Αρχείο Ετικετών: παραμύθια

Αυτός που δεν του έλειπαν οι γυναίκες ή η εκδίκηση για το “μη φιλί” του

grand-hotel-menagio

Τα μάτια του κοιτούσαν πάντα περισκοπικά ακόμα και αν είχε μπροστά του το απόλυτο θηλυκό. Γιατί απλούστατα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να βρεθεί στην τροχιά του ένα άλλο πιο απόλυτο θηλυκό και να εξοστρακίσει με μια λάγνα ματιά το προηγούμενο ….μέχρι να βρεθεί το επόμενο και ούτω καθεξής. Γιατί ο Αngelo, όνομα και πράγμα, ήταν ο ορισμός του λατίνου εραστή. Τίποτα πάνω και μέσα του δεν είχε ξεφύγει από τον ορισμό. Λίγο πριν τα σαράντα απέπνεε ταυτόχρονα τη δροσιά της νιότης από το σφριγηλό κορμί του μαζί με την επιμονή και την εμπειρία των σχέσεων που του άρεσε να χτίζει. Γιατί ο Αngelo, δεν έκανε σχέσεις , τις έχτιζε σιγά σιγά για να τις γκρεμίσει αργότερα ο ίδιος όταν το έκρινε σκόπιμο.

Δεν του άρεσαν πολύ οι σχέσεις μιας βραδιάς, όχι ότι δεν είχε κάνει, αλλοίμονο, θα ήταν ντροπή και μόνο για το είδος του άντρα που αντιπροσώπευε, αλλά πέρα από αχαλίνωτό σεξ, δεν είχε να του προσφέρει τίποτα περισσότερο. Πόσο μάλλον όταν η προσπάθεια κατάκτησης του θηλυκού κρατούσε παρά τις προσδοκίες του λιγότερο από μία ώρα. Αν η γυναίκα ήταν έτοιμη τόσο γρήγορα να πέσει στην αγκαλιά του φυσικά και δεν θα την άφηνε ανικανοποίητη, αλλά πολύ γρήγορα θα τέλειωνε και ή όποια δική του ικανοποίηση. Παρόλο που οι πιο πολλές γυναίκες έδειχναν φανερά ενοχλημένες που δεν υπήρχε συνέχεια, κατά ένα περίεργο τρόπο δεν είχε ακουστεί τίποτα το δυσάρεστο γι αυτόν.

Όλες όμως είχαν να πουν για το πόσο περιποιητικός και διεκδικητικός ήταν μέχρι το κρεβάτι τουλάχιστον, γιατί για το μετά δεν έλεγαν και πολλά. Όλες μίλαγαν για το πριν. Για τον προσωπικό του οδηγό που έστελνε να τις παραλάβει πριν το δήθεν επαγγελματικό δείπνο, για το σημείωμα στο κάθισμα του αυτοκινήτου που άφηνε υπονοούμενα για το επιδόρπιο της βραδιάς και φυσικά όλες μίλαγαν για το «Μη φιλί του» και « το μη άγγιγμα».

Αυτά ήταν τα χαρακτηριστικά υλικά που χρησιμοποιούσε ο Angel για να ξεκινήσει το χτίσιμο της κατάκτησης. Και ενώ αυτή του η τακτική ταξίδευε από στόμα σε στόμα και τα υποψήφια θύματα θα μπορούσαν να πάρουν τις απαραίτητες προφυλάξεις, τους ήταν αδύνατον τελικά να αντισταθούν.

O Angel διάλεγε πάντα χώρους όπου το μελλοντικό του θύμα δεν θα μπορούσε να αντιδράσει όπως θα ήθελε. Ιδανικό σκηνικό αποτελούσαν οι ομιλίες και τα συνέδρια όπου επικρατεί ησυχία και προσήλωση στον ομιλητή. Πάντα κατάφερνε να έχει δίπλα του τη γυναίκα που του άρεσε και σε ανύποπτη στιγμή έσκυβε προς το μέρος της τάχα να την ρωτήσει κάτι σχετικό και ακουμπώντας δήθεν τυχαία τα χείλη του στον αριστερό λοβό της. Πρόφερε τόσο αργά την ερώτηση, όσο χρειαζόταν να γευτεί το άρωμά της και να αισθανθεί το δέρμα της να μυρμηγκιάζει. Αφού η σκηνή αυτή επαναλαμβανόταν δυο τρεις φορές, το επόμενο βήμα ήταν να κατηφορίσει από το λοβό στο στόμα, και να ψιθυρίσει περί ανάκαμψης της τουριστικής κίνησης εκεί που ενώνονται τα χείλη της συνομιλήτριας του. Αφού είχε τελειώσει με το «μη φιλί» του, περνούσε στο επόμενο βήμα. Όταν τελείωνε η όποια εκδήλωση συνόδευε τη γυναίκα προς την έξοδο, τοποθετώντας ανεπαίσθητα το χέρι του χαμηλά στη πλάτη, αγγίζοντας με τα ακροδάχτυλά του το ύφασμα από το ρούχο της χωρίς ουσιαστικά να ακουμπήσει το σώμα της. Σαν να χρησιμοποιούσε το απαλό σατέν ή το ζεστό κασμίρι για να στείλει το μήνυμα που ήθελε χαμηλά στους οσφυϊκούς σπονδύλους. Την αποχαιρετούσε προσωρινά αφήνοντάς τη να σιγοψηθεί, μέχρι να ετοιμάσει τις επόμενες κινήσεις του. Μετά της έκανε έρωτα πρώτα με  ένα κανονικό  φιλί, απομακρυνόταν για λίγες μέρες και ανάλογα με την περίσταση  επανερχόταν  προσφέροντάς αυτή τη  φορά ολόκληρο το σώμα του. Ποτέ τη ψυχή του.

Και έτσι κυλούσε η ζωή του τα τελευταία χρόνια και είχε να περηφανεύεται ότι είχαν περάσει από το κρεβάτι του γυναίκες αμύθητου κάλλους από όλες τις φυλές του κόσμου. Σε αυτό βέβαια βοηθούσε και το ότι ήταν ένας επιτυχημένος manager τουριστικών μονάδων.

lake-como

Ήταν ο τέλειος κυνηγός πόσο μάλλον τώρα , που πήρε μετάθεση από το Μιλάνο στο περίφημο Grand Hotel Menaggio στη Λίμνη Κόμο. Πόλος έλξης πολλών διασημοτήτων και όχι μόνο, δεν θα μπορούσε να έχει στα χέρια του ωραιότερο σκηνικό για τις κατακτήσεις του.

-Καλώς όρισες Αngel του είπε ξερά ο παλιός συνάδελφός του Felippe Massimo, αισθανόμενος απειλούμενος από τη φήμη που ακολουθούσε τον φίλο του. Γνωριζόντουσαν χρόνια και ήξερε καλά τις τακτικές του και δεν θα ήθελε να διαταράξει όσα με κόπο είχε χτίσει ειδικά τώρα που ετοιμαζόταν να κάνει το επόμενο βήμα στη ζωή του.

«Πάμε έχουμε ήδη αργήσει, μας περιμένει ο γενικός δ/ντης στo συνεδριακό χώρο κάτω για να μας γνωρίσει κάποιους νέους επενδυτές».

Τα φώτα στην αίθουσα ήταν ήδη χαμηλωμένα για να είναι πιο καθαρή η παρουσίαση στον προτζέκτορα που ήδη έπαιζε εικόνες από την όμορφη λίμνη. Το μυαλό του Angel χάθηκε στο μαγευτικό αυτό σκηνικό και για πρώτη φορά ένοιωσε την επιτακτική ανάγκη να ανακαλύψει τις ομορφιές του και αν είχε και μια αξιόλογη παρέα δίπλα του δεν θα τον χάλαγε καθόλου. Στο pondium ανέβηκε ένας ψηλός άντρας με αγέρωχο βλέμμα και τακτοποιούσε τα χαρτιά του.

-Αυτός είναι ο Γενικός Δ/ντης μας, νομίζω πρώτη φορά τον βλέπετε σωστά;

Προσπάθησε με δυσκολία και μετά από πολύ χρόνο να αρθρώσει ένα αχνό «ναι» γιατί αισθάνθηκε αρχικά μια φλόγα να χαράσσει την αριστερή πλευρά του προσώπου του και στη συνέχεια μια ζάλη από ένα διαπεραστικό άρωμα βανίλιας να θαμπώνει την εικόνα του δ/ντη,

-Αυτός είναι ο φάκελος με όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για τους νέους επενδυτές. Αισθάνθηκε τα χέρια του να λυγίζουν όχι τόσο από το βάρος του φακέλου αλλά από ένα φευγαλέο άγγιγμα των δαχτύλων της άγνωστης συνομιλήτριάς του η οποία μετά από λίγο βγήκε από την αίθουσα.

Αυτή ήταν η δική του τακτική σκέφτηκε προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει ότι ίσως να είχε βρει την ιδανική συντροφιά για την εξερεύνηση της λίμνης. Δυστυχώς η παρουσίαση δεν έλεγε να τελειώσει και ο Angel αισθανόταν να ασφυκτιά . Παρατήρησε μια μικρή έξοδο στα δεξιά και σηκώθηκε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε.

Ένας πολύ μακρύς διάδρομος, όχι καλά φωτισμένος , μερικές πόρτες αριστερά και δεξιά. Ένα γάργαρο γέλιο έσπασε ξαφνικά τη σιωπή στην άκρη του διαδρόμου. Μερικές φωνές ψιθυριστές και λαχανιασμένες ερχόντουσαν από τη τελευταία πόρτα.

-Αmanda querida με έχεις τρελάνει … μα είναι ώρα υπηρεσίας δεν πρέπει…

-Τι δεν πρέπει Felippe… ; τον ρώτησε ναζιάρικά κλείνοντάς του στόμα με άλλο ένα μεθυστικό φιλί μη περιμένοντας την απάντησή του.

