Αρχείο Ετικετών: Συνταγές για Μερακλήδες

Dona Panoraia

fairy-3-1

Είναι φίλες εδώ και λίγα χρόνια, νοιώθουν όμως σαν να γνωρίζονται από παλιά.

Μπορεί σε μια άλλη εποχή, τα αρχοντόσπιτά τους να ήταν δίπλα το ένα στο άλλο σε κάποια παλιό βενετσιάνικο καντούνι. Θα έβγαιναν κάθε πρωί βόλτα στην αγορά συνοδευόμενες πάντα από τις παραμάνες τους, να διαλέξουν υφάσματα , αρώματα ,και καλλυντικά προσώπου. Από αγνά υλικά όμως που απλά θα αναδείκνυαν τη φυσική τους ομορφιά και δε θα τη σκέπαζαν.

Έξω από το μαγαζί του Τζανέτου συναντούσαν συνήθως και την έταιρη φιλενάδα τους τη Dona Maria μια κοπέλα εκπληκτικής μεσογειακής ομορφιάς και χάρης με μαύρα εβένινα μαλλιά και μάτια σε σύγκριση με τηDona Dulci και τη Dona Panoraia που είχαν πιο ανοιχτά χρώματα. Έμπαιναν πάντα χαμογελαστές και οι τρεις στο μαγαζί ενώ έξω περίμεναν καρτερικά οι νόνες τους.

Την προσοχή τους αμέσως τράβηξαν τα νέα προϊόντα από γάλα και βανίλια που θα ταίριαζαν περίφημα και στις τρεις αλλά κυρίως στη Dona Panoraia όπως τόνισε με ιδιαίτερο ύφος εκείνη τη μέρα ο Τζανέτος.

Τα είχε μόλις παραλάβει με το πρωινό πλοίο από ένα συνάδελφό του από τη μακρινή Προβηγκία. Κρητικός και αυτός είχε βρει τρόπο να χωθεί σε μια φράγκικη γαλέρα και να φτάσει μέχρι τη Μασσαλία και από εκεί όπως μπορούσε μέχρι τα μενεξεδένια λιβάδια όπως περιέγραφε στον Τζανέτο. Τα λιβάδια με τις λεβάντες που έδιναν χρώμα μενεξεδί σε όλη τη περιοχή.

Εκεί ο Αστέριος έμαθε τη τέχνη να φτιάχνει αποστάγματα λεβάντας για αρώματα, να τα αναμειγνύει με άλλα υλικά και να φτιάχνει πομάδες και σαπούνια. Του άρεσε όμως να πειραματίζεται και έτσι χρησιμοποιώντας τα άρτια εξοπλισμένα εργαστήριά τους, έφτιαξε μια μέρα μια καταπληκτική κρέμα με βάση το γάλα, αρωματισμένη ελαφρά με βανίλια και κανέλα. Πραγματικά θαυματουργή όπως και η κρυφή αγάπη του για τη Dona Panoraia. Kάθε που καταπιανόταν με ένα καινούριο προιόν, σκεφτόταν πρώτα αν θα ταίριαζε στη καλή του, αν θα αναδείκνυε τη μοναδική της ομορφιά. Ηθελε λοιπόν να φτιάξει ένα προϊόν μοναδικό που θα του έδινε και το όνομά της. Κάπως έτσι λοιπόν έφτιαξε και την κρέμα αυτή, γιατί του θύμισε την τελευταία φορά που είχε επισκεφτεί το αρχοντικό της πριν φύγει, τάχα για να δώσει μια αλοιφή στη μητέρα της για τη ξηροδερμία. Σαν στάθηκε λίγο δίπλα του για να πάρει το  βαζάκι με την αλλοιφή, αισθάνθηκε να τον πλυμμυρίζει ένα  γλυκό άρωμα βανίλιας και κανέλας. Αγγιξε με τ’ακροδάχτυλά του τα  πάλλευκα χέρια της και αισθάνθηκε μια ανύπωτη ζεστασιά να τον διαπερνά. Και από τότε το γλυκό της  άρωμα  τον ακολουθούσε παντού….

