μου δώσει πάλι το χέρι του, θα τον αγγίξω έστω και έτσι, σκέφτηκε εκείνη. Αν τελειώσει γρήγορα  το ποτό, θα φύγει και δεν θα τη ξαναδώ, σκέφτηκε εκείνος. 

Το ποτό τελείωσε. Το μαγαζί είχε γεμίσει ασφυκτικά. Δεν ήταν εύκολο να φτάσουν ως την πόρτα, μα ήταν δίπλα της και με το ένα του χέρι παραμέριζε τον  κόσμο. Το άλλο ακουμπούσε στην πλάτη της και την οδηγούσε απαλά προς τα έξω. Άγγιγμα προστατευτικό που είχε διαπεράσει  όμως το  βαρύ μάλλινο παλτό. 

Βρήκαν γρήγορα ταξί. Κλείδωσε το χέρι της στο δικό του. Ένα φευγαλέο  φιλί στο μάγουλο και ένα «ελπίζω να τα ξαναπούμε σύντομα» που βγήκε με δυσκολία. 

Σήμερα, ένα μήνα μετά , θα τον έβλεπε πάλι. Είχε γενέθλια η φίλη της και θα το γιόρταζαν στο ίδιο μπαράκι. Στο ίδιο σημείο στη μπάρα. Επανάληψη της ίδιας σκηνής; Περίπου. Η μουσική ήταν δυνατά και κάθε φορά που ήθελε να της πει κάτι  έσκυβε  κοντά της. Διακριτικά μεν, αλλά η ανάσα του στο λαιμό της σαν να τόνιζε  τις λέξεις. Τις ζέσταινε. Και η θέρμη αυτή την «ξεκλείδωσε». Αφέθηκε στο ταξίδι που τώρα ξεκίναγε από την ανοιχτή πια πόρτα  ….  της καρδιάς της. 

Το μαγαζί και πάλι ασφυκτικά γεμάτο. Έφυγαν με τον ίδιο τρόπο. Ανοιξε προστατευτικά  τον δρόμο προς την πόρτα. Το χέρι του κρατούσε τώρα σφιχτά το δικό της χέρι. Το σώμα του κλείδωσε αργότερα  το   σώμα της. Μια αρμονία μαγική. Οπως όταν μπαίνει το σωστό κλεδί στην  κλειδωνιά!     

( Cutting Crew, ” I just died in your arms tonight”)  


Αστέρι και οχι πεφταστέρι

  Σ’ένα γκρίζο πλανήτη πολλά πεφταστέρια συνομιλούν:  

-Πότε έπεσες εσύ;

-Δεν θυμάμαι, δεν θέλω να θυμάμαι… Μικρός ήμουν.

-Και εγώ, νομίζω Δευτέρα δημοτικού πήγαινα. Γύρισα μια μέρα σπίτι και δεν βρήκα κανέναν. Ολοι έλειπαν πάλι. Κρύωνα. Που πήγαν  τα χρώματα, που πήγαν τα παιχνίδια; Που είναι το χάδι; Μα δεν είχα και ποτέ. Όλο με άφηναν. Νομίζω πριν ακόμα γεννηθώ, ήμουν ένα πεφταστέρι.

-Και εγώ αυτό νομίζω. Εγώ «έπεσα» όταν ήμουν δέκα χρονών. Μου μίλησαν για «σχήματα» που έπρεπε να κάνω. Α.. μ’αρέσουν φώναξα  αν  και αισθανόμουν  λίγο κουρασμένος  χωρίς να καταλαβαίνω ακόμα το  γιατί. Ξέρω να κάνω ωραίο κύκλο, και τετράγωνο  και τρίγωνα πολλά. Μα δεν ήταν από εκείνα τα «σχήματα.»……

 -Και το μικρούλι εκεί πέρα; Ξέρεις την ιστορία του;

-Ξέρω…  είναι σαν εμένα και εσένα μαζί. Σαν κάποιος να ένωσε τις ιστορίες μας και να έφτιαξε ένα άλλο παραμύθι … Δεν μου αρέσει…

-Θα μου πεις όμως έτσι δεν είναι;

-Θα σου πω γιατί σε αυτό τον γκρίζο πλανήτη μόνο αυτά έχουμε να μοιραστούμε. Τον άφησαν όπως και εσένα μωρό ακόμα. Τον άφησαν γιατί δεν ήταν τόσο φωτεινός όπως ο δίδυμος αδερφός του, γιατί με το που γεννήθηκε πριν καν μάθει ακόμα τι είναι χάδι, ήχος, χρώμα, έπρεπε να κάνει και αυτός «σχήματα» .