Ο Angel αναγνώρισε αμέσως τη φωνή της μυστήριας γυναίκας και αυτή του συναδέλφου του αισθανόμενος για πρώτη φορά ένα μικρό τσίμπημα ζήλιας. Εκείνος που δεν είχε ζηλέψει ποτέ! Η πόρτα δεν είχε κλείσει καλά και μην αντέχοντας τον πειρασμό κοίταξε από το πλάι. Ο Felippe καθισμένος σε μια δερμάτινη καρέκλα με μια όμορφη μελαχρινή πάνω του . Τα μακριά μαλλιά της  τον είχαν σχεδόν κρύψει σαν να ήθελαν να προστατέψουν από τα μάτια του κόσμου το καυτά γεμάτα πάθος φιλιά που του έδινε σε όλο του το πρόσωπο.

- Σου πέρασε τώρα ο πονοκέφαλος αγάπη μου; τον ρώτησε ακουμπώντας απαλά το πρόσωπό του πάνω στο στήθος της που άχνιζε από το πάθος της στιγμής. Ο Felippe ένοιωσε πραγματικά τον πονοκέφαλο που τον ταλαιπωρούσε από το πρωί να εξατμίζεται και αποφάσισε να ανταποδώσει την περιποίηση στην καλή του. Το άγγιξε με τα ακροδάχτυλά του και το αισθάνθηκε στητό και σκληρό εξωτερικά αλλά να λειώνει μετά από λίγο από τα επίμονα χάδια του.

«Νομίζω ως μέλλων άντρα σου έχω και εγώ έχω καθήκον να…. είμαι κοντά σου όποτε νοιώθω ότι με χρειάζεσαι..»

Ο Αngel αισθάνθηκε σαν να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του. Δεν ήταν δυνατόν! Αυτή η όμορφη γυναίκα που θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν η θηλυκή του έκδοση, αυτή ήταν η αρραβωνιαστικιά του Felippe; Απομακρύνθηκε αθόρυβα αισθανόμενος για πρώτη φορά ότι κάποιος του έκλεψε πραγματικά τη  πιο λαχταριστή μπουκιά  που είχε βρει από το στόμα…

μια μπουκιά από ένα σκληρό εξωτερικά αλλά καυτό και υγρό εσωτερικά ….

Brownie σοκολάτας!

 

Εξαιρετικά αφιερωμένο σε όλους τους choco lovers και όχι μόνο!

Να έχετε ένα κόκκινο σαββατοκύριακο!

img_0673

 Υλικά:

2 πακέτα σοκολάτα υγείας Παυλίδη (200 γρ και τα δύο)

1 κούπα βιταμ σοφτ

1 κούπα ζάχαρη

Ι κούπα τριμμένο φουντούκι

3 αυγά

½ κούπα αλεύρι

2 κουταλάκια baking powder

1 βανίλια

Ένα ποτηράκι κρασιού κονιάκ

2 κουταλιές σούπας σοκολάτα cadburry ή κακάο

 Εκτέλεση:

α) Χτυπάμε τα ασπράδια σε μαρέγκα

β)Χτυπάμε τους κρόκους με τη ζάχαρη, τη βανίλια, και το κακάο /σοκολάτα σκόνη

γ)Λειώνουμε σε bain marie τη σοκολάτα υγείας με το βούτυρο

δ) Προσθέτουμε στη λειώμένη σοκολάτα το μίγμα με τους κρόκους και ανακατεύουμε με το σύρμα

ε) Προσθέτουμε το φουντούκι

ζ) προσθέτουμε το αλεύρι και το baking powder

η) Προσθέτουμε το κονιάκ

θ) προσθέτουμε τη μαρέγκα.

Αν δούμε ότι το μίγμα είναι πολύ σφιχτό, προσθέτουμε λίγο κονιάκ ακόμα.  Έχουμε βουτυρώσει ένα μακρόστενο ταψάκι και έχουμε απλώσει μία λαδόκολλα. Ρίχνουμε το μίγμα και ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο, στους 160-170 βαθμούς για 20-25 λεπτά περίπου. Το γλυκάκι μας είναι έτοιμο να λειώσει στο στόμα μας όταν απέξω έχει κάνει μια κρούστα που μερικές ρωγμές και όταν βυθίζουμε στα σπλάχνα του το μαχαίρι βγαίνει καθαρό. Προσοχή δεν θέλει παραπάνω ψήσιμο από 25-30 λεπτά μάξιμουμ.


Dona Panoraia

fairy-3-1

Είναι φίλες εδώ και λίγα χρόνια, νοιώθουν όμως σαν να γνωρίζονται από παλιά.

Μπορεί σε μια άλλη εποχή, τα αρχοντόσπιτά τους να ήταν δίπλα το ένα στο άλλο σε κάποια παλιό βενετσιάνικο καντούνι. Θα έβγαιναν κάθε πρωί βόλτα στην αγορά συνοδευόμενες πάντα από τις παραμάνες τους, να διαλέξουν υφάσματα , αρώματα ,και καλλυντικά προσώπου. Από αγνά υλικά όμως που απλά θα αναδείκνυαν τη φυσική τους ομορφιά και δε θα τη σκέπαζαν.

Έξω από το μαγαζί του Τζανέτου συναντούσαν συνήθως και την έταιρη φιλενάδα τους τη Dona Maria μια κοπέλα εκπληκτικής μεσογειακής ομορφιάς και χάρης με μαύρα εβένινα μαλλιά και μάτια σε σύγκριση με τηDona Dulci και τη Dona Panoraia που είχαν πιο ανοιχτά χρώματα. Έμπαιναν πάντα χαμογελαστές και οι τρεις στο μαγαζί ενώ έξω περίμεναν καρτερικά οι νόνες τους.

Την προσοχή τους αμέσως τράβηξαν τα νέα προϊόντα από γάλα και βανίλια που θα ταίριαζαν περίφημα και στις τρεις αλλά κυρίως στη Dona Panoraia όπως τόνισε με ιδιαίτερο ύφος εκείνη τη μέρα ο Τζανέτος.

Τα είχε μόλις παραλάβει με το πρωινό πλοίο από ένα συνάδελφό του από τη μακρινή Προβηγκία. Κρητικός και αυτός είχε βρει τρόπο να χωθεί σε μια φράγκικη γαλέρα και να φτάσει μέχρι τη Μασσαλία και από εκεί όπως μπορούσε μέχρι τα μενεξεδένια λιβάδια όπως περιέγραφε στον Τζανέτο. Τα λιβάδια με τις λεβάντες που έδιναν χρώμα μενεξεδί σε όλη τη περιοχή.

Εκεί ο Αστέριος έμαθε τη τέχνη να φτιάχνει αποστάγματα λεβάντας για αρώματα, να τα αναμειγνύει με άλλα υλικά και να φτιάχνει πομάδες και σαπούνια. Του άρεσε όμως να πειραματίζεται και έτσι χρησιμοποιώντας τα άρτια εξοπλισμένα εργαστήριά τους, έφτιαξε μια μέρα μια καταπληκτική κρέμα με βάση το γάλα, αρωματισμένη ελαφρά με βανίλια και κανέλα. Πραγματικά θαυματουργή όπως και η κρυφή αγάπη του για τη Dona Panoraia. Kάθε που καταπιανόταν με ένα καινούριο προιόν, σκεφτόταν πρώτα αν θα ταίριαζε στη καλή του, αν θα αναδείκνυε τη μοναδική της ομορφιά. Ηθελε λοιπόν να φτιάξει ένα προϊόν μοναδικό που θα του έδινε και το όνομά της. Κάπως έτσι λοιπόν έφτιαξε και την κρέμα αυτή, γιατί του θύμισε την τελευταία φορά που είχε επισκεφτεί το αρχοντικό της πριν φύγει, τάχα για να δώσει μια αλοιφή στη μητέρα της για τη ξηροδερμία. Σαν στάθηκε λίγο δίπλα του για να πάρει το  βαζάκι με την αλλοιφή, αισθάνθηκε να τον πλυμμυρίζει ένα  γλυκό άρωμα βανίλιας και κανέλας. Αγγιξε με τ’ακροδάχτυλά του τα  πάλλευκα χέρια της και αισθάνθηκε μια ανύπωτη ζεστασιά να τον διαπερνά. Και από τότε το γλυκό της  άρωμα  τον ακολουθούσε παντού….

……

ελπίζω και εσάς ….

Με μεγάλη χαρά λοιπόν η Dona Dulci σας παρουσιάζει τη συνταγή μιας πεντανόστιμης και εύκολης μπουγάτσας, αυτή της καλής της φίλης Donas Panoraia!

Αφιερωμένο εξαιρετικά στη Dona Panoraia και στη Dona Maria!

υγ.Οσοι νέοι φίλοι και φίλες αναρωτιούνται τι εστί Dona Dulci ας διαβάσουν εδώ την αρχή των παραμυθοσυνταγών!

img_0600 

Υλικά:

1 πακέτο φύλλο κρούστας

1 ½ λίτρο γάλα (από αυτό κρατάτε ένα ποτήρι)

1 ½ κούπα ζάχαρη

½ κούπα σιμιγδάλι ψιλό

½ ανθός ορίζυς

3 βανίλιες

Καλαμποκέλαιο για το άλλειμα των φύλλων

Ζάχαρη άχνη και κανέλα για πασπάλισμα

 Εκτέλεση

 Αλείφουμε ένα πυρέξ με το πινέλο και βάζουμε στρώση στρώση τα μισά φύλλα αφού τα περάσουμε με λίγο λάδι με το πινέλο.  Tις άκρες που περισσεύουν, τις κόβουμε λίγο και τις γυρνάμε προσ τα μέσα.