……

ελπίζω και εσάς ….

Με μεγάλη χαρά λοιπόν η Dona Dulci σας παρουσιάζει τη συνταγή μιας πεντανόστιμης και εύκολης μπουγάτσας, αυτή της καλής της φίλης Donas Panoraia!

Αφιερωμένο εξαιρετικά στη Dona Panoraia και στη Dona Maria!

υγ.Οσοι νέοι φίλοι και φίλες αναρωτιούνται τι εστί Dona Dulci ας διαβάσουν εδώ την αρχή των παραμυθοσυνταγών!

img_0600 

Υλικά:

1 πακέτο φύλλο κρούστας

1 ½ λίτρο γάλα (από αυτό κρατάτε ένα ποτήρι)

1 ½ κούπα ζάχαρη

½ κούπα σιμιγδάλι ψιλό

½ ανθός ορίζυς

3 βανίλιες

Καλαμποκέλαιο για το άλλειμα των φύλλων

Ζάχαρη άχνη και κανέλα για πασπάλισμα

 Εκτέλεση

 Αλείφουμε ένα πυρέξ με το πινέλο και βάζουμε στρώση στρώση τα μισά φύλλα αφού τα περάσουμε με λίγο λάδι με το πινέλο.  Tις άκρες που περισσεύουν, τις κόβουμε λίγο και τις γυρνάμε προσ τα μέσα.

Ζεσταίνουμε το γάλα και ρίχνουμε μέσα: τη ζάχαρη, τις βανίλιες και τέλος το σιμιγδάλι με τον ριζάλευρο (αυτό είναι και το μυστικό υλικό που δίνει τη μοναδική γεύση). Ανακατεύουμε μέχρι να γίνει μια σχετικά σφιχτή κρέμα. Αν δούμε ότι έχει πήξει πολύ ρίχνουμε λίγο από το ένα ποτήρι γάλα που έχουμε κρατήσει.

Ρίχνουμε τη κρέμα στο πυρέξ και βάζουμε και τις υπόλοιπες στρώσεις από τα φύλλα. Χαράσσουμε και ραντίζουμε με λίγο νερό για να γίνει το φύλλο πιο κριτσανιστό. Ψήνουμε σε φούρνο που έχουμε προθερμάνει στους 170ο περίπου μέχρι να ροδοκοκκινίσουν τα φύλλα. Αφού κρυώσει λίγο, πασπαλίζουμε με άχνη ζάχαρη και κανέλα.


Oι πλεξίδες της αγαπώς

 

( Painting by Pierre Auguste Renoir)

- « Ήντα θα γίνει βρε Στρατή; Θα μας επείς καμιά μαντινάδα, Γιάντα νομίζεις πως σε φωνάξαμε απόψε!

- Δεν είμαι εγώ για μαντινάδες, χαθήκανε ούλες από το νου μου. Αφήστε να πιω μια ολιά ρακή και ν’απογυρίσω.

- Δεν έχεις να πάεις πουθενά! Φώναξε ο παπά Μανώλης που είχε έρθει στα κέφια με τη ρακή και τους μεζέδες. Πάντρευε μεθαύριο τη πρωτοκόρη και ήτονε μες τις χαρές. Ξεκίνα τις κοντυλιές Σηφαλιό και θα του έρθει και του κακορίζικου να τραγουδήσει.

Eτσι και έγινε. Χάιδεψε απαλά στην αρχή το δοξαράκι τις χορδές και όντε αρχίνιξαν να μιλούν, μίλησε και το μαράζι του Στρατή:

« Αν αρχινίσω και τα πω τα πάθη μου τραγούδια

η μαύρη γης θα μαραθεί, δε βγάζει μπλιο λουλούδια,

 θα πα να φύγω να χαθώ μακριά από τσι δικούς μου

και θα’μαι εγώ στη ξενιτιά, μ’αλλού θα ‘ναι ο νους μου»

 -Παντρειές έχουμε μεθαύριο βρε Στρατή, πολύ σεβνταλίδικες οι μαντινάδες σου!