-Δεν μου άρεσε αυτό το παραμύθι.

-Ούτε και σε μένα. Να βλέπεις και τα παιδιά εκεί κάτω; Παρόμοια παραμύθια με μας έχουν. Γκρίζα. Σαν το πλανήτη που κατοικούν τα πεφταστέρια.

 -Όχι, δεν θέλω να το πιστέψω ότι θα μείνουμε για πάντα εδώ. Θέλω να παίξω, θέλω να μεγαλώσω όπως όλα  τ’άλλα παιδιά. Εγώ θα ελπίζω.

-Και σε τι θα ελπίζεις παρακαλώ;Δεν μου λες και μένα να ελπίζουμε παρέα;

-Θα σου πω μα ….. τι είναι αυτός ο θόρυβος; Από που έρχεται;

-Από εκεί ψηλά νομίζω, λες να έρχεται και άλλο πεφταστέρι;

-Όχι κοίτα,  αυτό είναι λαμπερό πολύ και έχει απ’όλα τα χρώματα, σαν ουράνιο τόξο. Και όσο πλησιάζει  τόσο πιο πολύ λάμπει. Άμα ήταν πεφταστέρι όσο θα πλησίαζε κοντά μας θα χανόταν, θα σκοτείνιαζε. 

Το αστέρι περνάει πάνω από τα κεφάλι όλων των παιδιών, τα χαϊδεύει με τις χρωματιστές ακτίνες του στα μαλλιά και τους τραγουδά. Ξαφνικά τα πεφταστέρια αρχίζουν να λάμπουν και αυτά, να παίρνουν χρώμα, να παίρνουν ζωή.  Να ξαναγίνονται τα αστέρια που ήταν πάντα. 

-Κοίτα, κοίτα, έχω χρώματα, έχω χρώματα, χαμογελώ. Και ο πλανήτης μας άλλαξε. Δεν είναι πια γκρίζος, έχει και λουλούδια και σπίτια να μείνουμε.

-Ναι…δεν είμαστε μόνοι μας πια …. και εγώ τώρα δεν πονάω τόσο πολύ. Θα παίζω και θα τα νικήσω αυτά τα «σχήματα».

-Όλα τα παιδιά θα παίζουμε παρέα στον Χρωματιστούλη μας, έτσι θα λέμε τον πλανήτη μας τώρα. Είδες που στο’λεγα; Εγώ το ήξερα…. Μου το’χε πει μια καλή νεράιδα ότι θα ξαναπαίξω όπως και πριν και ότι δεν μείνω ποτέ μια μόνη. Και θα τραγουδάμε… άκου… αυτό είναι το τραγούδι της νεράιδας μου! Έρχεται μέσα από το λαμπερό αστέρι:

« Δεν είσαι άγγελε μου πεφταστέρι

Μα της καρδιάς μου το χρυσό αστέρι

Το χεράκι δώς μου το μικρό

Για ν’ανεβείς ψηλά στον ουρανό

 Και εγώ κοντά σου θα διαβάζω

Παραμύθια με  χαμόγελο  γαλάζιο  ………………………………………………………….

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ 

Στα παιδιά που είναι μόνα

Στα παιδιά που πονούν

Στα παιδιά που δεν πρέπει ποτέ να πάψουν να ελπίζουν 

Αφιερωμένο επίσης 

Στους μαθητές μου , που με τους πιο πολλούς  κλείσαμε φέτος έναν κύκλο δώδεκα χρόνων. Στ’αστέρια μου λοιπόν και τους ευχαριστώ που δεν με ξεχνούν. 

Αφιερωμένο στην αγάπη  και στην ελπίδα.

…………….  

Υγ «Σχήμα» ονομάζεται το κοκτέιλ φαρμάκων που δίνεται για χημειοθεραπεία ….