Ζεσταίνουμε το γάλα και ρίχνουμε μέσα: τη ζάχαρη, τις βανίλιες και τέλος το σιμιγδάλι με τον ριζάλευρο (αυτό είναι και το μυστικό υλικό που δίνει τη μοναδική γεύση). Ανακατεύουμε μέχρι να γίνει μια σχετικά σφιχτή κρέμα. Αν δούμε ότι έχει πήξει πολύ ρίχνουμε λίγο από το ένα ποτήρι γάλα που έχουμε κρατήσει.

Ρίχνουμε τη κρέμα στο πυρέξ και βάζουμε και τις υπόλοιπες στρώσεις από τα φύλλα. Χαράσσουμε και ραντίζουμε με λίγο νερό για να γίνει το φύλλο πιο κριτσανιστό. Ψήνουμε σε φούρνο που έχουμε προθερμάνει στους 170ο περίπου μέχρι να ροδοκοκκινίσουν τα φύλλα. Αφού κρυώσει λίγο, πασπαλίζουμε με άχνη ζάχαρη και κανέλα.


η απαγωγή-ανταλλαγή μέρος β’ (updated)

 ta-keria-mou

-Γιατί με κοιτάς έτσι;

-Δεν σε κοιτώ έτσι …. να σε αναγνωρίσω προσπαθώ ή να σε ξαναγνωρίσω μάλλον.

-Και εγώ  το ίδιο μη νομίζεις…. Δεν μου ήταν εύκολο όλο αυτόν τον καιρό να μην σου μιλώ αλλά νομίζω καταλαβαίνεις.

-Ναι είχα καταλάβει αλλά και εγώ δεν άντεξα άλλο για αυτό και … η απαγωγή! Αλλιώς  βέβαια τη  περίμενα …

-Αλλιώς ε; Τώρα να δεις τι σε περιμένει! Προετοιμασίες κρυφές εσύ , σειρά μου τώρα.

Σειρά του τώρα να την απαγάγει και να την ταξιδέψει… στη μαγεία του απρόοπτου. Εκεί που νομίζεις ότι όλα κυλούν  σε μια προδιαγραμμένη πορεία ξαφνικά κάποιος σου κλείνει το μάτι, μια πόρτα ανοίγει και…

Μόλις μπήκαν στη Σήραγγα του Αρτεμισίου, έκλεισε για λίγο τα μάτια της  και ξαναμπήκε στο χθεσινοβραδινό της όνειρο που την κράτησε ξάγρυπνη μέχρι το πρωί… Άνοιξε τα μάτια της τη στιγμή που έβγαιναν από τη Σήραγγα, τη στιγμή που έβγαινε από το νυχτερινό της όνειρο και έμπαινε σε αυτό που ξεκινούσε τώρα, λαμπερό σαν τον  χειμωνιάτικο ήλιο που παλεύει  να  χαράξει το κρύο με τις καυτές ακτίνες του. Σαν τη χθεσινοβραδινή τους πάλη πάνω στα αγριολούλουδα που τους βρήκε νικητές και τους δύο.

Σταμάτησαν στη Σπάρτη για καφέ και συνέχισαν για την ανατολική πλευρά του Ταϋγετου.

Δεν της είχε πει πολλά. Μόνο ότι θα έφθαναν μέχρι κάποιο σημείο με το αυτοκίνητο και μετά θα συνέχιζαν με τα πόδια. Μερικές στροφές ακόμα και μπροστά τους ορθώνονταν επιβλητικό το ” αρσενικό βουνό”.

Έφτασαν στο Ξηροκάμπι, στους πρόποδες του βουνού και άφησαν το αυτοκίνητο έξω από ένα παλιό πέτρινο σπίτι.  Ένας  νεαρός τους έγνεψε να αφήσουν το αυτοκίνητο λίγο πιο πέρα.  Φίλος από τον ορειβατικό. Συστάσεις στα γρήγορα.

- Όλα έτοιμα, κανόνισα να  έχετε ρεζερβέ το καταφύγιο για το Σαββατοκύριακο. Αυτά που ζήτησες είναι ήδη πάνω! Καλή διαδρομή!  

Τα σακίδια στην πλάτη και ξεκίνησαν τη δική τους ανάβαση. Άφησαν πίσω το Ξηροκάμπι και ανηφόρισαν για τη Κουμουστά. Στην έξοδο του χωριού στάθηκαν να ξαποστάσουν στη παλιά πετροκαμάρα. Δίπλα στο γεροπλάτανο και  στις παλιές βρύσες. Δίψασε. Σαν να το κατάλαβε , γέμισε τις φούχτες  του  νερό και της έδωσε να πιει. Νερό δροσερό από το βουνό μα και γλυκό από το χάδι των χεριών του. Του’σκασε ένα ρουφηχτό ναζιάρικο φιλί στο στόμα με βουνίσια ακόμα γεύση και συνέχισαν.

Έφτασαν στο καταφύγιο νωρίς το απόγευμα.  Αχνισμένο τοπίο, θρονιασμένο ανάμεσα στα  μενεξεδένια πια  σύννεφα.

- Πάρε το κλειδί και άνοιξε εσύ , της είπε.

Σκηνικό αντίστοιχο με το χθεσινοβραδινό με μια νότα βουνίσιας ζέσης. Το τζάκι είχε θεριέψει για τα καλά και ο ήχος από τα πυρωμένα ξύλα σιγόνταρε τον αέρα που περνούσε ανάμεσα από τα πορτόφυλλα. Πήλινα βάζα με θυμάρι, ένα ξύλινο λεκανιδάκι με κάστανα και δυο μπουκάλια Amethystos.

-Εγώ πρέπει να πω κάτι τώρα για όλο αυτό; Μέχρι και το αγαπημένο μου κρασί θυμήθηκες….

-Όχι, εσύ έχεις πει πολλά, εγώ πρέπει να εμφανίσω τώρα όλα αυτά που θυμάμαι. Γιατί τα θυμάμαι όλα. Πως με κοίταξες την πρώτη φορά στο Λούσσιο, τη χροιά της φωνής σου στο πρώτο μας τηλεφώνημα, το πρώτο φιλί που μου’στειλες. Απλά τα κρατούσα κλειδωμένα και είχα ξεχάσει που είχα βάλει το κλειδί, μέχρι που το ανακάλυψες εσύ… Να σου πω , γιατί στέκεσαι όρθια, άσε τη θέα στο παράθυρο και έλα εδώ σε παρακαλώ…

-Αφού με παρακαλείς τόσο γλυκά έρχομαι, να φέρω  μόνο και εγώ κάτι που θυμήθηκα ότι έψαχνες. Εκείνο το ποίημα…

-Έτσι ε; Να σου φέρω και εγώ τότε το τραγούδι που έψαχνες, εκείνο …..

Σηκώθηκε να φέρει το ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου ” Ο Ταύγετος και η Σιωπή”. Εκείνος έψαχνε να βάλει καινούριες μπαταρίες στο παλιό κασετόφωνο.

Χώθηκε σε μια γωνιά της αγκαλιάς του και περίμενε την ανταλλαγή.

-Μου δίνεις το ποίημα και πατάς το play.

Λέξεις, ρίμες, νότες, στίχοι με νόημα, έγιναν ένα με αυτή την ανταλλαγή-απαγωγή. Και είχαν για λύτρα χάδια και φιλιά. 

 

……………………

ΥΓ1 προτίμησα να βάλω πάλι το β’ μέρος της ιστρορίας μια και είναι πιο χειμωνιάτικο και βουνίσιο.Στον α’ μέρος η κοπέλα  έχει απαγάγει τον καλό της με ένα πρωτότυπο τρόπο.

ΥΓ2 η φωτό είναι δική μου, τα κεριά από το τζάκι μας

 


Θέμα έκθεσης:” Το κυνήγι του χαμένου θυσαυρού”

tdk_d_901

Ποιος είναι ο θησαυρός, τι μας ιντριγκάρει να τον κυνηγήσουμε, γιατί έχουμε ανάγκη  από αυτό το εσωτερικό ξύπνημα της ψυχής που μας λέει «έλα, εδώ είμαι, σε περιμένω να με αποκαλύψεις και ίσως να αποκαλυφθείς και εσύ.» 

Πόσες φορές άραγε μας συμβαίνει αυτό στη ζωή;Να βρεθεί κάτι  που να μας ιντριγκάρει τόσο όσο να το κυνηγήσουμε. Η απάντηση είναι πολλές. Κάθε φορά που έχει η ψυχή μας ανάγκη να ξεφύγει από τη καθημερινότητα από τα πλαίσια της ζωής από τα πλαίσια που μας έχουν βάλει άλλοι, από αυτά που έχουμε βάλε εμείς στον εαυτό μας. 

Ωραία το κίνητρο αναλύθηκε. Πάμε τώρα στο ζητούμενο. Τι μπορεί να είναι ένας χαμένος θησαυρός; 

Δύσκολη ερώτηση γιατί δεν υπάρχει μια μόνο απάντηση. Γιατί είμαστε διαφορετικοί και ο καθένας  έχει διαφορετικές επιθυμίες, σκέψεις κρυφές, χαμένες στη ζούγκλα της καθημερινότητας. Το μόνο που χρειάζεται είναι ένα έναυσμα για να ξεκινήσει η διαδικασία  της εσωτερικής εκσκαφής. Πόσο δύσκολο είναι όμως να βρεις το ερέθισμα που σου ταιριάζει για να πας παραπέρα; Πολύ. Γιατί  μόνο αν βρεθεί το σωστό κλειδί  θα  ανοίξει αυτή η πόρτα αλλιώς….

Ωραία και πάλι. Αναλύσαμε και το ζητούμενο πάμε τώρα στον κεντρικό ήρωα. Στον κυνηγό.