-Αυτές έχω ! Αν σας αρέσουν αν όι, ξιά σας! Και δίνει μια   στο σκαμνάκι που ήτονε μπροστά του και πάει και χτυπά πάνω στο κακορίζικο τον κάτη. Κλαψούρισε το ζωντανό από το πόνο και πετάχτηκε όξω σαν σίφουνας.

-Ήντα σου φταίξε το ζωντανό μωρέ Στρατή! Δεν πειράζει κάτσε στο παρεάκι μας άκουε  τσι δικές μας μαντινάδες.

-Παπα Μανώλη καλύτερα να γαΐρω σπίτι. Δεν είμαι εγώ  για γλέντια και κακό θα σας εκάμω. Να σου ζήσει η κοπελιά και θα τα πούμε στο γάμο.

Με  ένα σάλτο ήτονε κιόλας στα μέσα της αυλής. Μαντιλόδεσε σφιχτά το κροσσωτό μαντίλι μήπως και σιγάσουν οι σκέψεις και ζυγοστάθηκε στη πόρτα να πάρει αέρα. Τυραννιότανε  ποιον δρόμο να πάρει , αυτό που τον έβγαζε αμέσως έξω από το σπίτι του ή να περιπλέξει πάλι του νου και να κατηφορίσει πίσω από το σπίτι του Παπα Μανώλη….

Μέχρι να ξεκαθαρίσει τις σκέψεις του, τα ζάλα του τον οδηγούσαν όπου ορμήνευε η καρδιά του. Ανάθεμα το αφηνιασμένο το σκυλί, σκέφτηκε ο Στρατής Αν δεν ήτονε σύντροφος καλός επάνω στο μιτάτο το χειμώνα, σιγά μη τον κυνήγαγε σ’ούλο το χωριό να τον εβρεί! Αναθεμάτο για ζωντανό, όλο το χωριό γύριζε για να το ξετρυπώσει και αυτό όλο και ξεμάκρυνε, μα κάτεχε αυτό που πήγαινε….

Τονε βρήκε να κρύβεται σε μια τρύπα από ένα μικρό τοιχαλάκι που εχώριζε το υποστατικό από το κυρίως σπίτι. Και εκεί που ετοιμαζόταν  να αποδέσει το ζωντανό και να γαίρει μυρμίδισε ο νούς του, το σώμα του ολόκληρο. Ανάμεσα στις αγριοσυκιές αχνοφαίνοταν μια κόρη από το παραθύρι, που ξέμπλεκε τα μαλλιά της και  γλυκοτραγουδούσε:

« Πέρνα σαΐτα μου γοργή, με το ψιλό μετάξι,

Σαν βρω τον αγαπώ,να βρει χρυσά να αλλάξει»

Παραπάτησε ο Στρατής και του φύγε πάλι το ζωντανό μα αλλού ήτονε πια ο νους του. Όσο ξέμπλέκε η κόρη τα μαλλιά τόσο έμπλεκε εκείνος  και χωρίς  να το σκεφτεί αχνοτραγούδησε μια μαντινάδα:

« Ήθελα να’μαι φάδι σου και τ’άσπρο το στημόνι,

Κι όταν ξομπλιάζεις μοναχή, να μη σε αφήνω μόνη».

Έπεσε το χτένι της κοπελιάς από το χέρια, τίναξε πίσω τα  μεταξωτά μαλλιά της και έκλεισε γοργά το παραθύρι. Δεν μπορεί όνειρο θα’ταν σκέφτηκε, θα παράκουσα. Το ίδιο σκέφτηκε και ο Στρατής γιατί παρόμοια ομορφιά και χάρη δεν είχε αντικρίσει.