εικόνες από lilypad.ellenmilliongrapgics  


Aπαγωγή-ανταλλαγή, β’μέρος

 

-Γιατί με κοιτάς έτσι;

-Δεν σε κοιτώ έτσι …. να σε αναγνωρίσω προσπαθώ ή να σε ξαναγνωρίσω μάλλον.

-Και εγώ  το ίδιο μη νομίζεις…. Δεν μου ήταν εύκολο όλο αυτόν τον καιρό να μην σου μιλώ αλλά νομίζω καταλαβαίνεις.

-Ναι είχα καταλάβει αλλά και εγώ δεν άντεξα άλλο για αυτό και … η απαγωγή! Αλλιώς  βέβαια τη  περίμενα …

-Αλλιώς ε; Τώρα να δεις τι σε περιμένει! Προετοιμασίες κρυφές εσύ , σειρά μου τώρα.

Σειρά του τώρα να την απαγάγει και να την ταξιδέψει… στη μαγεία του απρόοπτου. Εκεί που νομίζεις ότι όλα κυλούν  σε μια προδιαγραμμένη πορεία ξαφνικά κάποιος σου κλείνει το μάτι, μια πόρτα ανοίγει και…

Μόλις μπήκαν στη Σήραγγα του Αρτεμισίου, έκλεισε για λίγο τα μάτια της  και ξαναμπήκε στο χθεσινοβραδινό της όνειρο που την κράτησε ξάγρυπνη μέχρι το πρωί… Άνοιξε τα μάτια της τη στιγμή που έβγαιναν από τη Σήραγγα, τη στιγμή που έβγαινε από το νυχτερινό της όνειρο και έμπαινε σε αυτό που ξεκινούσε τώρα, λαμπερό σαν τον  χειμωνιάτικο ήλιο που παλεύει  να  χαράξει το κρύο με τις καυτές ακτίνες του. Σαν τη χθεσινοβραδινή τους πάλη πάνω στα αγριολούλουδα που τους βρήκε νικητές και τους δύο.

Σταμάτησαν στη Σπάρτη για καφέ και συνέχισαν για την ανατολική πλευρά του Ταϋγετου.

Δεν της είχε πει πολλά. Μόνο οτι θα έφθαναν μέχρι κάποιο σημείο με το αυτοκίνητο και μετά θα συνέχιζαν με τα πόδια. Μερικές στροφές ακόμα και μπρόστα τους ορθωνόνταν επιβλητικό το ” αρσενικό βουνό”.

Εφτασαν στο Ξηροκάμπι, στους πρόποδες του βουνού και άφησαν το αυτοκίνητο έξω από ένα παλιό πέτρινο σπίτι.  Ένας  νεαρός τους έγνεψε να αφήσουν το αυτοκίνητο λίγο πιο πέρα.  Φίλος από τον ορειβατικό. Συστάσεις στα γρήγορα.

- Ολα έτοιμα, κανόνισα να  έχετε ρεζερβέ το καταφύγιο για το Σαββατοκύριακο. Αυτά που ζήτησες είναι ήδη πάνω! Καλή διαδρομή!  

Τα σακίδια στην πλάτη και ξεκίνησαν τη δική τους ανάβαση. Άφησαν πίσω το Ξηροκάμπι και ανηφόρισαν για τη Κουμουστά. Στην έξοδο του χωριού στάθηκαν να ξαποστάσουν στη παλιά πετροκαμάρα. Δίπλα στο γεροπλάτανο και  στις παλιές βρύσες. Δίψασε. Σαν να το κατάλαβε , γέμισε τις φούχτες  του  νερό και της έδωσε να πιει. Νερό δροσερό από το βουνό μα και γλυκό από το χάδι των χεριών του. Του’σκασε ένα ρουφηχτό ναζιάρικο φιλί στο στόμα με βουνίσια ακόμα γεύση και συνέχισαν.

Έφτασαν στο καταφύγιο νωρίς το απόγευμα.  Αχνισμένο τοπίο, θρονιασμένο ανάμεσα στα  μενεξεδένια πια  σύννεφα.

- Πάρε το κλειδί και άνοιξε εσύ , της είπε.

