
Είναι φίλες εδώ και λίγα χρόνια, νοιώθουν όμως σαν να γνωρίζονται από παλιά.
Μπορεί σε μια άλλη εποχή, τα αρχοντόσπιτά τους να ήταν δίπλα το ένα στο άλλο σε κάποια παλιό βενετσιάνικο καντούνι. Θα έβγαιναν κάθε πρωί βόλτα στην αγορά συνοδευόμενες πάντα από τις παραμάνες τους, να διαλέξουν υφάσματα , αρώματα ,και καλλυντικά προσώπου. Από αγνά υλικά όμως που απλά θα αναδείκνυαν τη φυσική τους ομορφιά και δε θα τη σκέπαζαν.
Έξω από το μαγαζί του Τζανέτου συναντούσαν συνήθως και την έταιρη φιλενάδα τους τη Dona Maria μια κοπέλα εκπληκτικής μεσογειακής ομορφιάς και χάρης με μαύρα εβένινα μαλλιά και μάτια σε σύγκριση με τηDona Dulci και τη Dona Panoraia που είχαν πιο ανοιχτά χρώματα. Έμπαιναν πάντα χαμογελαστές και οι τρεις στο μαγαζί ενώ έξω περίμεναν καρτερικά οι νόνες τους.
Την προσοχή τους αμέσως τράβηξαν τα νέα προϊόντα από γάλα και βανίλια που θα ταίριαζαν περίφημα και στις τρεις αλλά κυρίως στη Dona Panoraia όπως τόνισε με ιδιαίτερο ύφος εκείνη τη μέρα ο Τζανέτος.
Τα είχε μόλις παραλάβει με το πρωινό πλοίο από ένα συνάδελφό του από τη μακρινή Προβηγκία. Κρητικός και αυτός είχε βρει τρόπο να χωθεί σε μια φράγκικη γαλέρα και να φτάσει μέχρι τη Μασσαλία και από εκεί όπως μπορούσε μέχρι τα μενεξεδένια λιβάδια όπως περιέγραφε στον Τζανέτο. Τα λιβάδια με τις λεβάντες που έδιναν χρώμα μενεξεδί σε όλη τη περιοχή.
Εκεί ο Αστέριος έμαθε τη τέχνη να φτιάχνει αποστάγματα λεβάντας για αρώματα, να τα αναμειγνύει με άλλα υλικά και να φτιάχνει πομάδες και σαπούνια. Του άρεσε όμως να πειραματίζεται και έτσι χρησιμοποιώντας τα άρτια εξοπλισμένα εργαστήριά τους, έφτιαξε μια μέρα μια καταπληκτική κρέμα με βάση το γάλα, αρωματισμένη ελαφρά με βανίλια και κανέλα. Πραγματικά θαυματουργή όπως και η κρυφή αγάπη του για τη Dona Panoraia. Kάθε που καταπιανόταν με ένα καινούριο προιόν, σκεφτόταν πρώτα αν θα ταίριαζε στη καλή του, αν θα αναδείκνυε τη μοναδική της ομορφιά. Ηθελε λοιπόν να φτιάξει ένα προϊόν μοναδικό που θα του έδινε και το όνομά της. Κάπως έτσι λοιπόν έφτιαξε και την κρέμα αυτή, γιατί του θύμισε την τελευταία φορά που είχε επισκεφτεί το αρχοντικό της πριν φύγει, τάχα για να δώσει μια αλοιφή στη μητέρα της για τη ξηροδερμία. Σαν στάθηκε λίγο δίπλα του για να πάρει το βαζάκι με την αλλοιφή, αισθάνθηκε να τον πλυμμυρίζει ένα γλυκό άρωμα βανίλιας και κανέλας. Αγγιξε με τ’ακροδάχτυλά του τα πάλλευκα χέρια της και αισθάνθηκε μια ανύπωτη ζεστασιά να τον διαπερνά. Και από τότε το γλυκό της άρωμα τον ακολουθούσε παντού….
……
ελπίζω και εσάς ….
Με μεγάλη χαρά λοιπόν η Dona Dulci σας παρουσιάζει τη συνταγή μιας πεντανόστιμης και εύκολης μπουγάτσας, αυτή της καλής της φίλης Donas Panoraia!
Αφιερωμένο εξαιρετικά στη Dona Panoraia και στη Dona Maria!
υγ.Οσοι νέοι φίλοι και φίλες αναρωτιούνται τι εστί Dona Dulci ας διαβάσουν εδώ την αρχή των παραμυθοσυνταγών!
Υλικά:
1 πακέτο φύλλο κρούστας
1 ½ λίτρο γάλα (από αυτό κρατάτε ένα ποτήρι)
1 ½ κούπα ζάχαρη
½ κούπα σιμιγδάλι ψιλό
½ ανθός ορίζυς
3 βανίλιες
Καλαμποκέλαιο για το άλλειμα των φύλλων
Ζάχαρη άχνη και κανέλα για πασπάλισμα
Εκτέλεση
Αλείφουμε ένα πυρέξ με το πινέλο και βάζουμε στρώση στρώση τα μισά φύλλα αφού τα περάσουμε με λίγο λάδι με το πινέλο. Tις άκρες που περισσεύουν, τις κόβουμε λίγο και τις γυρνάμε προσ τα μέσα.
Ζεσταίνουμε το γάλα και ρίχνουμε μέσα: τη ζάχαρη, τις βανίλιες και τέλος το σιμιγδάλι με τον ριζάλευρο (αυτό είναι και το μυστικό υλικό που δίνει τη μοναδική γεύση). Ανακατεύουμε μέχρι να γίνει μια σχετικά σφιχτή κρέμα. Αν δούμε ότι έχει πήξει πολύ ρίχνουμε λίγο από το ένα ποτήρι γάλα που έχουμε κρατήσει.
Ρίχνουμε τη κρέμα στο πυρέξ και βάζουμε και τις υπόλοιπες στρώσεις από τα φύλλα. Χαράσσουμε και ραντίζουμε με λίγο νερό για να γίνει το φύλλο πιο κριτσανιστό. Ψήνουμε σε φούρνο που έχουμε προθερμάνει στους 170ο περίπου μέχρι να ροδοκοκκινίσουν τα φύλλα. Αφού κρυώσει λίγο, πασπαλίζουμε με άχνη ζάχαρη και κανέλα.