Εδώ και ένα μήνα λοιπόν κάθε βράδυ στεκότανε κάτω από τις αγριοσυκιές και αντάλλαζε μαντινάδες με τη κοπελιά του. Μυαλό δεν είχε το πρωί όντε ήτονε στο αμπέλι μόνο παρακαλούσε να περάσει γρήγορα η ώρα να πάει να βρει την αγαπώ του. Ένα βράδυ  κατέβηκε στον κήπο η κοπελιά να γνωρίσει  τον νιο που την τυραννούσε  με τις γλυκές απιλογές του. Χάθηκε στην αγκάλη της ο Στρατής  στα σγουρά μαλλιά της και στη γλυκιά ανασαιμιά της. Κατερινιώ την λέγανε και ήρθε με τους δικούς της για το γάμο της ξαδέρφης της Λενιώς της κόρης του Παπα Μανώλη. Μετά το γάμο θα εγάιρε στο Ρέθεμνος.

Πόνος βαθύς ριζώθηκε στη καρδιά του Στρατή γιατί όσο  πλησίαζε ο γάμος , πλησίαζε και ο αποχωρισμός από την αγαπώ του. Για αυτό δεν είχε όρεξη για χαρούμενες μαντινάδες όντε τον κάλεσε ο Παπα Μανώλης.

Έφτασε πάλι  κάτω από την αγριοσυκιά μα το παραθύρι ήτονε καλά σφαλισμένο και σκοτεινό. Μάταια περίμενε ο  Στρατής να φανεί το Κατερινιώ. Μα καθώς κίνησε  να φύγει, είδε ένα μικρό μποξαδάκι στη ρίζα του δέντρου. Το πήρε στα χέρια του σαν να τανε μωρό παιδί και το άνοιξε προσεχτικά. Πάνω σε λίγα πορτοκαλόφυλλα ήτονε μερικά πλεξιδωτά κουλούρια και ένα μικρό χαρτάκι που έγραφε:

« Αν θέλεις να  σ’αγκαλιάζουνε δυο χρυσές πλεξίδες

Ζήτα να γίνω ταίρι σου αλλιώς ξεχνά ποτέ πως μ’είδες»

Έτσι ήταν το σωστό να γίνει. Αναθάρρησε ο Στρατής και εγάιρε πίσω στο σπίτι του Παπα Μανώλη. Ζήτησε την ευχή και τη βοήθεια του και αν όλα  πήγαιναν καλά το χωριό θα’χε διπλή γιορτή  μεθαύριο.

Έτσι και έγινε. Γιόμισε η πλατεία κόσμο που έδινε τα συχαρίκια  στα νιόπαντρα ζευγάρια. Και όντε αρχίξανε οι χοροί  ο Στρατής έχαρισε στην αγαπώ του, τις πιο ωραίες μαντινάδες:

«Όμορφη που ‘σαι μάτια μου κι ο ήλιος σε ζηλεύει
Κι όντε προβάλεις και σε ιδεί πάει και βασιλεύει
Με το γλυκό σου το φιλί στον ουρανό ανεβαίνω
Με τσ’ αγγέλους ομιλώ και πάλι κατεβαίνω
Μπερδε και μπερδε και μπερδέ
Και μπερδεμένο μ’ έχεις
Και εις στα σγουρά σου τα μαλλιά
Περιπλεμένο μ’ έχεις»

 ………..

 Σημειώσεις:

Όλες οι μαντινάδες εκτός από το ραβασάκι της Κατερινιώς ανήκουν σε  διάφορους καλλιτέχνες.

Γαΐρω: γυρίζω

Ο κάτης : η αρσενική  γάτα

Η αγαπώ:   η κοπέλα που αγαπά ο νέο. Αντίστοιχα , « ο αγαπώ»

Τα ζάλα : τα βήματα

 ……….

 Πορτοκαλοπλεξούδες

 Υλικά: 1 ποτήρι βούτυρο, 1 ποτήρι ζάχαρη, 2 κρόκους, 1 ποτήρι γάλα, ξύσμα από ένα πορτοκάλι, 1 κουταλιά baking powder,  κανέλα, γαρίφαλο, λίγο κονιάκ και 5 ποτήρια αλεύρι.