Σκηνικό αντίστοιχο με το χθεσινοβαρδυνό με μια νότα βουνίσιας ζέσης. Το τζάκι είχε θεριέψει για τα καλά και ο ήχος από τα πυρωμένα ξύλα σιγόνταρε τον αέρα που περνούσε ανάμεσα από τα πορτόφυλλα. Πήλινα βάζα με θυμάρι, ένα ξύλινο λεκανιδάκι με κάστανα και δυο μπουκάλια Amethystos.

-Εγώ πρέπει να πω κάτι τώρα για όλο αυτό; Μέχρι και το αγαπημένο μου κρασί θυμήθηκες….

-Οχι, εσύ έχεις πει πολλά, εγώ πρέπει να εμφανίσω τώρα όλα αυτά που θυμάμαι. Γιατί τα θυμάμαι όλα. Πως με κοίταξες την πρώτη φορά στο Λούσσιο, τη χροιά της φωνής σου στο πρώτο μας τηλεφώνημα, το πρώτο φιλί που μου’στειλες. Απλά τα κρατούσα κλειδωμένα και είχα ξεχάσει που είχα βάλει το κλειδί, μέχρι που το ανακάλυψες εσύ… Να σου πω , γιατί στέκεσαι όρθια, άσε τη θέα στο παράθυρο και έλα εδώ σε παρακαλώ…

-Αφού με παρακαλείς τόσο γλυκά έρχομαι, να φέρω  μόνο και εγώ κάτι που θυμήθηκα ότι έψαχνες. Εκείνο το ποίημα…

-Ετσι ε; Να σου φέρω και εγώ τότε το τραγούδι που έψαχνες, εκείνο …..

Σηκώθηκε να φέρει το ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου ” Ο Ταύγετος και η Σιωπή”. Εκείνος έψαχνε να βάλει καινούριες μπαταρίες στο παλιό κασετόφωνο.

Χώθηκε σε μια γωνιά της αγκαλιάς του και περίμενε την ανταλλαγή.

-Μου δίνεις το ποίημα και πατάς το play.

Λέξεις, ρίμες, νότες, στίχοι με νόημα, έγιναν ένα με αυτή την ανταλλαγή-απαγωγή. Και είχαν για λύτρα χάδια και φιλιά. 

.………………….

Απόσπασμα από το ποίημα: “Ετσι μου στάθηκε ο Ταύγετος.

Έτσι μου στάθηκε ο Ταΰγετος,

όπως η κόρφος της μητέρας μου.
Με πότισε γαλάζιο, αψύ αίμα, ήλιο και πράσινο
ως να μου δέσει την ψυχή όπως την πέτρα του
ως να χαράξει στην καρδιά μου τις βαθιές χαράδρες του
να σχηματίσει μες στη ζωή μου δώδεκα κορφές
να βγαίνω απάνω με μοναδικό μου όνειρο τον ήλιο.
Με δίψα μου μοναδική τον ήλιο.
Δίψα βαθιά σαν ωκεανό,
ψηλότερη κι απ’ το φεγγάρι.
Δίψα που να την λυπηθεί ο Θεός!

Το ρεφρέν του τραγουδιού:

«Ήταν μια σπίθα στην αρχή

Και μιας βροχής ψιχάλα

Κι έγινε  σπίθα πυρκαγιά

Και πέλαγος η στάλα.»

…………………………………

Ας  με συγχωρήσουν οι ντόπιοι συνταξιδιώτες , για τυχόν λάθος αναφορές στη διαδρομή αλλά δεν έχω πάει  ποτέ προς τα εκεί…. ελπίζω να απολαύσατε τουλάχιστον το ταξίδι!        


Διπλή απαγωγή

 

«Eχετε νέο μήνυμα»

« Στις 23:00 στο Γκαζάκι»

Πολύ  λακωνικό το βρήκε. Μήπως και αυτά που τις έστελνε εκείνος δεν ήταν; Χωρίς περιτύλιγμα, μόνο τα απαραίτητα. Και όταν βρισκόντουσαν το ίδιο. Προσπαθούσε με τα μάτια να της πει αυτά που η καρδιά φοβόταν.

