To ήξερα ότι το τηλεφώνημα θα γινόταν νύχτα. Το περίμενα. Όταν χτύπησε, ήξερα ποια θα ήταν η απάντηση. Δεν ήθελα όμως να σηκωθώ από το κρεβάτι. Πήγα όμως.Σιωπή.
13 + 3 = 16 Νοεμβρίου 2001.
Μετά σαν να μην ήμουν εγώ. Σαν να είχα βγει από το σώμα μου και να έδινα οδηγίες και κατευθύνσεις γιατί οι υπόλοιποι αδυνατούσαν.
Σου αρέσουν άραγε αυτά που γράφω; Μην γράφεις τόσο μελό μου έλεγες. Μην βιάζεσαι, μην προσπαθείς να τα χωρέσεις όλα σε μια στιγμή. Και εγώ προσπαθούσα να στριμώξω όσο το δυνατόν περισσότερα στη μέρα, στην ώρα, στο λεπτό. Δεν είχες χρόνο, δεν είχα χρόνο, δεν είχαμε χρόνο.
Έρχεσαι και φεύγεις συχνά, αέρινη διαβάτισσα. Μια αγκαλιά που να σου στείλω, που να μου στείλεις; Μου την έστειλες πέρυσι όταν έφευγα από το σπίτι μας. Την ένοιωσα πιο πολύ, όταν φέτος το καλοκαίρι σκίρτησε μέσα μου μια τόσα δα καρδούλα για δυο μήνες. Μετά σιώπησε και αυτή και ήρθε να σε βρει. Ξέρω ξέρω τι θα μου πεις. Δεν το βάζω κάτω εγώ, το ξεροκεφαλάκι σου.
Να’σου πω. Σου μιλώ σήμερα γιατί την Παρασκευή θα τρέχω πάλι από εδώ και από εκεί. Ξέρεις εσύ. Σου μιλώ νωρίτερα και όχι για πολύ. Λίγο για να ξορκίσω αυτά που πρέπει εντάξει; Θα πω άλλα πράγματα τη Παρασκευή, πιο ευχάριστα, στο υπόσχομαι. Φεύγω τώρα, έχω μάθημα. Σε φιλώ.