Μα είναι στ’αλήθεια μόνο κυνηγός; Όχι. Εγώ νομίζω ότι είναι κυνηγός και θήραμα ταυτόχρονα. Θύμα και θύτης. Δεν ξέρει ότι το  θήραμα τον διαλέγει πρώτο. Παρουσιάζεται ξαφνικά μπροστά του και τον καλεί να τον ακολουθήσει. Τον αφήνει να πλησιάσει λίγο και μετά πάλι απομακρύνεται. Τον κάνει να το θέλει πιο πολύ

 Σαν πολύ δε το ανάλυσε βραδιάτικα  το θέμα; Το έκανε πάντα αυτό. Πριν βάλει ένα θέμα έκθεσης στη τάξη του, προσπαθούσε να το συντάξει στο μυαλό του ο ίδιος. Γιατί του άρεσε από μικρός να πλάθει ιστορίες και να ξεφεύγει. Έτσι και τώρα. Μόνο που ο Φίλιππος δεν σκεφτόταν πια  για  το κασελάκι με τα χρυσά φλουριά που το φύλαγε ο δράκος. Έπαιρνε ένα παιδικό θέμα έκθεσης και  το «ανέβαζε» στον κόσμο των ενηλίκων.

Ομορφος άνθρωπος ο Φίλιππος. Και μέσα και έξω. Ήταν ο αγαπημένος δάσκαλος  του 6ου Δημοτικού Ζωγράφου, του δικού του σχολείου πριν χρόνια. Ήταν πολύ σημαντικό γι αυτόν που διορίστηκε εκεί. Μετά από   χρόνια σπουδών και μετεκπαιδεύσεις, ο Φίλιππος ξαναγύρισε στο πατρικό του σπίτι που ήταν δικό του πια και στο δικό του σχολείο.

Έφτιαξε τον χώρο από την αρχή κρατώντας όμως  πολλά   στοιχεία  ίδια γιατί έζησε τόσο όμορφες στιγμές σε αυτό το σπίτι που δεν ήθελε να τις σβήσει.  Και όταν ξαναγυρνούσε για ολιγοήμερες διακοπές  από το εξωτερικό, δεν ήθελε να πολυβγαίνει έξω  τις πρώτες μέρες. Ήθελε να «ξαναζεί» σε αυτό το σπίτι  όσο  περισσότερο γινόταν. Mε το που έστριβε αριστερά στην πλατεία η πολυκατοικία με τους πορτοκαλί τοίχους αναδυόταν σαν τον ήλιο ανάμεσα στις άλλες. Εμπαινε με λαχτάρα στο παλιό του δωμάτιο και χάιδευε με αγάπη το εφηβικό του γραφείο, τα παλιά συρτάρια γεμάτα ακόμα με σκόρπιες σημειώσεις, στυλό με ξεραμένο μελάνι, κασέτες dtk με  τραγούδια του Καζούλη και του Παπάζογλου. Έψαχνε στο διπλό πάτο της παλιάς ντουλάπας να βρει αν ήταν ακόμα καλά κρυμμένο ένα πακέτο άφιλτρο GR. To πρώτο του πακέτο. Το  είχε τυλίξει σε ένα παλιό φουλάρι του παναθηναϊκού.

 Μισόκλεισε για λίγο τη πόρτα του χρόνου στη μυαλό του και γύρισε τη σκέψη στα «παιδιά του» Ήταν εξαιρετικά σημαντικό για αυτόν να τον αγαπούν οι μαθητές του Γινόταν παιδί και αυτός μαζί τους και τους οδηγούσε καθημερινά στο κατόπι της Νεράιδας Γραμματένιας  και του φοβερού επιστήμονα  Μαθημάτικους. Εξηγούσε τα μαθήματα στα παιδιά με τέτοιο τρόπο που δεν υπήρχε περίπτωση να μην συγκρατήσουν τις απαραίτητες πληροφορίες. 

Και όμως τώρα τελευταία  έμοιαζε να μη του αρκεί όλο αυτό. Γιατί φτάνει για όλους η στιγμή που θέλεις να ανανεώσεις ότι όμορφο έχεις στη ζωή σου. Έψαχνε λοιπόν να βρει κάτι νέο να του ανοίξει μια άλλη πόρτα. Ήθελε να αρματωθεί και να αρχίσει το κυνήγι πάλι… Έψαχνε  απεγνωσμένα ένα εισιτήριο  αλλά ….

Ξύπνησε με ένα φοβερό πονοκέφαλο. Δεν είχε διάθεση ούτε καφέ να φτιάξει. Έμεινε για λίγο πάνω από το  καμινέτο. Δεν το έκλεισε καλά χτες το παράθυρο του χρόνου. Τα παλιά τσίγκινα κουτιά του καφέ και της ζάχαρης  τον κοίταζαν από πίσω υπομονετικά. Έκλεισε για λίγο τα μάτια και παρέμεινε σκυφτός, τα χέρια στο μαρμάρινο πάγκο να στηρίζουν καρτερικά το σώμα. Και τότε το ένιωσε πάλι. Μετά από δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. Ένα γλυκό νεφέλωμα να τον τυλίγει. Μια αύρα καλοκαιρινή,  δροσερή στην αρχή και μετά όσο περνούσε η ώρα τόσο πιο θερμή γινόταν. Έμπαινε μέσα του και ζέσταινε το αίμα του. Έφτανε στο δέρμα του και  τον  πότιζε. Μετατρεπόταν σε λαμπερές στάλες ιδρώτα που κυλούσαν  από το μέτωπο στο στόμα σαν να ήθελαν να τον ξεδιψάσουν Όπως το σύννεφο που μετατρέπεται σε βροχή  ποτίζει τη γη και τη ξεδιψά για λίγο αλλά μετά από λίγο εκείνη θέλει πάλι. Γιατί κάποια πράγματα είναι μοναδικά συνδεδεμένα.Τόσο που ο χρόνος δεν τα θαμπώνει.Μπορεί να τα κρύβει αλλά αρκεί ένα άκουσμα,μια μυρωδιά για να έρθουν όλα στην επιφάνεια.

 Τι να απέγινε άραγε η Νεφέλη; Είχε καιρό να τον αγκαλιάσει με τέτοιο τρόπο η σκέψη της. Και όμως για μια στιγμή την αισθάνθηκε πραγματικά πίσω του  Δίπλα του και μέσα του. Να τον αγκαλιάζει στο μυαλό και στο κορμί.  Όπως τότε , στο αποχαιρετιστήριο πάρτι πριν φύγει  για Ρόδο.  Μια γλυκόπικρη γεύση  είχε αυτό το πάρτι. Χαρά μεγάλη από τη μια που όλοι είχαν μπει στις σχολές που ήθελαν, μια  γλυκεία  μελαγχολία  από την άλλη επειδή θα σκορπιζόντουσαν στα  τέσσερα σημεία της Ελλάδας. Στο παιδαγωγικό στη Ρόδο εκείνος, Πανεπιστήμιο Αιγαίου εκείνη,  στους Μηχανικούς Πάτρας ο Σέργιος , στη Θεσσαλονίκη η Ράνια με τον Κώστα. Τελευταία τους συνάντηση στη παραλία στο Καβούρι, τη δική τους παραλία . Το παλιό τρανζίστορ είχε εφοδιαστεί με αλκαλικές μπαταρίες για να αντέξει. Πέτρες και βότσαλα χοντρά έφτιαχναν ένα δαχτυλίδι γύρω από τη φωτιά. Το ψυγειάκι γεμάτο Amstel,  τα κορίτσια είχαν  φέρει τους μεζέδες. 

 Τη θυμάται καλά αυτή τη βραδιά. Ξεκίνησε σαν όλες τις  συναντήσεις τους.  Με ανέκδοτα και αστεία. Με τα κλασικά πειράγματα στα κορίτσια, με τσαλαβούτημα εκεί που σκάει το κύμα.

 Κόντευε να χαράξει. Ήταν όλοι ξαπλωμένοι  στην άμμο. Έβλεπε τον ήλιο να σκάει μύτη και άρχισε να τον πιέζει ο χρόνος.  Για μια όμορφη περίοδο που τέλειωνε. Όχι δεν είχε αγωνία για τη καινούρια. Ήξερε ότι θα ήταν εξίσου ωραία. Ήθελε όμως να πάρει ένα κομμάτι αυτής  της παρέας μαζί του. Δεν της είπε ποτέ πως ένιωθε. Δεν προλάβαινε , δεν του έβγαινε, δεν βρισκόταν ποτέ η κατάλληλη στιγμή, τους πίεζε ο χρόνος….

Σ’ αγαπάω μα δεν έχω μιλιά να στο πω
κι αυτό είναι ένας καημός αβάσταχτος
λιώνω στον πόνο γιατί νιώθω κι εγώ
ο δρόμος που τραβάμε είναι αδιάβατος
κουράγιο θα περάσει θα μου πεις

 Ο χρόνος κυνηγός.

 Σηκώθηκε και πήγε μέχρι την ακροθαλασσιά. Κάθισε κάτω με τα κύμα να του χαϊδεύει τα πόδια. Μετά όλα χάθηκαν σε μια στιγμή… πάλι καλά  που το κρύο θαλασσινό νερό που του έβρεχε τα  πόδια  έγινε απόδειξη  ότι εκείνη η στιγμή ήταν αληθινή. Εκείνη τη στιγμή που ήρθε η Νεφέλη και κάθισε από πίσω του οκλαδόν. Τον αγκάλιασε και τον τράβηξε απαλά προς τα πίσω. Ακούμπησε το κεφάλι  του στα πόδια της και του έκλεισε τα μάτια. Πρόλαβε  να δει ένα ναζιάρικο χαμόγελο. Μια στιγμή μικρή, που κράτησε όσο ένα τραγούδι. Ήθελε να γυρίσει και να τη φιλήσει αλλά είχε μουδιάσει ολόκληρος. Το παλιό τρανζίστορ ξυπνούσε τη μέρα με τον Αύγουστο του Παπάζογλου. Ένας αποχαιρετισμός και ένα «καλή τύχη».Ένα φιλί που έγινε ένα γλυκό απωθημένο με μια γεύση που  ακόμα και αν δεν την είχε γευτεί ποτέ, την αναζητούσε υποσυνείδητα στις επόμενες σχέσεις του.