 Εκτέλεση: Δουλεύουμε το βούτυρο με τη ζάχαρη καλά και προσθέτουμε τους κρόκους, το ξύσμα, τα κανελογαρίφαλα. Ρίχνουμε σιγά το αλεύρι  στο οποίο έχουμε βάλει το baking powder και ρίχνουμε εναλλάξ γάλα και κονιάκ. Φτιάχνουμε μια μαλακή ζύμη και πλάθουμε τα κουλουράκια. Αλείφουμε με αυγό και ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο  για 20 λεπτά περίπου στους 180οC.

 ………….

Μάλλον πριν   το Πάσχα έπρεπε να ανέβει αυτό το ποστ, αλλά εγάιρε ο κύρης μου από το χωριό προχτές και μου έφερε και ένα κλώνι πορτοκάλια και  θυμήθηκα τα δικά μου! Επανήλθε και η έμπνευση γιατί είχα κολλήσει το τελευταίο διάστημα!


Τα χρυσά πουγγιά

 

(Θέα του Φραγκοκάστελλου από τους Κομιτάδες) 

Κάνει κρύο πολύ εδώ πάνω στο μιτάτο μα η θέα από τα ριζώματα μαγευτική. Ο Γκίγκιλος γητευτής του αέρα, ρίχνει ματιά σπαθάτη κάτω στο οροπέδιο του Ομαλού, ελέγχει τα σημεία των καιρών. Τοπίο ζωντανό  και απροσκύνητο και αν είχε μιλιά  θα εξιστορούσε  για τα ποτισμένα με αίμα κυπαρίσσια, για τους ασφεντάμους και το αρισμαρί που κουβαλούν το άρωμα της επανάστασης και της ελευθερίας. Ρίζες ποτισμένες με αίμα και πόνο μα και με αγάπη και όνειρα.

Γι’ αυτό του άρεσε του Κωνσνταντή να ανεβαίνει στο μιτάτο. Για να παίρνει μια γεύση από γέννηση και από δημιουργία. Για την αγάπη που τα γεννά όλα αυτά. Τη βροχή που θα ποτίσει το τόπο. Τα ζωντανά που ψάχνουν για  τη νοτισμένη βοσκή. Τ’αρώματα της φασκομηλιάς και της ρίγανης που ποτίζουν  το γάλα και μετά εδώ στο μιτάτο να ανιχνεύει όλα τα αρώματα που  αναδεύονται  και ωριμάζουν σε ψάθινα καλάθια.

Μακάρι να υπήρχαν μαγικά πουγκιά  και να κλείδωνε μέσα όλα αυτά τα αρώματα και να τα κουβαλούσε μαζί του. Μα που να τη βρει τη μαγεία όμως αυτή σήμερα, και αν την έβρισκε θα φοβόταν μην του κλέψουν. Δεν φυλακίζεται εύκολα όμως αυτή, στη φύση ολόγυρα ξαναγυρνά για να πλανέψει και πάλι.

Θυμήθηκε λοιπόν ο Κωνσταντης μια ιστορία που του έλεγε ο παππούς, όταν πήγαινε μικρός μαζί του στο μιτάτο. Γύρω από μια καλά στημένη φωτιά και λίγο μαρουβά για το κρύο, ζωντάνευαν οι θρύλοι και οι παραδόσεις, ξεπηδούσαν οι νεράιδες και τα ξωτικά από τις φλόγες και αγκάλιαζαν το νου. Σε μια από αυτές τις βεγγέρες λοιπόν του μίλησε και ο παππούς για τα Χρυσά Πουγγιά και το μαγεμένο  νέο: 

-Και ήτονε γιομάτα χρυσάφι  παππού;

-Γιάντα το λέεις αυτό μικιό μου; Μα δεν έναι μονάχα ο χρυσός που αξίζει.