Ήταν σχεδόν δυο μήνες μαζί. Τον είχε ενθουσιάσει από την πρώτη φορά που την είδε στην εκδρομή στο Λούσιο. Mια αγκαλιά ανοιχτή, εύθραυστη σαν μαγιάτικη πεταλούδα. Αυτή τη φορά όμως έπρεπε να περιμένει. Να μην βιαστεί, να μην δώσει, να μην εξομολογηθεί.

Στις 23:10 είχε ήδη παραγγείλει το ποτό του στη μπάρα. Ανίχνευσε τον  χώρο αλλά δεν την εντόπισε.

«Έχετε νέο μήνυμα»

« Famous  σήμερα  όχι Sambuca απόψε; Δεξιά στο βάθος. Μην έρθεις. Όταν τελειώσεις το ποτό, έλα έξω.» 

Λακωνική και … με οδηγίες, τι ήταν αυτό πάλι; Δεν ήξερε τι είδους παιχνίδι ήταν αλλά αποφάσισε να συμμετέχει με τους δικούς του όρους. Εξάλλου είχε κάνει και αυτός την προετοιμασία του για την επόμενη  μέρα. Το είχε πάρει απόφαση. Έπρεπε να παραδοθεί σε αυτή την αγκαλιά. 

Την εντόπισε να έχει κουρνιάσει στον δερμάτινο  καναπέ. Ένα ποτήρι λευκό κρασί. Με ένα  τζιν και ένα λευκό ντραπέ πουκάμισο που σε προκαλούσε να το λύσεις. Απλή χωρίς πολλά πολλά. Του χαμογέλασε. Ήπιε αργά και την τελευταία γουλιά κρασί και βγήκε έξω.

Ακολούθησε και εκείνος μετά από δέκα λεπτά. Τα στενά δρομάκια έσφυζαν από κόσμο. Περπάτησε προς την Κωνσταντινουπόλεως. Οι μπάρες κατεβαίνουν αργά για να περάσει το τρένο. Μικρό μόλις τρία βαγόνια. Σκοτεινό. Μα που είναι; 

Ένα κόκκινο αυτοκίνητο περνά ξυστά δίπλα του.

 « Μπείτε μέσα σας παρακαλώ»

« Φιλήστε την οδηγό και διαλέξτε βορρά ή νότο; Αυτή θα είναι η τελευταία απόφαση που θα πάρετε σήμερα. Σας απαγάγω!» Της έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο στόμα. « Βορρά»« Εντάξει, σπίτι λοιπόν, μισό λεπτό να δώσω οδηγίες». Έστειλε κάπου ένα μήνυμα και ξεκίνησαν για τα βόρεια προάστια όπου έμενε.

Εκείνη περίμενε αντισταθεί, να πει κάτι όμως τίποτα.  Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι οι όροι του παιχνιδιού είχαν αντιστραφεί. Πως θα μπορούσε άλλωστε. Είχε πεισμώσει μαζί του για αυτό αποφάσισε να πάρει «δραστικά μέτρα» και να του ανοίξει τη καρδιά της  και τώρα …. αυτός εκτελούσε τις διαταγές  της χωρίς αντίσταση.

Του έδωσε τα κλειδιά ν’ ανοίξει. Κεριά αναμμένα παντού, λουλούδια του αγρού σκόρπια εδώ και εκεί. Όχι τυποποιημένες  ανθοδέσμες και τριαντάφυλλα.  Τα πιο πολλά από το μπαλκόνι της, φρέσκα σαν  και εκείνη. Το τζάκι αναμμένο, μουσική οι προθέσεις ήταν προφανείς …….. και  φυσικά δεν υπήρξε αντίσταση και πάλι.

Το πρωί σηκώθηκε νωρίς να κάνει τις δικές του προετοιμασίες. Έφτιαξε καφέ και κάθισε δίπλα της. Προσπάθησε να τις βγάλει απαλά απαλά τα  γιασεμιά που είχαν πιαστεί στις μπούκλες, αιχμάλωτα και αυτά όπως αυτός, αλλά μάταια.Την ξύπνησε.

« Καλημέρα, τι ώρα είναι;»

« Επτά . Διάλεξε βορρά ή νότο; Αυτή θα είναι η τελευταία απόφαση που θα πάρεις σήμερα. Σε απαγάγω.»

 Μήπως δεν άκουσε καλά, μήπως συνεχιζόταν το χθεσινοβραδινό όνειρο…

« Νότο» απάντησε απαλά μια και εκείνος είχε διαλέξει βορρά.