Πώς μπορώ να ξεχάσω τα λυτά της μαλλιά
την άμμο που σαν καταρράχτης έλουζε
καθώς έσκυβε πάνω μου χιλιάδες φιλιά
διαμάντια που απλόχερα μου χάριζε
θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό

 Αποφάσισε να τον φτιάξει εκείνον τον καφέ τελικά. Χρειαζόταν μια ισχυρή δόση καφεΐνης γιατί η μέρα του θα ήταν  πολύ γεμάτη. Το απόγευμα   θα έπρεπε  να παρακολουθήσει κάτι σεμινάρια για τα καινούρια σχολικά βιβλία.

 Στις εφτάμισι ήταν ήδη στο σχολείο, στην τάξη του. Οι χρωματιστές σελίδες στις οποίες τα παιδιά θα ζωγράφισαν το δικό τους θησαυρό όταν θα  τέλειωναν την έκθεση, ήταν πάνω στα θρανία τους. Το έκανε συχνά αυτό.  Του άρεσε να συνδυάζει το λόγο με την εικόνα. Να εξάπτει τη φαντασία τους.

 Κάθισε στην έδρα και  πήρε μερικά τετράδια ορθογραφίας να διορθώσει που δεν προλάβε χτες. Το πράσινο στυλό δεν υπάκουε στο πρόσταγμά του. Να σαν να έβρισκε χαριτωμένα αυτά τα παιδικά λαθάκια.  Από το βράδυ ανοιχτός,  θα ξεράθηκε το μελάνι, σκέφθηκε. Άνοιξε το συρτάρι της έδρας για να ψάξει  άλλο στυλό. Πάντα άφηνε δυο τρία εκεί για καβάντζα. Άφησε  το χέρι του να  ψάχνει στα τυφλά ενώ κοιτούσε ακόμα την ορθογραφία της Αννούλας. Το χέρι του έπιασε ένα στυλό  που τραβούσε όμως μαζί του και κάτι άλλο.  Ήταν το πρόγραμμα της απογευματινής ενημέρωσης.  Τους το μοίρασε χθες ο διευθυντής αλλά δεν το είχε κοιτάξει.  Παρασκευή 1 Φλεβάρη και ώρα 18:00 στο αμφιθέατρο του 32ου Γυμνασίου Ζωγράφου. Εισηγητές: Γιάννης Λύτρας  Μαθηματικά,  Βάσω Πεφάνη Η Γλώσσα μου,  Γιάννης Βασιλείου Θρησκευτικά,  Περιβαλλοντική Αγωγή και Ευέλικτη Ζώνη Νεφέλη Παπασιδέρη ……

 Το πρόγραμμα γλίστρησε από το χέρι του.  Άφησε στην άκρη  το τετράδιο της Αννούλας και   πήρε από το πρώτο θρανίο μια χρωματιστή σελίδα. Κύκλωσε μηχανικά το θέμα με το παλιό στυλό. Σαν να είχε υγροποιηθεί πάλι το μελάνι του και να  ήθελε να  συνεχίσει το δικό του κυνήγι στο χαρτί.

Διόρθωσε το τίτλο. Αυτό θα ήταν το δικό του θέμα έκθεσης για σήμερα. Θα έπρεπε να περάσουν όμως πολλές μέρες για να  δείξουν  αν το  ταξίδι αυτό ήταν αυτό που περίμενε μια ζωή.

 Θέμα: «Το κυνήγι του χαμένου χρόνου»

 

 (συνεχίζεται)

 

 


το πρωινό του (2)

sleeping_by_stayingtime
-Πως βρέθηκες εσύ εδώ;
-Βρήκα ένα κενό ανάμεσα στα ματόκλαδά σου και χώθηκα. Όμορφα που είναι εδώ πάνω…
-Τώρα που ήρθες είναι ακόμα πιο όμορφα … ξέρεις ερχόμουν εδώ από παιδί, μου άρεσε να βλέπω από ψηλά τον κάμπο, φορτωμένο με καρπό και ανάσες … άργησες να έρθεις, γιατί;
-Γιατί τώρα μου έκανες λίγο χώρο να χωθώ…. Σε έψαχνα, σου ετοίμασα και πρωινό από αυτά που σου αρέσουν. Γέμισα το δωμάτιο με τις αγαπημένες σου μυρωδιές. Σε κοίταγα να χαμογελάς στον ύπνο σου και έλιωνα … ήθελα από τη μια να σε ξυπνήσω με ένα γλυκό φιλί και από την άλλη να παρατείνω το χαμόγελό σου, την ηρεμία στο πρόσωπό σου… Για αυτό ήρθα εδώ…… έχεις όλες σου τις αισθήσεις σε εγρήγορση παρόλο που κοιμάσαι. Εδώ μπορώ να βρεθώ κοντά σου, να σε νιώσω χωρίς να σε ξυπνήσω. Eδω που η άυλη σάρκα σωπαίνει αλλά η ψυχή της συνεχίζει να ονειρεύεται.
-Καλά έκανες και ήρθες και με βρήκες, σαν να ήταν το όνειρο αυτό μισό … katafigio3Πάμε όμως τώρα. Θέλω να σου δείξω και άλλες μυρωδιές. Για να’χεις να μου σερβίρεις όποτε θα το έχω ανάγκη. Γιατί ξέρω ότι θα κινήσεις γη και ουρανό για να τις βρεις μόνο για μένα.
Είδες πόσο μαγικός είναι ο κάμπος από ψηλά; Είναι νωρίς το πρωί , όμως η γη έχει τα χρώματα του δειλινού.
Αυτό το καστανοκόκκινο χρώμα των αμπελιών είναι μοναδικό. Μπορεί τώρα το φθινόπωρο να μην έχουν καρπό, αλλά δες τα … σαν να έρανε κάποιος τα φύλλα τους με το κρασί που πρόκειται να βγάλουν. Μια κόκκινη πληγή μέσα στη μέση του κάμπου. Σαν τα χείλη σου που με πληγώνουν κάθε φορά που τα σκέφτομαι. autumn20vineyard1
Να και το ποτάμι. Δεν είναι μεγάλο αλλά για τις καλλιέργειες αυτές είναι η ίδια η ζωή. Τις δροσίζει το καλοκαίρι με λιωμένο χιονόνερο και κάνει τον καρπό τους τραγανό και σφριγηλό όπως το σώμα σου.
Δίψασα ξαφνικά έλα να …..

………………..

Αισθάνθηκε ξαφνικά το στόμα του στεγνό και το λαιμό τόσο ξερό που άνοιξε τα μάτια απότομα. Περιέφερε με κόπο το βλέμμα του στο δωμάτιο. Το τζάκι σβηστό, το μυαλό ακόμα θολό. Νόμιζε πως είδε έναν περιποιημένο δίσκο στο περβάζι. Να μην είχε ξυπνήσει ακόμα; Μα ήρθε το διαπεραστικό άρωμα του φρυγανισμένου ψωμιού και του βασιλικού να διώξει το νεφέλωμα του ονείρου από τα μάτια του. Σαν να σταμάτησε για λίγο ο χρόνος, μια μυρωδιά διαφορετική τον έσπρωχνε πάλι στο όνειρο. Την είδε ξαπλωμένη δίπλα του με τα μάτια σφαλιστά και το πουκάμισο που της είχε δώσει ξεκούμπωτο, αφήνοντας ελεύθερη τη σάρκα της να αρωματίζει το σεντόνι. Χάιδεψε απαλά τη σταρένια της επιδερμίδα που ήταν σφριγηλή και ζεστή σαν τη φέτα ψωμιού που κείτονταν στο διπλανό δίσκο. Τα δάχτυλά του ταξίδεψαν στο περίγραμμα των χειλιών της που είχαν το χρώμα του ώριμου μήλου. Οι αισθήσεις του είχαν απογειωθεί. Γιατί τελικά ήταν η δική της μυρωδιά, μεθυστική σαν εκείνη του δάσους, η μυρωδιά της ομορφιάς και των σπλάχνων της που τον ξύπνησε. Αυτή που θα έκανε ακόμα πιο ονειρεμένο αυτό πρωινό.Hταν η ίδια το πρωινό του.


Του ονείρου σου το πρωινό- Breakfast in your dream bed (συνεχίζεται)

rate

Έχεις αυτό το χαμόγελο αγαλλίασης που μου αρέσει.

Από τα παιδικά σου χρόνια. Τότε που γύριζες στα στενοσόκακα με τα υπόλοιπα χαμίνια. Τα γόνατα μονίμως γδαρμένα αλλά δε σε ένοιαζε καθόλου. Γυρνούσες στο σπίτι με κόκκινα μάγουλα και έτρεχες κατευθείαν στη κουζίνα να προλάβεις τα νέα της παρέας στη μάνα. Να την αφήσεις να μαντέψει τις σκανταλιές σου πριν τις εκμυστηρευτείς εσύ ο ίδιος με εκείνο το πονηρό γελάκι που την έκανε να προσπαθεί με κόπο να γίνει αυστηρή.

Η χαρά σου ήταν όταν μαγείρευε χοιρινό με πατάτες στο φούρνο. Σε εκείνη τη πήλινη γάστρα του παππού. Και είχε από δίπλα ζυμωτό ψωμί που άχνιζε αγάπη. Αχ αυτό το ζυμωτό καρβέλι! Εσύ ήθελες να το πρωτοκόψεις. Για να μουσκέψεις το πρόσωπό σου από τα αρώματά του. Να διαβάσεις την ιστορία αγάπης που βρίσκεται μέσα στο γλυκό αυτό νεφέλωμα.