-Κι αμ ήντα’χε μέσα παππού και δεν εμίσευγε το κοπέλι ;

-Αγάπη είχανε μέσα. Δεν ήτονε μόνε η μυζήθρα και η κανέλα για το άρωμα. Μήδε το μέλι από αρισμαρί. Μα ήτονε κλεισμένη μέσα η αγάπη της κοπελιάς απού τα΄χε καμωμένα. Με αγάπη και φροντίδα άνοιγε το φύλλο τζη και το γιόμιζε με μυζήθρα. Λίγο λίγο το έσταζε το κροκάδι από πάνω για να χρυσίσουν και μετά αχνόριχνε και μια ολιά σουσαμάκι. Μοσκοβόλαγε ο τόπος, και  που να μισέψει το κοπέλι μετά. Γιόμιζε το βουργιάλι του με το θησαυρό τση κοπελιάς του και εξεκίνα για τις μαδάρες. Κοντά την είχανε τη κοπελιά εκειά στις λέσκες απού ήτονε το δικό του μιτάτο. Καλιά το΄χε να του κλέψουνε τ’αγρίμια του παρά τα πουγγιά τση  κοπελιάς του. Γιατί θα ήτονε σαν να του εκλέβανε την αγάπη του. Οντε τελειώνανε λοιπόν οι προμήθειες γλακούσε τσι Μαδάρες σαν το κρι κρι   κι εγάιρε  κοντά της για να πάρει  το θησαυρό τζη πάλι.

Άμε να δεις τώρα αν εγίνει  η μυζήθρα για να πέψουμε τση γιαγιάς σου να μας  εφτιάξει και εμάς.

Με αυτή την αγάπη μεγάλωσε ο Κωσταντής, για τα στοιχειά της φύσης που σαν ενωθούν, κοντά τους δεν στέκει ούτε ο χρυσός.

Γλωσσάρι:

Γκιγκιλος: βουνοκορφή των Λευκών Ορέων

Μιτάτο: παραδοσιακό τυροκομείο στα βουνά

Μαρουβάς: κόκκινο κρασί πολλών ετών

Μισεύγω:  φεύγω, εγκαταλείπω

Βουργιάλι: σακίδιο κρητικού βοσκού

Λέσκες:απόκρημνα βουνά όπου καταφεύγουν τ’αγρίμια

Γλακώ: τρέχω γρήγορα

Γαΐρω: ξαναγυρνώ, επιστρέφω

Οι αγαπητοί συμπατριώτες και συμπατριώτισσές μου ας μου συγχωρέσουν τυχόν λάθη στο κομμάτι με τη κρητική διάλεκτο μια και μου είναι πιο εύκολο να τα μιλώ παρά να τα γράφω. 

 

 ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΠΟΥΓΓΙΑ ή ΚΑΛΛΙΤΣΟΥΝΙΑ ΑΝΕΒΑΤΑ

Υλικά: 2κιλά αλεύρι, ι ποτήρι ελαιόλαδο, 4 αυγά, 1 ποτήρι ζάχαρη, 100 γραμ.μαγια, 3 ποτήρια γάλα.

Για τη γέμιση: 2 κιλά μυζήθρα, 2 κρόκοι αυγών, ½ ποτήρι ζάχαρη, κανέλα, ξύσμα απο λεμόνι, 4 κουταλιές μέλι.

Διαλύουμε τη μαγιά σε 1 ποτήρι χλιαρό νερό γάλα, προσθέτουμε λίγο αλεύρι και ζάχαρη να γίνει ένας πηχτός χυλός και αφήνουμε το προζύμι να ανέβει.Κατόπιν σε μια μεγάλη λεκάνη δουλεύουμε το λάδι , τη ζάχαρη, το υπόλοιπο γάλα, τα αυγά χτυπημένα και στο τέλος το προζύμι. Τα ζυμώνουμε όλα μαζί και προσθέτουμε σιγά το υπόλοιπο αλεύρι. Το αφήνουμε στην άκρη να φουσκώσει. Ανακατεύουμε τα υλικά της γέμισης απαλά για να γίνουν μια κρέμα. Ανοίγουμε τη ζύμη και κόβουμε σε τετράγωνα κομμάτια. Τοποθετούμε μια κουταλιά γέμιση και διπλώνουμε το φύλλο προς τα μέσα.Τα αφήνουμε πάλι λίγο να ανέβουν καλά, τα αλείφουμε με αυγό,πασπαλίζουμε με σησάμι και τα ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο μέχρι να ροδίσουν. 