« Εντάξει, βγάλε τα ορειβατικά σου μποτάκια  και ετοιμάσου. Φεύγουμε για εκείνη την εκδρομή στο βουνό που ήθελες. Θα πάμε στο καταφύγιο στο Ταΰγετο. Πληροφορίες τέλος.»

« Στο Ταΰγετο… που το θυμήθηκες; Να κατεβάσω και τα μπουφάν; Και εσύ, τα ρούχα σου;»

« Εχω προνοήσει. Να ντυθείς ζεστά μην μου κρυώσεις, αν  και θα φροντίσω εγώ για αυτό και για μερικά ακόμα που θυμάμαι…»             


Το Κομπολογάκι του Δάσους

 

Το Αηδόνι και το Δάσος 

-         Γιατί δεν έστρωσες κάτω από τη κουμαριά;

-         Προσπάθησα αλλά δεν τα κατάφερα. Φύλλα χρυσά ολόκληρα έριξα, τα πρώτα τα φθινοπωρινά, τα δεύτερα μα έρχεται ο αέρας και τα παίρνει, σαν μην θέλει να καλυφθεί το αποτύπωμα, εκεί να μείνει και να θυμίζει….

-         Τι να θυμίζει, γιατί δεν ξαπλώνουν τα φύλλα ;

-         Γιατί άλλοι ξάπλωσαν  το περασμένο φθινόπωρο εκεί, και έμεινε το γυμνό χώμα να θυμίζει  τη γύμνια της ψυχής τους.

-         Ποιοι ξάπλωσαν, ποια  ψυχή, πες μου σε παρακαλώ,  δεν έρχομαι πολύ συχνά στο σπιτικό σου,  δεν καταλαβαίνω.

-         Θα σου πω μα …. τραγούδησέ μου λιγάκι, μου’χει λείψει και μένα η λαλιά σου. Πρέπει να ήταν τέλη Οκτώβρη θαρρώ,  είχαν φύγει όλοι , μόνο εγώ και το Ποτάμι μείναμε. Εγώ ν’αλλάζω φύλλωμα και εκείνο όλο και να φουσκώνει, να κατεβάζει θυμωμένο  φύλλα, κλωνάρια και  κάθε λογής  κομμάτια μου. Ενα δυνατό βουητό που δεν σε κούραζε όμως. Να, όπως  τώρα που σε σιγοντάρει στο τραγούδι σου. Ξαφνικά σαν να προστέθηκαν και άλλες νότες σ’αυτή τη συγχορδία. Λίγο από γέλιο, μια ανάσα που έβγαινε με δυσκολία, φύλλα που έσπαγαν.

Ρώτησα τότε το Ποτάμι -  Μα είναι επικίνδυνα εδώ, εσύ τους έφερες;

-Όχι, δεν ήμουν εγώ η πηγή, μου απάντησε το Ποτάμι, μα τους έβλεπα να διψούν, με κοίταζαν ώρες, και τους φίλεψα .

 - Δεν δίψαγαν για  νερό δε βλέπεις ;

Η Κουμαριά αναθάρρεψε που είχε μουσαφιραίους. Έριξε  φύλλα και καρπούς για να τους καλωσορίσει. Μια αγκαλιά γίναν τα κλαδιά της για να μην κάψει ο ήλιος την αγκαλιά από κάτω.

 -         Μη σταματάς, πες μου τι έγινε μετά;

-         Και εσύ μη σταματάς το τραγούδι σου είπα. Έχω λόγο που στο ζητώ.  Μετά, έγιναν τα φιλιά και τα χάδια καρπός της γης. Τα μάζεψε ένα ένα με τα χέρια της και τα έκανε κομπολόι σε μια κορδέλα από τα μαλλιά της . Και του το χάρισε. 

-         Και τώρα,…. λες να ξανάρθουν;

-         Δεν ξέρω Αηδόνι μου, είναι εύθραυστα του Δάσους τα κομπολόγια …… μα  μη σταματάς εσύ να γλυκοτραγουδάς. Μπορεί και να τους φέρει πίσω το τραγούδι σου. 


Ας ανέβουν οι μυρωδιές….