Και μετά  χορτάτος στη ψυχή και στο στομάχι, έπεφτες για ύπνο στο παλιό ράντζο. Δεν πετούσες καν τα κόμικς κάτω , που είχες αφήσει μισοδιαβασμένα από το προηγούμενο βράδυ. Αγκαλιά με τους αγαπημένους σου ήρωες ταξίδευες στο κόσμο του ονείρου και της φαντασίας. Και είχες το ίδιο χαμόγελο όπως τώρα.

Δεν σε ξυπνώ. Κατεβαίνω αθόρυβα στη κουζίνα να σου ετοιμάσω πρωινό. Παραδοσιακό και απέριττο όπως ξέρω ότι σου αρέσει. Θέλω να ακουμπήσω το δίσκο στο περβάζι δίπλα σου. Θα σου βάλω και ένα κλώνι από βασιλικό σε ένα ποτήρι. Θέλω να ξυπνήσεις μόνος σου από τα αρώματα. Από το φρεσκοφτιαγμένο καφέ σε εκείνη τη μεγάλη πήλινη κούπα που σου αρέσει να γεμίζει τη παλάμη σου. Από το χωριάτικο ψωμί που έχω ζεστάνει λίγο για να γεμίσουν οι πόροι του πιο εύκολα από φρέσκο βούτυρο. Το τζάκι ακόμα σιγοκαίει. Ανακατεύεται  και αυτό με τη μυρωδιά του ψωμιού. Και δίπλα ανοιχτό, ένα μικρό βαζάκι μαρμελάδα μήλο από εκείνη τη παλιά συνταγή που έχω. Με μπόλικα μπαχάρια που ντύνουνε ευχάριστα τη τραγανή  του σάρκα .

Και αν τίποτα απ΄’ολα αυτά δε σε βγάλει από το όνειρο που βλέπεις, θα σε αφήσω να κοιμηθείς και άλλο. Άρωμα θα γίνω για σένα και θα ανακατευτώ με όλες τις μυρωδιές που αγαπάς. Θα χωθώ διακριτικά στο όνειρό σου για να ξυπνήσουμε παρέα …

……………………..

cebcceb1cf81cebcceb5cebbceacceb4ceb1-cebcceb7cebbcebf

Ορίστε και η συνταγή της μαρμελάδας για όποιον έχει χρόνο και όρεξη να φτιάξει. Είναι εύκολη συνταγή και πολύ ιδιαίτερη σαν γεύση. Την έφτιαχνε η γιαγιά μου στην Αίγυπτο και την τροποποίησα ολίγον τι. Είχα χρόνια να τη φτιάξω και ψάχνοντας προχτές στο παλιό σημειωματάριο της γιαγιάς την ξαναβρήκα και σας την παραδίδω με αγάπη.

Υλικά για 3 βαζάκια:

8 κόκκινα μήλα (όχι πολύ ώριμα)
5 φλυτζάνια ζάχαρη
½ φλυτζάνι καστανή ζάχαρη
2 φλυτζάνια νερό
1 φλυτζάνι χυμό λεμόνι ( για να μη μαυρίσουν τα μήλα)
½ φλυτζάνι χυμό πορτοκάλι
Ξύσμα από μισό πορτοκάλι
2-3 φέτες πορτοκάλι
2 κουταλιές της σούπας κονιάκ
κανέλα σκόνη και ξυλαράκια κανέλας
γαρίφαλο.
ένα μικρό τούλι για να φτιάξουμε ένα πουγγάκι

Εκτέλεση:

Καθαρίζουμε τα μήλα και βγάζουμε από το κέντρο τα κουκούτσια. Τα κόβουμε σε μικρά κυβάκια και τα ραντίζουμε με το χυμό λεμονιού για να μην μαυρίσουν. Το κεντρικό αυτό κομμάτι με τα κουκουτσάκια δεν το πετάτε!Προσοχή! Το βάζετε μέσα σε ένα πουγκάκι από τούλι και θα το ρίξετε μέσα στη κατσαρόλα με τα μήλα. Το μέρος αυτό του μήλου έχει πηκτίνη και τη θέλουμε για να δέσει η μαρμελάδα.

Βάζουμε την κατσαρόλα στη φωτιά με το νερό και ρίχνουμε τα μήλα και το πουγκάκι. Ρίχνουμε και τα μπαχαρικά μας.

Μόλις μαλακώσουν τα μήλα, τα αφαιρούμε από τη κατσαρόλα, τα αφήνουμε να κρυώσουν και τα πολτοποιούμε. Προτιμώ σιγά σιγά με το πιρούνι παρά με το μπλέντερ. Να κρατάει λίγο από τη σάρκα.
Προσοχή: Το νερό δεν το έχουμε πετάξει.! Αφαιρούμε το πουγκάκι.
Ρίχνουμε πάλι μέσα τα μήλα και προσθέτουμε τη ζάχαρη, το πορτοκάλι (χυμό, ξύσμα φέτες) και το κονιάκ. Βράζουμε,ανακατεύουμε και ξαφρίζουμε … μέχρι να δέσει η μαρμελάδα. Αφαιρούμε το ξύλο κανέλας και αφήνουμε να κρυώσει.

Μετά σειρά έχουν τα βαζάκια ( τα οποία έχουμε αποστειρώσει σε βραστό νερό)  και η διακόσμηση της συσκευασίας. Εγώ απ’έξω κολλάω συνήθως ένα ξύλο κανέλας με λίγα ξερά λουλούδια. Από πάνω πανάκι καρό και το δώρο του δώρου είναι έτοιμο!


Είναι και δεν είναι

black_patent_high_heels_by_ubar22

Δεν έπρεπε να αφήσει το τασάκι κοντά στο παράθυρο. Σκόρπισαν οι στάχτες. Λάθος,δεν έπρεπε να ανοίξει το παράθυρο. Σωστές και οι δυο επιλογές. Χώρια όμως. Όχι μαζί. Πως είναι δυνατό ρε φίλε να έχεις μπροστά όχι μία αλλά δύο ο σωστές επιλογές και να κάνεις λάθος; Δε βλέπεις ότι τις εξουδετερώνεις; Απλά μαθηματικά. Και στο είπα, κόφτο το ρημάδι, σου θολώνει το μυαλό δεν το βλέπεις;

Έσυρε αργά τα πόδια του μέχρι το καθρέφτη. Ατιμο πράγμα αυτός ο καθρέφτης. Δεν μπορείς να βγεις έξω αν δεν ρίξεις μια τελευταία ματιά. Να διορθώσεις λίγο το μαλλί, να ισιώσεις τη γραβάτα. Αυτό που σε πνίγει μπορείς άραγε να το «ισιώσεις»; Αντέχεις να κοιτάξεις κατάματα τη φιγούρα απέναντι; Το νου σου μεγάλε γιατί μπορεί να δεις άλλα πράγματα. Θα βγουν όλα στη φόρα και δε σε συμφέρει αν δεν είσαι έτοιμος να τα αντιμετωπίσεις.

mirror_mirrorΈριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του. Σκουπίστηκε γρήγορα χωρίς να κοιταχτεί. Τα φώτα χαμηλωμένα από ώρα. Το’χε συνήθεια με το που σουρούπωνε , να σβήνει ένα ένα τα φώτα. Ακόμα και απόψε. Σε αυτό το πνιγηρό δωμάτιο ενός ξενοδοχείου στην Αλεξανδρούπολη. Νόμιζε πως θα έσβηνε και τις σκέψεις του έτσι. Τεράστιο λάθος μεγάλε. Το σκοτάδι δεν κρύβει όπως νομίζουν μερικοί. Ανιχνεύει και τις πιο κρυφές σου σκέψεις, τις ζωντανεύει και η παράσταση αρχίζει κυρίες και κύριοι. Το δικό σου προσωπικό θέατρο σκιών στο τοίχο. Ενώ το φως δεν σε συμφέρει και πολύ ε; Οι σκιές χάνονται, το όνειρο έχει φύγει από την πίσω πόρτα και εσύ πρέπει να το πάρεις απόφαση ότι το βράδυ πάλι θα το ανταμώσεις έτσι που πας … Εκτός και αν αποφασίσεις να το διεκδικήσεις τη μέρα. Μπορείς;

Ο ξύλινος διάδρομος ξυπνά από έντονα βήματα. Αργά και σταθερά. Δωδεκάποντο σκαρπίνι σίγουρα σκέφθηκε. Όσο πιο ψηλό τόσο πιο δυνατός ο ήχος. Στο laptop η Τάνια τραγουδά:

Είναι και δεν είναι στο τζάμι η βροχή,
είναι και δεν είναι αυτά τα βήματά σου.
Είναι και δεν είναι η φωνή μου αυτή
που τρέμει και ραγίζει δυο αναπνοές μακριά σου.

Τις είχε μελετήσει καλά τις γυναίκες. Σιγανό ποταμάκι τον φώναζε ο Κυριάκος. Είχε τον τρόπο του να ξεγυμνώνει την ψυχή τους πριν καν το καταλάβουν. Και αυτό που λένε ότι είναι «άβυσσος η ψυχή της γυναίκας» ένας μύθος του φαινόταν. Τα πράγματα ήταν απλά. Το θέμα είναι να πλευρίσεις το σωστό θηλυκό. Χωρίς βιασύνες. Ανίχνευσε πρώτα αν έχει τα συστατικά που σου ταιριάζουν , αν είναι ικανή να σε εξιτάρει και μετά βίρα τις άγκυρες. Αν βρεθείς στο ίδιο σύννεφο, η απόσταση, η άβυσσος, εξατμίζεται, χαμηλώνει η στάθμη του νερού και όλα γίνονται ένα. Αυτό του είχε μάθει η μέχρι τότε εμπειρία του…

Ο ήχος από τα τακούνια άρχισε να μεγαλώνει. Είναι γνωστό εξάλλου ότι τα επαρχιακά ξενοδοχεία Γ κατηγορίας έχουν σκάρτη ηχομόνωση. Το σφυροκόπημα σταμάτησε σχεδόν έξω από τη πόρτα του. Τα ξύλα σαν να ένιωσαν την αμφιβολία και λύγισαν στο βάρος βγάζοντας ένα ξερό ήχο. Η κάτοχός τους ζυγοστάθηκε λίγο. Μια στιγμή που πάγωσε το χρόνο.