 

(photos by Wolfgang Kistler)


Η βάρκα του Δημητράκη

 

Βυθίζεται ο ήλιος σιγά σιγά και ετοιμάζεται να παραδώσει τη θέση του στον ουρανό στη αδελφή του Σελήνη. Απάνεμη είναι σήμερα η θάλασσα, χαϊδεύει απαλά τα βράχια στο μικρό λιμάνι του χωριού. Τα φώτα ανάβουν ένα ένα , αστεράκια μικρά που φεγγοβολούν σαν να κατέβηκε ο ουρανός στη στεριά.

Μα σε ένα σπιτάκι στην άκρη του χωριού δυο λυχναράκια φεγγοβολούν πιο δυνατά. Στη κουζίνα η μάνα ετοιμάζει το φαγητό. Μικρή κουζίνα μα καλοσυγυρισμένη .Δυο τρία ράφια με λιγοστά μαγέρικα και ένας μικρός πέτρινος πάγκος.  Ένας μαστραπάς για νερό ή κρασί ανάλογα και το λαίνι με το λάδι.

Στη μέσα κάμαρα κοιμάται o Δημητράκης. Κοιμάται και ονειρεύεται να  γίνει και εκείνος ναυτικός σαν τον κύρη του. Μόνο που εκείνος θα έχει το δικό του βαπόρι και θα το ονομάσει «Μυρτώ» σαν τη  κόρη της κυρίας Ανθούλας απέναντι. Και όταν θα τελειώσει το σχολείο θα τη κλέψει τη Μυρτώ, θα μπούνε στη βάρκα ένα βράδυ και θα φύγουν μακριά να γνωρίσουν τόπους μακρινούς και παραμυθένιους …..

Σάμπως είχε πιάσει ποτέ στα χέρια του παραμύθι ο Δημητράκης. Που λεφτά για τέτοια. Δεν έφταναν τα χρήματα που τους έστελνε ο πατέρας. Φέτος πέντε χρονώ κοπέλι και θα έπρεπε να πάει στο σχολειό μα δεν περίσσευαν χρήματα για σάκα και βιβλία. Καημό το είχε η μάνα του  μα δεν γινόταν αλλιώς. Εκείνο τα βράδυ λοιπόν αγνάντευε ο Δημητράκης από το παραθύρι τις βαρκούλες που αχνοκουνιόντουσαν στα βράχια. Κάθε βράδυ στο ίδιο πόστο στεκότανε. Αφού δεν είχε τι άλλο να κάνει, αγνάντευε και ταξίδευε με του νου.

-Δημητρό μου έλα να φάεις για θα κρυώσει ! Έλα και σου έχω το αγαπημένο σου σήμερα. Δεν άντεχε η μάνα που έβλεπε το κοπέλι της έτσι σαν ονειροπαρμένο να κυκλοφορεί από το πρωί, έκανε δυο τρία μεροκάματα παραπάνω και αγόρασε λίγο κιμά, δυο τρεις πατάτες, έβγαλαν και οι ντοματιές δυο ρόδινες το πρωί και εντάξει.

-Έλα να σε χαρώ, θα σου πω και ένα παραμύθι. Άκουσε για παραμύθι το μικιό, γουργούριζε και λίγο η κοιλίτσα του και σηκώθηκε. Σαν είδε στο τραπέζι το πιάτο με τους κιοφτέδες να πλέουν μες τη σάλτσα και τις πατατούλες τραγανές τραγανές από δίπλα, ανατράνισε και πήγε και κούρνιασε στην αγκαλιά της μάνας.