 

-Πόσο κύμινο να βάλω γιαγιά;

-Βάλε μέχρι να ανέβει η μυρωδιά.

-Ν’ανέβει και που να πάει;

-Ψηλά, σε σένα, να τη νοιώσεις. Μόνο τότε  θα είναι νόστιμο το φαγητό.Να μπει μέσα σου και να αισθανθείς τη γεύση στο στόμα. Σαν να τα τρως τώρα τα σουτζουκάκια. Να τα αισθανθείς να διαλύονται στο στόμα.

-Εύκολη η συνταγή. Και απλή. Δεν έχει πολλά

.-Μα τα πιο νόστιμα φαγητά φτιάχνονται με απλά υλικά μετρημένα στα δάχτυλα. Δεν χρειάζονται πολλών  λογιών  στολίδια. Άμα το αγαπάς αυτό που φτιάνεις θα γίνει νόστιμο. Από τα χεράκια σου και τη καρδιά σου θα νοστιμίσει.

-Ωραία φέρε μου τον κιμά, θα τα πλάσω εγώ. Θα βάλω και μια στάλα φρέσκια ντοματούλα μέσα για ν’αφρατέψει !Να τα φάμε και με χυλοπίτες για αλλαγή όχι με πιλάφι. Από αυτές που έφερε ο θείος από το χωριό. Και λίγο Μελίπαστο από δίπλα σαγανάκι….. τι λες ; -Να βάλεις ότι νομίζεις καρδιά μου και να φτιάξεις ότι θες. Αρέσει και στον παππού με χυλοπίτες.

Χτες έφτιαξα σουτζουκάκια με χυλοπίτες και τριμμένο τυράκι από πάνω. Μελίπαστο (τυρί ξερό από τη Λήμνο  που κάνει το πιο ωραίο σαγανάκι) δεν είχα, δύσκολο να το βρει κανείς στην Αθήνα. Θυμήθηκα λοιπόν τη γιαγιά την Ευριδίκη, που μαγειρεύαμε μαζί  όταν ήμουν μικρή. Έχω ακόμα το μπλοκάκι με τις συνταγές. Κιτρινισμένα φύλλα με  γεύσεις χαμένες στον χρόνο. Υλικά μετρημένα σε δράμια και οκάδες. Συνταγές από τη Λήμνο και την Αίγυπτο. Κλίκια με τυρί, καχκ με χουρμά, φοινίκια, δάχτυλα της χανούμισσας με ζάχαρη άχνη, πισκοτάκια…..

Τα τιμήσαμε δεόντως τα σουτζουκάκια. Και τις χυλοπιτούλες εκ Βυτίνας. Με μια συνταγή απλή και αγαπημένη. Της γιαγιάς Ευρυδίκης με μερικές πινελιές της εγγονής:

Υλικά:

  • ½  κιλό κιμά μοσχαρίσιο (με λίγο παχάκι για  νοστιμιά)
  • 3 μεγάλες γινωμένες ντομάτες
  • 2 σκελίδες σκόρδο
  • Κύμινο, αλάτι, πιπέρι πράσινο φρεσκοτριμμένο
  • Λάδι, κρασί,
  • 2 κουταλιές πελτέ

Εκτέλεση:

Στον κιμά τοποθετούμε:

1 σκελίδα σκόρδο ψιλοκομμένη, τα μπαχάρια, ½ φλιτζάνι τριμμένη ντομάτα και λάδι. Πλάθουμε τα σουτζουκάκια, αλευρώνουμε και τηγανίζουμε σε δυνατή φωτιά.Σάλτσα: Τοποθετούμε στη κατσαρόλα την 2η σκελίδα σκόρδο ψιλοκομμένη με λίγο λάδι να σωταριστεί ελαφρά, σβήνουμε με κρασί, και ρίχνουμε τον υπόλοιπο χυμό ντομάτας. Ανακατεύουμε και προσθέτουμε τον πελτέ και τα μπαχάρια. Αφού βράσει για  ένα τέταρτο περίπου, ρίχνουμε μέσα και τα σουτζουκάκια και αφήνουμε για άλλα 20 λεπτά περίπου.

Καλή σας όρεξη!

(foto άπό www.wholefoodmarket  )


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.