Ήταν αρκετή για μια σύντομη παράσταση σκιών. Οι φιγούρες στον τοίχο άρχισαν να ζωντανεύουν και πάλι.
Είχαν γνωριστεί ένα μήνα πριν. Συνάδελφοι στην ίδια τράπεζα από διαφορετικά παραρτήματα. Αθήνα,Αλεξανδρούπολη.
Εσωτερικά e-mail για διεκπεραίωση εργασιών,
μερικά κοινά ενδοτραπεζικά meetings,
ένα διάλειμμα για φαγητό,
μερικά sms με νόημα,
ένα drambui με πάγο.
Ένας κοινός κώδικας επικοινωνίας, μια ματιά ξεκάθαρη
Εκείνος πιο σίγουρος, εκείνη ένα βήμα πίσω. Ήθελε το χρόνο της και ο Θάνος ήξερε να περιμένει. Δεν του πήρε πολύ. Θυμάται ακόμα το πρώτο τους φιλί. Αυτό έχει χαραχτεί ανεξίτηλα στη μυαλό του. Το φιλί και όχι η πρώτη φορά που ένωσαν τα κορμιά τους. Αυτό, ήταν μια εκρηκτική συνέχεια της ιεροτελεστίας που εκείνη ξεκίνησε, στο παλιό θυρωρείο της πολυκατοικίας. – Μου πήρε καιρό να συνειδητοποιήσω πόσο σε θέλω, του είπε. Άσε με να κάνω εγώ την αρχή. Ξαφνιάστηκε. Δεν την είχε για τόσο τολμηρή. Την κράτησε σφιχτά στην αγκαλιά του αφήνοντάς της όμως χώρο να δράσει. Έπιασε στοργικά το κεφάλι του με τα δυο της χέρια και κύλησε τα χείλη της κυκλικά σε όλο το πρόσωπό του. Πρώτα ένα δειλό φιλί στο μέτωπο που το νιώσε να καίγεται. Συνέχισε φιλώντας ευλαβικά τα κλειστά βλέφαρά του. Έβγαλε απαλά τα γυαλιά του και με τα χείλη της γέμισε το σημάδι που άφησαν στους κροτάφους του. Φυλάκισε με μια κίνηση το πιγούνι του ενώ τα χέρια της ανίχνευαν τους μυς της πλάτης του. Πρόλαβε να ψιθυρίσει ένα πνιγμένο -Κράτα με, πριν του κλέψει την ανάσα.

Ένα ξερό χτύπημα στην πόρτα έβαλε τέλος στην παράσταση της μνήμης. Μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι ο ένοικος του διπλανού δωματίου ήταν ο τυχερός, του είχε σωθεί το οξυγόνο. Πάλι.

Αλκοόλ που ζωντανεύει το πάγο, τον λιώνει. Έβαλε και δεύτερο Drambui.

Δηλαδή έτσι θα το βγάλεις το βράδυ ρε φίλε; Να ψάχνεις τη γεύση της μέσα από το αγαπημένο της ποτό; Πάρτο απόφαση πια. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο το όνειρο θάμπωσε. Έτσι ισχυρίζεσαι τουλάχιστον. Και εσύ τι κάνεις; Αντί να πας να τη βρεις και να ξηγηθείς στα ίσα κάθεσαι και μιλάς με μένα και μελαγχολείς. Δεν μας είχες συνηθίσει έτσι Θανασάκη. Η επικοινωνία λες ελαττώθηκε ή μάλλον έγινε λιγότερη θερμή, και δεν ξέρεις πως να το εξηγήσεις και τα λοιπά.

Αυτή δεν ήταν που μετά από κάθε σας απόλυτα συγχρονισμένη κορύφωση σου έλεγε -Μην φύγεις, μείνε λίγο ακόμα πάνω μου – Θα σε λιώσω μάτια μου, της ψιθύριζες τρυφερά -Δεν πειράζει, ας αφήσουμε και πάλι μονό αποτύπωμα στο κρεβάτι. Και τότε τα μέλη σου παράλυτα από την απόλυτη ευτυχία άφηναν τη βαρύτητα να δράσει…. Ναι ,ναι  σωστά, για την ίδια γυναίκα μιλάμε. Που μόλις τέλειωσε το δίμηνο σεμινάριο, γύρισε στη πόλη της. Τι θα πει «τα λέμε» και υπογραφή προκάτ ”Νατάσσα Παρεντζόγλου Account Μanager” ; Που είναι τα «αγάπη μου» και «ψυχή μου»; Με σενα υποτίθεται ότι μίλαγε, με το Θάνο της και όχι με τον Γενικό Account Director. Είδες, άβυσσος η ψυχή της γυναίκας τελικά…. Σε έκανε να αναρωτιέσαι αν «είναι ή δεν είναι».

Ωραία αφού σε ενοχλεί τόσο, γιατί δεν τη ρωτάς τι φοβήθηκε, τι έγινε; Γιατί δεν πας να τη βρεις; Ήρθες στη πόλη της τάχα μου για το συνέδριο και δεν της είπες ότι είσαι εδώ, δίπλα της. Έστω για ένα βράδυ. Σε λίγο θα αρχίσει να χαράζει και εσύ κάθεσαι και βουλιάζεις στη σκιά. Ξύπνα σου λέω, ο καιρός τρέχει, ποτάμι γίνεται και κυλάει από παντού και άντε να τον μαζέψεις μετά. Βγες στο φως να τη συναντήσεις πριν να είναι αργά.

Η ολονύχτια συνομιλία με τον άλλο του εαυτό, τον λογικό και ξεκάθαρο τον εξάντλησε. Οι επιλογές cf86ceaccf81cebfcf82ceb1cebbceb5cebeceb1cebdceb4cf81cebfcf8dcf80cebfcebbceb7cf82ήταν μπροστά του. Έπρεπε να βγει έξω να βρει το δρόμο για το φως. Να ξεκολλήσει από την άμμο και να βγει στην άσφαλτο. Πρώτη φορά ερωτευόταν έτσι και μπλόκαρε. Σαν βιντεοκλίπ από αυτά που συνοδεύουν τα ερωτικά τραγούδια του φαινόταν η όλη ιστορία. Κάθε στίχος να ταιριάζει με τη δική του αγωνία και λαχτάρα. Τους δικούς του δισταγμούς. Στο laptop ακούγεται η τελευταία στροφή του τραγουδιού:
Είναι και δεν είναι τα μάτια σου αυτά
που με δικό μου μαύρο είναι βαμμένα
κι όπως με κοιτάζουν βαθιά και σκοτεινά,
το φως τους φανερώνουν μόνο σε μένα.

Μα ό,τι κι αν είναι,αγάπη μοιάζει και διστάζει.


Έβαλε καθαρό πουκάμισο, και άναψε το φως. Θα πήγαινε να βρει το “είναι” του.

——————————————

Το τραγούδι « Είναι και δεν είναι» με στίχο και εκτέλεση της Τάνιας Τσανακλίδου και μουσική Μ.Δέλτα απ’όπου εμπνεύστηκα το παρόν,δεν το βρήκα στο youtube. Σας βάζω όμως ένα άλλο αγαπημένο.

ΠΕΘΥΜΗΣΑ ΈΝΑ ΣΥΝΝΕΦΟ

Στίχοι: Γιώργος Ανδρέου
Μουσική: Γιώργος Ανδρέου


” Nα’χα χίλιες σιωπές να μ ‘ακούς”

Ένα κομματάκι σοκολάτα κλειδωμένο εκεί που ενώνουν τα χείλη, στάθηκε η αφορμή για να την προσέξει. Η μάλλον να του αποσπάσει βασανιστικά την προσοχή κατά τη διάρκεια της διαδρομής Αθήνα- Τρίπολη. Η ορκωμοσία του αγαπημένου του ανιψιού, το Peugeot που δεν ήταν έτοιμο στην ώρα του. Προτίμησε να κατέβει με μισθωμένο πούλμαν παρά με ΚΤΕΛ. Δεν άντεχε τον συνωστισμό και το χάος που επικρατεί στον Κηφισό.

-Γιατί δεν κατεβαίνεις με τον Σπύρο αγόρι μου; Μα είναι δυνατόν με πούλμαν μόνος σου λες και δεν υπάρχουν αυτοκίνητα!
- Ο Σπύρος έχει τη Μυρσίνη , τα παιδιά, εσένα, πιο άνετα θα είστε και εσείς και εγώ.

Αφορμή βασικά έψαχνε να ξεφύγει λίγο από τις γνωστές ερωτήσεις «γιατί δεν έφερες και τη Λένα μαζί σου, ο αδελφός σου ορκίζει παλικάρι και εσύ ακόμα να νοικοκυρευτείς» και τις λοιπές ανησυχίες μιας κλασικής μαμάς που τα θέλει όλα τακτοποιημένα και χωρίς εκκρεμότητες «πριν κλείσει τα μάτια» όπως της άρεσε εκβιαστικά να τονίζει.
…………

Σαν να έπαιζε κάποιος παιχνίδι στην πλάτη του. Πόσο δυνατός του φαινόταν ο ήχος της σιωπής. Ένιωθε να αδειάζει. Μια μόνο γλυκιά παραφωνία. Αυτό το κομματάκι σοκολάτας που πολύ θα ήθελε να το διώξει απαλά με τα χείλη.