-Κ’ ήντα παραμύθι θα μου πεις; Μα δεν έχουμε βιβλίο με εικόνες;

-Και ποιος το χρειάζεται το βιβλίο; Εμείς τις φτιάχνουμε τις εικόνες με το μυαλό και τη καρδιά μας. Μα άμα θες…. να ….για θώριε το πιάτο σου και πες μου ήντα’χει απάνω ;

-Κιοφτέδες βλέπω και πατατούλες.

-Και όμως …. άμα κοιτάξεις καλύτερα …να κοίτα εγώ τι βλέπω:  Βλέπω ένα μικρό μελαχρινό κοπέλι, μαυρομάτικο και γεροδεμένο. Μα που κοιτάζει; Αααα  νομίζω ότι είναι πάνω σε μια βάρκα και αγναντεύει να δει μήπως φανεί η στεριά. Παίρνει η μάνα μια μεγάλη τραγανή πατατούλα, βάζει από πάνω και ένα τριγωνικό κομμάτι τυράκι φέτα, και να’σου η βάρκα με πανί λευκό και κατάρτι παρακαλώ.

 -Μια μόνο βάρκα έχει το κοπέλι μάνα; Θαρρώ πως βλέπω και άλλες από πίσω. Θα φτιάξω και εγώ μια. Του  άρεσε το Δημητράκη αυτό το παιχνίδι. Πήρε και αυτός μια πατατούλα και λίγο τυράκι και έφτιαξε και τη Μυρτούλα τη βάρκα του.

-Και η στεριά πότε θα φανεί μάνα;

-Δεν αργεί καλό μου. Να φυσάει τώρα πιο δυνατά ουυυυ ουυυυυ κάνει το αγέρι, φούσκωσαν τα πανιά και να τη η στεριά. Θα δέσει τις βάρκες του νομίζω σε τούτα να τα βραχάκια τι λες και εσύ;  Βάζει κοντά κοντά δυο τρεις κεφτέδες η μάνα για να σχηματίσει ένα μόλο.

 -Όι μάνα, εδώ το πιάνει αέρας, από κια είναι καλύτερα θαρρώ. Και παίρνει λοιπόν τα  βραχοκεφτεδάκια ο Δημητρός και τα πάει από την άλλη μπάντα. Φέρνει και τη «Μυρτώ» από κοντά και το βοηθητικό καραβάκι.

Και έτσι εκείνο το βράδυ ο Δημητράκης  έφτιαξε για πρώτη φόρα το δικό του παραμύθι και  ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!………………. 

Αυτό το παραμυθάκι είναι αφιερωμένο στο πατέρα μου , στον άντρα μου και στον Αστεράκη! 

Η συνταγή των καραβοκεφτέδων: 

Υλικά: Μισό κιλό κιμάς, 2 φρέσκες ντομάτες, 2 σκελίδες σκόρδο, 2 φέτες  ψωμί  μαλακωμένες σε νερό, λίγο κόκκινο κρασάκι, 2-3 κουταλιές πελτέ, λάδι, αλάτι πιπέρι και κανελογαρύφαλλα. 

Εκτέλεση:Στον κιμά βάζουμε  το χυμό από μισή ντομάτα , το λάδι , μια σκελίδα σκόρδο, αλάτι, πιπέρι, κανέλα και το ψωμάκι. Φτιάχνουμε μια σφιχτή ζύμη και πλάθουμε τα κεφτεδάκι. Τηγανίζουμε σε καυτό λάδι χωρίς να τα αλευρώσουμε.Μόλις τηγανιστούν, και αφού τα ακουμπήσουμε να ξεκουραστούν σε απορροφητικό χαρτί, τα ρίχνουμε στη σάλτσα που είδη έχουμε αρχίσει να ετοιμάζουμε.Σε μια κατσαρόλα, βάζουμε τον χυμό από τις υπόλοιπες ντομάτες, το κρασί, τον πελτέ, το σκόρδο και τα μυρωδικά. Μόλις πάρουν μια καλή βράση ρίχνουμε τα κεφτεδάκια και αφήνουμε να μαγειρευτούν για μισή ώρα περίπου.

Καλή σας όρεξη και βίρα τις άγκυρες!


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.