…………..

Ο χρόνος γυρίζει και αλέθει. Μασάει αναμνήσεις, μυρωδιές, λόγια, ορίζει τι θα αντέξει στον χρόνο και τι όχι. Αναμοχλεύει ότι θέλει, όποτε θέλει, αυτό το κεφάλαιο πάει μπροστά, το άλλο πίσω. Δίνει το δικό του χαρτάκι προτεραιότητας ανάλογα με τι τον βολεύει.

………………

« Μη χαθούμε Νεφέλη, της είχε πει. Ραντεβού εδώ σε δέκα χρόνια από τώρα». Μα γίνονται αυτά; Μια παιδιάστικη υπόσχεση, από αυτές που ανήκουν μάλλον στη σφαίρα του μυθιστορημάτων παρά στη πραγματικότητα.

Απλές μαριονέτες του χρόνου; Της μοίρας; Τι;

………………….

Ένα απότομο φρενάρισμα του πούλμαν την ξυπνάει. Τρίβει τα μάτια, το κομματάκι σοκολάτας ξεγαντζώνεται και πέφτει πάνω στο ζεστό μάλλινο πουλόβερ. Δυο πράσινα τρομαγμένα μάτια των κοίταξαν.

“Κάποιος έκανε μια άσχημη προσπέραση» της είπε. Δεν είναι τίποτα.”
………….

Και η δική τους τυχαία συνάντηση τι να ήταν; Μια προσπέραση. Μια λοξοδρόμηση. Άσχημη σίγουρα όχι. Επίπονη ναι.
………….

Δεν άλλαξε καθόλου το μέρος σκέφτηκε ο Αντώνης. Και όμως. Κάποια δέντρα δεν υπήρχαν πια, είχαν ρίξει και λίγο μπετόν στο μονοπάτι. Το προτιμούσε με πέτρες και χαλίκια. Μαρτυρούσαν πότε ερχόταν κάποιος. Τα βήματα στα χαλίκια , χρατς , χρατς…

Θα περίμενε λίγο ακόμα. Είχαν περάσει ήδη τρεις ώρες.  Αισθανόταν αδύναμος να φύγει. Και που να πάει; Πως να γυρίσει πίσω και να διαγράψει από την μπορντό ατζέντα του αυτή τη συνάντηση.

Μα εκείνη τη στιγμή υπερίσχυσε ένα παιδιάστικο πείσμα. Στη δύση θα έφευγε. Θα διαλυόταν όλο αυτό το σύννεφο που τον περιέβαλε τόσα χρόνια. Που τον συντρόφευε και του έδινε κουράγιο όταν το χρειαζόταν. Ένα μικρό συννεφάκι ήταν και η Νεφέλη του. Που ήρθε ξαφνικά στη ζωή του, στάθηκε για λίγο από πάνω του και του ρίξε μερικές σταγόνες από το άρωμα και την ανάσα της.

Όλα έγιναν τόσο γρήγορα. Μες τη σιωπή. Δεν χρειάστηκε να πουν και πολλά. Οι λέξεις καμιά φορά μπερδεύουν , αναλύουν εξηγούν και επεξηγούν, αλλάζουν τη χροιά των πραγμάτων. Καλύτερα στη σιωπή μ’ένα βλέμμα, μ’ένα χάδι.

« Αυτό θα είναι το τραγούδι μας, του είχε πει. Στο πούλμαν όταν φεύγαμε από Τρίπολη θυμάσαι;»

«… να’χα χίλιες σιωπές να μ’ακούς»
…………………

Μπήκε για λίγο στο σπιτάκι δίπλα από το ξωκλήσι. Ερχόταν από μικρός εδώ για να ηρεμεί. Ένας χωριανός, φίλος του παππού, του έδωσε τα κλειδιά. Ο κάμπος κάτω άρχισε να φωτίζεται από μικροσκοπικά φωτάκια. Θα έμενε, το πήρε απόφαση. Βγήκε να πάρει μερικά ξύλα για τη σόμπα και το sleeping bag.

H φλόγα χώνεται στη καρδιά του ξύλου, το χαράζει στα δυο, στα τρία μέχρι να γίνει κάρβουνο, στάχτη. Το παρατηρεί. Αυτή είναι μοίρα του. Το μεγάλο κομμάτι ξύλου καταρρέει από το βάρος και πέφτει. Κλείνει για μια στιγμή τα μάτια. Τα ελαφρύτερα ξύλα παίρνουν τη θέση του.

Ο ήχος της φλόγας που συνεχίζει να καίει.

Το μάνταλο στη πόρτα.
«Αντώνη;»

………………………….
Στίχοι: Νίκος Ζούδιαρης
Μουσική: Νίκος Ζούδιαρης
Πρώτη εκτέλεση: Ελένη Τσαλιγοπούλου

“Μου κρατάς το χέρι σε κρατώ
με κοιτάς για μια στιγμή
το μεγάλο μας το όνειρο
σου εξηγώ με ένα φιλί

Και μετά δεν μιλάμε πολύ
γιατί το όνειρο ζει στη σιωπή
Με το βλέμμα στους περαστικούς
να ‘χα χίλιες σιωπές να ακούς”

Μπαίνοντας χτες στο παλιό μου blog στον blogger βρήκα το παραπάνω χαμένο στα Πρόχειρα. Γράφτηκε  στις 10 Σεπτέμβρη  πέρυσι. Oταν ήρθα στη wordpress τα Πρόχειρα μάλλον έμειναν εκεί. Το άφησα ημιτελές και τότε και τώρα. Τις λεπτομέρειες της γνωριμίας και τoυ χωρισμού ας τις φανταστεί ο καθένας όπως θέλει. Δεν ήξερα τι να προσθέσω, ίσως πέρυσι να είχα καλύτερη έμπνευση.
Καλή σας εβδομάδα.

 


Παρομοιώσεις

 

-Θα έρθεις το βράδυ στο «Eleven»;

-Βαριέμαι ρε συ… έχω  κάτι σχέδια  να παραδώσω μεθαύριο και δεν το βλέπω. Άσε  που δεν  έχω όρεξη να ξαναδώ όλους τους παλιούς.

- Πρόσεξε μην πιάσεις ρίζες μόνο! Σχεδόν όλη η τάξη μας θα είναι ακόμα και ο Στεργίου θα έρθει! Και ο Ανδρόνικος με τον Μίλτο. Θυμάσαι ρε συ  εκείνη τη φάση στο Γέροντα στη Μήλο με  εκείνες τις γνωστές σου , που τους έκρυψε τα μαγιό  ο Μίλτος;

-Άσε μη μου το θυμίζεις, ρεζίλι με κάνατε.

-Καλά ξεκόλλα και εσύ και κανόνισε να έρθεις το  βράδυ. Τα λέμε.

Συνάντηση συμμαθητών και βλακείες… με όσους ήθελε να κρατήσει επαφή , κράτησε. Κανά δυο θα ήθελε να δει τι κάνουν αλλά για τους υπόλοιπους δεν του καιγόταν καρφί. Και ειδικά για τον Μίλτο και τον Ανδρόνικο!

Ένα χρόνο μετά το σχολείο κανόνισαν να πάνε διακοπές στη Μήλο. Τελευταία στιγμή ήρθαν και κόλλησαν ο Μίλτος και ο Ανδρόνικος.Φίλοι του Αλκη πιο πολύ παρά δικοί του. Εκτός από την ομάδα μπάσκετ δεν είχαν πολλά παρεδώσε.

Αντροπαρέα και μόνο. Το όλο concept ήταν να βρουν κορίτσια από εκεί και ότι προκύψει. Ο Χάρης βέβαια ήταν ο ρομαντικός της παρέας και  δεν ήταν το στιλάκι του αλλά μια  που δεν έπαιζε τίποτα το τελευταίο καιρό….

 « Ο γιος μου γράφει καταπληκτικές εκθέσεις, πρέπει να τις διαβάσετε!» κόμπαζε η μάνα του στις φιλενάδες της. Διάβαζε πολύ από μικρός, με ένα βιβλίο ήταν πάντα στο χέρι. Σημείωνε στο μυαλό του εικόνες από τα βιβλία και  τις έψαχνε έξω. Στον κόσμο. Παρομοιώσεις ατελείωτες. Αν δε διάβαζε θα ασχολιόταν με το μοντελισμό. Ώρες ολόκληρες μέχρι να φτιαχτεί  ένα ακριβές αντίγραφο από μια ισπανική γαλέρα. Τελικά  πέρασε στους Μηχανολόγους Μηχανικούς στη Πάτρα και έμεινε η μαμά μόνη στο σπίτι, πότε να διαβάζει τις εκθέσεις του Χάρη και πότε να κοιτάει το ” Isabella V”.

“Christina’s apartments to let”. Μικρό αλλά πολύ γραφικό, στην άλλη άκρη του Αδάμαντα. Με μπαλκονάκι που έβλεπες το γαλάζιο να στρώνει χαλί στον ήλιο να  περπατήσει.  «Σαν» χαλί, «σαν» σεντόνι, δεν μπορούσε να ξεφύγει από τις παρομοιώσεις, το μυαλό του έπλαθε και γεννούσε λέξεις και εικόνες με καθετί που τον ταξίδευε.

 Το χέρι του Αλκη στον ώμο τον έβγαλε απότομα από τη ρότα που είχε χαράξει το μυαλό του.

-Ασε τα αγναντέματα και πάμε παραλία. Οι άλλοι είναι κιόλας κάτω.

Φόρεσε γρήγορα το μαγιό του και κατέβηκε. Είχε περιέργεια να δει που θα τον οδηγήσει αυτό το μοναδικό γαλάζιο σεντόνι που απλωνόταν μπροστά του. Σε ποιες παρομοιώσεις.

 (συνεχίζεται) 


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.